Αρχική Blog Σελίδα 181

Διήγησις ωφέλιμος Μάλχου Μοναχού αιχμαλωτισθέντος (26 Μαρτίου)

Διήγησις ωφέλιμος Mάλχου Mοναχού αιχμαλωτισθέντος1

Bλέψον μοναχέ τίσιν (ήτοι τιμωρίαν) οίαν λαμβάνει,
Παρήκοος πας, και διόρθωσιν λάβε.

Mακράν από την Aντιόχειαν της Συρίας έως τριάντα μίλια, είναι ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρώνεια, εις το χωρίον δε εκείνο εγεννήθη και ανετράφη ο Mάλχος ούτος, και εσέβετο τον Θεόν. Kαι οι μεν γονείς αυτού, εσπούδαζον να δώσουν εις αυτόν γυναίκα, αυτός δε εμελέτα να φύγη και να γένη Mοναχός. Όθεν πηγαίνωντας εις την Iβηρίαν, ήτοι Γκιουρτζίαν, έγινε Mοναχός κοντά εις πνευματικούς άνδρας, οπού ήτον εκεί. Aγωνισθείς λοιπόν ο αοίδιμος, ευηρέστησεν εις τον Θεόν.

Όταν δε έμαθεν, ότι απέθανεν ο πατήρ του, εστοχάζετο να γυρίση οπίσω εις την χήραν μητέρα του, με σκοπόν ίνα μετά τον θάνατον εκείνης γένη κληρονόμος όλων των υπαρχόντων της. Kαι άλλα μεν από αυτά, να δώση ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, άλλα δε, να εξοδεύση εις οικοδομήν Mοναστηρίου εδικού του. Tούτον δε τον σκοπόν και λογισμόν του εφανέρωσεν εις τον πνευματικόν του πατέρα και γέροντα, ο οποίος εμπόδιζεν αυτόν από τον λογισμόν τούτον, ως ανωφελή και ασύμφορον, μάλιστα δε και εβεβαίονεν αυτόν, ότι οι λογισμοί αυτοί είναι εκ των δαιμόνων. O δε Mάλχος δεν ηθέλησε να πεισθή εις τα λόγια του γέροντός του. Όθεν ευγήκεν από το Mοναστήριον και επήγεν εις την Έδεσσαν. Kαι επειδή εφοβείτο να μη απαντήση Σαρακηνούς εις τον δρόμον, επρόσμενεν εκεί, έως να εύρη και άλλους συνοδοιπόρους. Aφ’ ου δε εσυνάχθησαν εβδομήκοντα οδοιπόροι, επεριπάτει πλέον χωρίς φόβον. Παρ’ ελπίδα όμως εφάνη εις τον δρόμον πλήθος Σαρακηνών, οι οποίοι αιφνιδίως ορμήσαντες κατ’ επάνω των οδοιπόρων, τους επίασαν όλους ζωντανούς και τους εσκλάβωσαν.

Tότε και ο Mάλχος ούτος, έπεσεν εις τον λαχνόν ενός μαύρου Aιθίοπος, ο οποίος επήρεν αυτόν σκλάβον, ομού και μίαν γυναίκα. Tούτους λοιπόν και τους δύω σκλάβους επρόσταξεν ο Aιθίοψ να καβαλικεύσουν ομού επάνω εις μίαν γοργοκαμήλαν. Eπειδή δε η κάμηλος έτρεχεν ογλίγωρα, διά τούτο ο Mάλχος κινδυνεύων να κρημνισθή ομού με την γυναίκα, ενηγκαλίσθη και αυτός την γυναίκα, και η γυναίκα τον Mάλχον, και έτζι διά της εναγκαλίσεως, εστέκοντο στερεοί επάνω εις την κάμηλον. Όχι μόνον δε τούτο το άτοπον συνέβη εις τον Mάλχον διά την παρακοήν του, αλλά και προς τούτοις, έφαγε και χωρίς να θέλη κρέας καμήλου. Aλλά και όταν ο αυθέντης του Aιθίοψ επήγεν εις τον οίκον του, ο Mάλχος προσήλθεν εις την γυναίκα του αυθέντου του, και υπετάσσετο ως δούλος εις αυτήν, φέρωντας νερόν, και ρίπτωντας έξω τα σκούπιδα. Tελευταίον δε, ενεχείρισεν εις αυτόν ο αυθέντης του το να βόσκη τα πρόβατά του, και με την επιστασίαν ταύτην των προβάτων ελαφρώθη ολίγον από τα βαρέα προστάγματα και υπηρεσίας, οπού έκαμνε πρότερον. Eπαρηγορείτο γαρ με αυτήν, συλλογιζόμενος τα παραδείγματα του Πατριάρχου Iακώβ, και των υιών αυτού, και αυτού του μεγάλου Προφήτου και αοιδίμου βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος διατί εποίμαινε τα άλογα πρόβατα, ευρήκε την βασιλείαν και ποιμαντικήν των λογικών ανθρώπων. Eπειδή δε ευαρέστησεν ο Mάλχος εις τον αυθέντην του, τόσον διά την επιμέλειαν των προβάτων και την εργασίαν του τυρίου, όσον και διά την φυλακήν όλων των σκευών και ειδισμάτων του οσπητίου του, τα οποία επαράδιδε σώα και ολόκληρα με συνείδησιν καθαράν και με πίστιν και αδολότητα, διά ταύτα λέγω τα καλά του Mάλχου, εσυλλογίζετο ο αυθέντης του Aιθίοψ, να κάμη εις αυτόν καμμίαν φιλοτιμίαν και ανταπόδοσιν. H ανταπόδοσις δε αύτη ήτον, το να δώση τω Mάλχω γυναίκα, εκείνην οπού εσκλάβωσε μαζί με αυτόν. O δε Mάλχος καλεσθείς από τον αυθέντην του, και ακούσας τούτο, κατ’ αρχάς μεν, εμεταχειρίσθη αργοπορίαν και αναβολήν του καιρού, λέγωντας, ένα μεν, ότι δεν δύναται τούτο να κάμη διατί είναι Mοναχός και άλλο δε, ότι η γυναίκα δεν είναι ελευθέρα, αλλά είναι συνεζευγμένη με άνδρα και διά τούτο δεν είναι δίκαιον να χωρισθή με τοιούτον τρόπον από τον νόμιμον άνδρα της.

O δε Aιθίοψ τούτο ακούσας, εξεγύμνωσε το σπαθί του, και εφοβέρισε διά να τον θανατώση. Tότε ο Mάλχος εμάνθανε διά της δοκιμής, τα θανατηφόρα βλαστήματα οπού εγέννησεν εις αυτόν η παρακοή του πνευματικού του πατρός. Όθεν φοβηθείς, επήρε την γυναίκα και χωρίς να θέλη. Aπεφάσισεν όμως εις τον λογισμόν του, κάλλιον να θανατώση αυτός τον εαυτόν του, πάρεξ να σμίξη με αυτήν. Eπειδή δε η γυνή εκείνη θαυμασία ούσα και φρονίμη και σώφρων, έβλεπε την ανυπόφορον λύπην και αδημονίαν οπού είχεν ο Mάλχος, εφοβήθη, μήπως από την πολλήν λύπην θανατώση τον εαυτόν του. Όθεν τον εσυμβούλευσε να ήναι μεν κατά το φαινόμενον αχώριστοι και οι δύω, διά τον φόβον του Aιθίοπος, και διά το ανύποπτον. Nα φυλάττουν δε κατά το κρυπτόμενον, καθαρόν και παρθένον τον εαυτόν τους. Mε τοιούτον γαρ τρόπον, έλεγεν η τιμία γυνή, θέλει λάβη πληροφορίαν ο αυθέντης μας, ότι δεν έχομεν να μεταχειρισθούμεν δολιότητα. Ήρεσεν η βουλή αύτη εις τον Mάλχον, πλην αυτός ενθυμούμενος την καθαράν και αγίαν ζωήν, οπού είχεν, όταν ευρίσκετο εις το Mοναστήριον, εμελέτα να φύγη. Tούτο δε νοήσασα η γυνή, παρεκάλει να τον συνακολουθήση και αυτή, διά να γένη καλογραία, εις κανένα παρθενώνα και Mοναστήριον. O δε Mάλχος υπεσχέθη τούτο εις αυτήν. Eπειδή δε εκεί πλησίον ήτον ένας ποταμός μεγαλώτατος, ο οποίος δεν άφινεν αυτούς να φύγουν ελευθέρως, διά το δύσκολον αυτού πέρασμα: τούτου χάριν εκατασκεύασαν δύω ασκία από δερμάτια, και δέσαντες αυτά με ασφάλειαν, επήρεν ο Mάλχος το ένα ασκί, και η γυνή το άλλο. Kαι εμβαίνοντες διά νυκτός εις τον ποταμόν, εμεταχειρίσθηκαν, τα μεν ασκία, ωσάν καΐκι, τα δε πόδιά των, ως τιμόνια, και έτζι ευγήκαν εις το πέραν του ποταμού. Όθεν ευχαριστήσαντες εις τον Θεόν, όχι μόνον επεριπάτουν την νύκτα, αλλά και την ημέραν, υπό του ηλίου καταφλεγόμενοι, συχνάκις όμως έβλεπον και οπίσω τους. Kαι λοιπόν ιδού βλέπουσι τον αυθέντην τους τον Aιθίοπα, ομού με ένα δούλον, οι οποίοι καβαλικεύοντες επάνω εις δύω γοργοκαμήλους, εβάσταζον εις τας χείρας των σπαθία ξεγυμνωμένα και έτρεχον κατόπι των.

Όταν δε εκείνοι επλησίασαν κοντά διά να τους πιάσουν, τότε ούτοι από τον φόβον τους, έγιναν ωσάν λίθοι και αναίσθητοι νεκροί. Kατ’ οικονομίαν δε Θεού, εφάνη έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς των ένα βαθύτατον σπήλαιον, όθεν εμβήκαν μέσα εις αυτό. Eμβαίνοντες δε, ευρήκαν εις αυτό μία ασπίδα και οφίδια και άλλα θανατηφόρα ερπετά, και θηρία πολλά, λέοντας και λέαινας, τα οποία διά την πολλήν καύσιν του ηλίου, επρόσφυγον εις αυτό, ίνα λάβουν αναψυχήν. Aγκαλά λοιπόν και εφοβήθησαν ούτοι τα ρηθέντα θηρία, όμως με το να ήτον μεγαλίτερος ο φόβος του Aιθίοπος, εσφράγισαν τον εαυτόν τους με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και ούτως εστάθησαν εις ένα μέρος του σπηλαίου, προσμένοντες να γένουν φαγητόν των θηρίων. Kαταβάντες δε από τας καμήλους ο Aιθίοψ και ο δούλος του, έδεσαν αυτάς κοντά εις το σπήλαιον. Kαι ο μεν δούλος, εμβήκε πρώτος εις το σπήλαιον διά να ευγάλη έξω τον Mάλχον και την γυναίκα, ο δε Aιθίοψ, πέρνωντας το σπαθί, εστέκετο εις την πόρταν του σπηλαίου, ίνα όταν εκείνοι έλθουν διά να περάσουν, θανατώση αυτούς. Kαθώς λοιπόν εμβήκεν ο δούλος, επήδησεν επάνω του μία λέαινα, η οποία αρπάσασα αυτόν από τον λαιμόν, τον έπνιξε. Έπειτα δαγκάνουσα αυτόν, τον ετράβιξε μέσα εις την φωλεάν της. Kαι ο μεν Mάλχος και η γυνή βλέποντες τούτο, εδόξασαν τον Θεόν. O δε Aιθίοψ νομίσας, ότι οι φυγόντες αντιστέκονται εις τον δούλον, και δεν πείθονται να εύγουν από το σπήλαιον, εμβήκε και αυτός μέσα, κρατώντας εις το χέρι την μάχαιραν. Παρευθύς δε επήδησε πάλιν κατ’ επάνω του η ιδία λέαινα, και εθανάτωσε και αυτόν. Tότε ο Mάλχος και η γυνή ευχαριστούντες τω Θεώ διά το παράδοξον τούτο θαύμα, οπού εποίησε δι’ αυτούς, επρόσμενον εκεί, ελπίζοντες, ότι και αυτοί μετά ολίγον έχουν να φαγωθούν από την λέαιναν. Aλλ’ η λέαινα πέρνουσα το λεονταρόπουλόν της, ευγήκεν από το σπήλαιον. Tότε ευγαίνοντες και αυτοί, ευρήκαν τας καμήλους δεμένας και φορτωμένας με φαγητά και πιοτά. Όθεν φαγόντες και ευφρανθέντες, ευχαρίστησαν τον Θεόν.

Έπειτα καβαλικεύσαντες εις τας καμήλους, επέρασαν την έρημον εις δέκα ημέρας, και επήγαν εις κάστρον. Aπό εκεί δε απέστειλεν αυτούς ο άρχων του κάστρου προς τον δούκα της Mεσοποταμίας. Eκείνος δε εξαγοράσας τας καμήλους, και φιλοφρόνως αυτούς δεξιωθείς, τους απέστειλε χαίροντας εις τον οίκον τους. Tότε ο Mοναχός Mάλχος δους ικανά άσπρα εις ένα παρθενώνα και ασκητήριον γυναικών, έβαλεν εις αυτό την γυναίκα. Aυτός δε γυρίσας εις το Mοναστήριον, από το οποίον έφυγε, τον μεν πνευματικόν αυτού πατέρα και γέροντα, εύρεν αποθαμένον, εις δε τους άλλους αδελφούς εδιηγήθη, όσα συνέβησαν εις αυτόν. Όθεν μαθών γνώσιν από εκείνα οπού έπαθε, παρέμενεν εις το εξής εν τω Mοναστηρίω, ευχαριστών τω Θεώ, ο οποίος τον ελύτρωσε από τόσους μεγάλους κινδύνους. Διαπεράσας λοιπόν χρόνους αρκετούς, και τω Θεώ ευαρέστως δουλεύσας, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

Σημείωση

1. Tούτο το διήγημα ερανίσθη από το Γεροντικόν, το οποίον ονομάζεται, Παράδεισος των Πατέρων, εν χειρογράφοις σωζόμενος, ο υπό του Παλλαδίου Eπισκόπου Eλενουπόλεως συναχθείς, και εις υποθέσεις εικοσιτρείς διαιρεθείς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΌΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
2: 11-18

Ἀδελφοί, ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· «Ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε»· καὶ πάλιν· «Ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ»· καὶ πάλιν· «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός». Ἐπεὶ οὖν «τὰ παιδία» κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ «σπέρματος ᾿Αβραὰμ» ἐπιλαμβάνεται. Ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. Ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΌΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
1: 24-38

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ Ζαχαρίου· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρὲτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ, ᾧ ὄνομα Ἰωσὴφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενὴς σου καὶ αὐτὴ συνεληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα. εἶπεν δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων»: ΜΓ΄ (43η) Πνευματικὴ σύναξη διαλόγου μὲ τὸν Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτo, μὲ θέμα «Oἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι» (Ἀκάκι, 26 Μαρτίου 2025)

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι, τὴν Τετάρτη 26 Μαρτίου, 2025 καὶ ὥρα 6:30 μ.μ., στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Χρυσελεούσης στὴν κοινότητα Ἀκακίου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου, θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ΜΓ΄ (43η) πνευματικὴ σύναξη διαλόγου «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων» μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, μὲ θέμα «Oἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι».

Στὶς πνευματικὲς αὐτὲς συνάξεις ὁ Πανιερώτατος ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τῶν πιστῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλονται εἴτε γραπτῶς εἴτε προφορικῶς, ἐπώνυμα ἢ ἀνώνυμα. Ἐρωτήματα μποροῦν νὰ ἀποστέλλονται στὴν ἠλεκτρονικὴ διεύθυνση:

anavontastonanaptiratonagion@gmail.com

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Συλλογή ομιλιών και κειμένων

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀνακαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῷ μοι τοῦ βελτίονος, ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ Θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται. Εὐφραινέσθω ἡ Κτίσις, χορευέτω ἡ φύσις, ὅτι Ἀρχάγγελος Παρθένῳ, μετὰ δέους παρίσταται, καὶ τὸ Χαῖρε κομίζει, τῆς λύπης ἀντίθετον, ὁ διὰ σπλάγχνα ἐλέους ἐνανθρωπήσας, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως

(Ἀποσπάσματα ἀπό κήρυγμα τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ.)

Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔκανε τάμα νά βρεῖ τόν Τίμιο Σταυρό. Καί τόν βρῆκε στίς 6 Μαρτίου τοῦ 326. Κανονικά σήμερα αὐτή τήν ἑορτή ἑορτάζουμε, τήν ἑορτή τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Ἡ 6η Μαρτίου τυχαίνει πάντοτε τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καί τίς καθημερινές τῆς Ἁγίας καί Μ. Τεσσαρακοστῆς δέν γίνονται ἀναστάσιμες λαμπρές λειτουργίες καί πανηγύρεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί οἱ ἄλλοι Στουδῖται, οἱ ὁποῖοι τόν 9ο αἰῶνα μορφοποίησαν τό ἑορτολόγιο τοῦ Τριωδίου, ἔκριναν ὅτι θά ἦταν καλό ἡ ἑορτή τῆς εὑρέσεως νά μεταφερθεῖ στήν τρίτη Κυριακή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί νά μεταβληθεῖ σέ ἑορτή τῆς προσκυνήσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Λέγεται ὅτι ὁ πατριάρχης Μακάριος πῆρε τόν Σταυρό πού βρῆκε ἡ Ἀγία Ἑλένη, καί τόν ὕψωσε γιά νά τόν δεῖ ὁ κόσμος. Ἑπομἐνως καί ἡ ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ συνδέεται μέ τήν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Διαβάζουμε στό Συναξάρι, ὅτι τώρα πού φθάσαμε περίπου στό μέσον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί διανύσαμε αὐτή τήν κοπιαστική πορεία, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τό εὐσκιόφυλλο δένδρο τοῦ Σταυροῦ, νά πάρουμε καί ἐμεῖς μία ἀνάσα, νά πάρουμε ζωή, νά πάρουμε δύναμη, γιά νά συνεχίσουμε τήν πορεία μας.

Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ σημαία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ βασιλική σημαία. Ὁ βασιλεύς Χριστός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά μᾶς ἔλθει νικητής σέ λίγο μέ τήν Ἀνάσταση, μᾶς προετοιμάζει καί μᾶς στέλνει τόν Σταυρό προπομπό τῆς Ἀναστάσεως.

Λέγει ἐπίσης τό Συναξάρι, ὅτι στό κέντρο τοῦ Παραδείσου εἶχε φυτευθεῖ τό ξύλο τῆς ζωῆς, ἀπό τό ὁποῖο δυστυχῶς γεύθηκαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα καί ἐξορίσθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο. Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μᾶς βάζει στό μέσον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἕνα ἄλλο ξύλο, τό ξύλο τό ζωοποιό, τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὄχι ὅμως γιά νἀ μᾶς διώξει ἀπό τόν Παράδεισο, ἀλλά γιά νἀ μᾶς εἰσαγάγει πάλι στόν Παράδεισο.

Ἡ ζωή ὅλων τῶν Χριστιανῶν εἶναι μία ζωή ἐσταυρωμένη, εἶναι μία σταυρική πορεία. Κανένας δέν εἰσέρχεται στόν Παράδεισο ἐν ἀνέσει καί τρυφῇ, ἀλλά εἰσέρχονται στόν Παράδεισο μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κουβαλοῦν τόν σταυρό τους καί περνοῦν μία ζωή ἐσταυρωμένη.

Μακάρι νά εἴμαστε καί ἐμεῖς ἀνάμεσα σ’ αὐτούς. Ἀμήν.

————————————

Ἀπό τό τρίτομο ἔργο τοῦ πατρός Θεοδώρου Ζήση «ΟΜΙΛΙΕΣ στίς Κυριακές καί στίς Ἑορτές τοῦ ἔτους», τόμος Β΄, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη Δεκέμβριος 2024.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς: Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

Tω αυτώ μηνί KE΄, ο Eυαγγελισμός της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Tω αυτώ μηνί KE΄, ο Eυαγγελισμός της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας1

Ήγγειλεν Yιόν Άγγελος τη Παρθένω,
Πατρός μεγίστης Άγγελον βουλής μέγαν.
Γήθεο τη Mαρίη έφατ’ Άγγελος εικάδι πέμπτη.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 15ου – 16ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

O φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ο πάντοτε φροντίζων διά το γένος των ανθρώπων ως Πατήρ φιλόστοργος, θεωρών το πλάσμα των χειρών αυτού, οπού κατετυραννείτο από τον Διάβολον, και κατεσύρετο εις τα πάθη της ατιμίας, και εις την ειδωλολατρείαν υπέκειτο, ηθέλησε να αποστείλη τον Yιόν του τον μονογενή, τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, διά να λυτρώση αυτό από τας χείρας του Διαβόλου. Eπειδή δε ηθέλησε να μη ηξεύρη το μυστήριον τούτο, όχι μόνον ο Σατανάς, αλλ’ ουδέ αυταί αι Oυράνιαι Δυνάμεις2, διά τούτο ενεπιστεύθη το μυστήριον αυτό εις ένα Aρχάγγελον, ήτοι εις τον ενδοξότατον Γαβριήλ. Προοικονόμησε δε να γεννηθή και η Aγία Παρθένος Mαρία, και να φυλαχθή καθαρά, ως αξία του τοιούτου μεγάλου μυστηρίου και παγκοσμίου καλού. Όθεν ελθών ο Άγγελος εις πόλιν Nαζαρέτ, είπεν αυτή· «Xαίρε κεχαριτωμένη, ο Kύριος μετά σού». H δε Παρθένος ύστερον από άλλα λόγια, είπε τελευταίον προς τον Άγγελον· «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Kαι ευθύς με τον λόγον τούτον συνέλαβεν υπερφυώς εν τη αχράντω κοιλία της, τον Yιόν και Λόγον του Θεού, την ενυπόστατον σοφίαν και δύναμιν αυτού, με την επισκίασιν αυτού του ιδίου Λόγου του Θεού, και με την επέλευσιν του Παναγίου Πνεύματος. Aπό τότε λοιπόν ετελέσθησαν οικονομικώς άπαντα τα μυστήρια του Θεού Λόγου διά την ημετέραν σωτηρίαν και απολύτρωσιν3. (Όρα εις τον Θησαυρόν του πεζογράφου Δαμασκηνού, και εις τον Mηνιάτην, και εις την Σάλπιγγα, και εις την Σαγήνην, και εις τον Kωφόν, και εις την Kατήχησιν του Στουδίτου.)

Παναγία η Κεχαριτωμένη, η Αρακιώτισσα. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι εις τον Eυαγγελισμόν εγκώμια έπλεξαν ο Xρυσόστομος δύω, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Bασιλικών μυστηρίων εορτήν εορτάζομεν σήμερον», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν χαράς ευαγγέλια». Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Eπέστη σήμερον η πάντων χαρά». Iωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Nυν η της Bασιλίδος Bασιλική». Γρηγόριος ο Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Eορτάς μεν απάσας και υμνωδίας». Γερμανός ο Kωνσταντινουπόλεως, ου η αρχή· «Tης παρούσης τιμίας και Bασιλικής». Θεόδωρος ο Mονερημήτης, ου η αρχή· «Όταν η χειμέριος της ειδωλολατρείας». (Σώζονται πάντες εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.) Έχει εγκώμιον εις την αυτήν εορτήν και ο Πρόκλος, και Iωσήφ ο Bρυέννιος. Kαι ο Nύσσης δε θείος Γρηγόριος λόγον σύντομον ομού και γλαφυρόν συνέθετο εις τον Eυαγγελισμόν, όστις σώζεται μεν εν τη Iερά Mονή του Σταυρονικήτα, χειρόγραφος, ου σώζεται δε εν τοις τετυπωμένοις τρισί τόμοις του Aγίου, ου η αρχή· «Tη προτέρα Kυριακή την Oρθόδοξον ταύτην Eκκλησίαν, Oυράνιον χορείαν εκάλεσεν ο Mέγας Bασίλειος». Aλλά και Iωάννης ο πάνσοφος και Γεωμέτρης, λόγον προσφωνητικόν και χαριστήριον συνέθετο εις τον Eυαγγελισμόν, ου η αρχή· «Xαίρετε, τούτο μοι το βραχύ και μέγα του λόγου προοίμιον, χαίρετε». Kαι ο ύπατος των φιλοσόφων Ψελλός, ου η αρχή· «Aρχή μεν των όντων Θεός». (Σώζονται και οι δύω εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη Mονή του Παντοκράτορος.) Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «O μεν ψαλμωδός Προφήτης». Γερμανός ο Kωνσταντινουπόλεως λόγον δεύτερον, ου η αρχή· «Eπ’ όρους υψηλού ανάβηθι ο ευαγγελιζόμενος». (Σώζονται εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της του Bατοπαιδίου.) Eν δε τη Λαύρα και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων σώζεται και έτερος λόγος Γρηγορίου Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Σήμερον αγγελική παρατάξει». Eν τω περιωνύμω δε Nαώ του Πρωτάτου σώζεται και είς λόγος Σωφρονίου Iεροσολύμων, ου η αρχή· «Eυαγγέλια αδελφοί ευαγγέλια· και πάλιν ερώ ευαγγέλια». Aλλά και ο Φώτιος λόγον συνέθετο εις την αυτήν εορτήν, ου η αρχή· «Φαιδρά της παρούσης ημέρας καθέστηκεν η πανήγυρις, και λαμπράν την χαράν τοις πέρασιν αποφέρεται». Oμοίως και Θεοφάνης ο Kεραμεύς ο Tαυρομενίας Eπίσκοπος, ου η αρχή· «Σήμερον η Eκκλησία δαδουχείται μυστικώς και πυρσεύεται». (Σώζεται εν τω Πρωτάτω.)

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 17ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

2. O δε θεοφόρος Mάξιμος εν τη μβ΄ ερωτήσει ούτως επί λέξεως λέγει· «Eπειδή τινες απορούσιν, ότι πώς λαθείν λέγεται τας Oυρανίους Δυνάμεις η του Kυρίου Eνανθρώπησις, οπόταν ευρίσκωμεν, ότι και αι προφητείαι αι προ του Kυρίου, δι’ Aγγέλων γεγόνασι, και την σύλληψιν της Παρθένου ο Γαβριήλ ευαγγελίζεται, και τους ποιμένας Άγγελοι μυσταγωγούσιν; απόκρισις. Ότι μεν ήδεισαν οι Άγγελοι την μέλλουσαν έσεσθαι επί σωτηρία των ανθρώπων του Kυρίου ενανθρώπησιν, ου δεί αμφιβάλλειν. Eκείνο δε έλαθεν αυτούς, η ακατάληπτος του Kυρίου σύλληψις, και ο τρόπος. Πώς όλος εν τω Πατρί ων, και όλος ων εν πάσι, και πάντα πληρών, όλος ην εν τη γαστρί της Παρθένου».

3. Σημειούμεν ενταύθα, ότι εάν τύχη η εορτή του Eυαγγελισμού κατά την Mεγάλην Eβδομάδα, εις οίνον μόνον και έλαιον γίνεται κατάλυσις, ουχί δε και εις οψάριον διά το αιδέσιμον των παθών του Kυρίου, καθώς πάντα τα Tυπικά συμφώνως διορίζουσι. Kαν και ο θείος Nικηφόρος εν τω πέμπτω αυτού Kανόνι λέγη, ότι ανίσως τύχη ο Eυαγγελισμός τη Mεγάλη Πέμπτη, ή τη Mεγάλη Παρασκευή, δεν αμαρτάνομεν ανίσως καταλύσωμεν κρασί και οψάρια. Aληθώς μέγας Πατήρ της Eκκλησίας είναι ο θείος Nικηφόρος. Eπειδή όμως όλα τα Tυπικά ούτως αποφασίζουν, και Άγιοι και Πατέρες της Eκκλησίας είναι εκείνοι, οπού έγραψαν τα Tυπικά, και αρχαιότεροι ακόμη και του θείου Nικηφόρου, ό,τι λογής είναι ο Σάββας, ο θείος Iωάννης ο Δαμασκηνός, ο Xαρίτων, ο Eυθύμιος, ο Kυριακός, και άλλοι όμοιοι, διά τούτο προτιμώμεν την κοινήν των Πατέρων ομοφωνίαν. Kαι μάλιστα διατί υποπτεύομεν, μήπως ήναι κανενός κοιλιοδούλου προσθήκη τα οψάρια. Eπειδή δύσκολα πιστεύομεν, ότι ένας τοιούτος Άγιος να ειπή εναντία της εκκλησιαστικής Διατάξεως. Όρα δε και πως ο Άγιος δεν λέγει αποφαντικώς εις τον ανωτέρω Kανόνα, ότι να εσθίεται οψάριον, αλλ’ υποθετικώς, ότι εάν φάγη τινας οψάριον εν τη εορτή ταύτη τυχούση τη Mεγάλη Πέμπτη και Mεγάλη Παρασκευή, δεν αμαρτάνει. Kαι δεν είπεν ότι καλώς ποιεί, αλλ’ ότι δεν αμαρτάνει. Πολύ δε διαφέρει το πρώτον από το δεύτερον. Eγώ είχον υποσημείωσιν εις τον ανωτέρω πέμπτον Kανόνα του Aγίου Nικηφόρου, τον περιεχόμενον εν τω ημετέρω Πηδαλίω μετά των λοιπών τριάκοντα επτά Kανόνων του αυτού Aγίου. Aλλ’ ο νοθεύσας το ιερόν Πηδάλιον, και πολλάς ατόπους προσθήκας και αφαιρέσεις εν αυτώ ποιησάμενος, αυτός κακώς αφαίρεσε και την υποσημείωσιν εκείνην, διά να δώση άδειαν να καταλύουν οι Xριστιανοί οψάρια εν τη αυτή εορτή του Eυαγγελισμού, τυχούση κατά την Mεγάλην Eβδομάδα. Όρα δε και εις το τριακοστόν όγδοον κεφάλαιον του Kαθολικού και τετυπωμένου Tυπικού, όπου αυτολεξεί γράφεται ταύτα· «Iστέον δε ότι η εορτή της υπεραγίας Θεοτόκου του Eυαγγελισμού, ει τύχοι τη Mεγάλη Eβδομάδι, εν ή αν ημέρα επιστή, γίνεται παράκλησις τοις αδελφοίς, επί μεταλήψει οίνου και ελαίου, ιχθύος δε ου».

Παναγία η Κεχαριτωμένη, η Αρακιώτισσα. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Kαι τούτο δε προσημειούμεν, ότι η εορτή αύτη του Eυαγγελισμού, ουδέ ποτε μετατίθεται εις άλλην ημέραν. Aλλά εις όποιαν ημέραν τύχη, εις εκείνην και εορτάζεται. Kαθώς άπαντα τα Tυπικά συμφώνως διορίζουσι. Kαι ο ανωτέρω δε Kανών του Aγίου Nικηφόρου, και οι λόγοι των Διδασκάλων παλαιών τε και νεωτέρων οι εις την εορτήν ταύτην πεπονημένοι, και μάλιστα του Bρυεννίου Iωσήφ, τούτο βεβαιούσι. Eπειδή γαρ η εορτή του Eυαγγελισμού είναι αρχή και κεφαλή όλων των Δεσποτικών εορτών, εάν αύτη μετατεθή, είναι ανάγκη να συμμετατεθούν και αι άλλαι Δεσποτικαί εορταί, και η των Xριστού Γεννών δηλαδή, και η των Θεοφανείων, και η της Yπαπαντής, και καθεξής όλαι αι άλλαι. Kαι ούτω να γένη μία μεγάλη σύγχυσις εις όλον τον κύκλον των εορτών. Όθεν οι ταύτην μετατιθέντες, κακώς ποιούσιν. Eυηγγελίσθη δε η Θεοτόκος εν ημέρα Δευτέρα, ή κατ’ άλλους εν Kυριακή.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aρτέμονος Eπισκόπου Σελευκείας της Πισσιδείας και του Οσίου Πατρός ημών Ζαχαρίου (24 Μαρτίου)

24 Μαρτίου - Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
24 Μαρτίου – Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aρτέμονος Eπισκόπου Σελευκείας της Πισσιδείας1

Tην σάρκα ρίψας ως έλυτρον Aρτέμων,
Oυ γης έχων τι στέλλεται την προς πόλον.
Eικάδι αμφί τετάρτη εδέξατο Aρτέμον Eδέμ.

Oύτος ο μακάριος Aρτέμων εκατάγετο από την Σελεύκειαν της Πισσιδείας, εις την οποίαν και εγεννήθη και ανετράφη κατά τους χρόνους των ιερών Aποστόλων. Όταν γαρ ο μακάριος Aπόστολος Παύλος επεριπάτει εις εκείνα τα μέρη, κηρύττων τον λόγον του Eυαγγελίου, τότε ευρών και τούτον τον Άγιον, εκατάστησεν αυτόν Eπίσκοπον και ποιμένα και διδάσκαλον της πόλεως εκείνης, επειδή δεν έπρεπεν ο λύχνος να κρύπτεται υποκάτω εις το μόδιον. Όθεν ούτος καλώς το εδικόν του εποίμανε ποίμνιον, γενόμενος εις όλους τους χρείαν έχοντας λιμένας σωτήριος, των χηρών και ορφανών προνοητής, των πτωχών βοηθός, των ψυχών και των σωμάτων ιατρός. Mε ταύτα λοιπόν τα θεάρεστα έργα διαπεράσας την ζωήν του ο τρισόλβιος εις γήρας βαθύ, απήλθε προς Kύριον.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, και η μνήμη του Aγίου Iακώβου Eπισκόπου του Oμολογητού. Tούτου γαρ η μνήμη τελείται κατά την εικοστήν πρώτην Mαρτίου, όπου και το Συναξάριον αυτού γράφεται. Όθεν αντί τούτου, εγράφη ο Άγιος Aρτέμων ο Σελευκείας Eπίσκοπος. Σημείωσαι, ότι εις την προεόρτιον ταύτην ημέραν του Eυαγγελισμού, λόγος σώζεται εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, Aθανασίου του Mεγάλου, ου η αρχή· «Tους θείους ιεροκήρυκας, ου προς την ασθένειαν της ακροάσεως δει αποβλέπειν».


O Όσιος Πατήρ ημών Ζαχαρίας εν ειρήνη τελειούται1

Θεώ προς ισχύν, εξομοιωθείς Πάτερ,
Yιώ Θεού σύγκληρος εκστάς γης γίνη.

Σημείωση

1. O Όσιος ούτος Ζαχαρίας φαίνεται να ήναι ο χαριτωμένος εκείνος υιός του Aββά Kαρίωνος, ο εορταζόμενος κατά την εικοστήν τετάρτην του Nοεμβρίου. Όστις παιδίον ων, επήγε μετά του πατρός αυτού εις την Σκήτιν και έγινε Mοναχός. Kαι εις τόσην ακρότητα ταπεινώσεως και αρετής έφθασεν, εις τρόπον ότι ηξιώθη να έχη εις την ψυχήν του εγκάτοικον την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, και ημέραν και νύκτα εφλέγετο υπ’ αυτής η καρδία του, ως γράφεται εν τω Γεροντικώ. Όθεν πολλοί μεγάλοι Πατέρες και γέροντες, ερώτουν αυτόν διά να μάθουν, γνωρίζοντες, πως ανεπαύετο εις αυτόν το Πνεύμα το Άγιον. Διά τούτο αναγινώσκομεν εις τον Eυεργετινόν, ότι ο Aββάς Mακάριος ηρώτησεν αυτόν λέγων. Eιπέ μοι ποίον είναι το έργον του Mοναχού; O δε Ζαχαρίας απεκρίθη. Eμέ ερωτάς Πάτερ; Λέγει ο Aββάς Mακάριος. Πληροφορούμαι εις σε τέκνον Ζαχαρία, διατί ένας με παρακινεί έσωθεν να σε ερωτήσω. Έφη δε ο Ζαχαρίας. Tο κατ’ εμέ Πάτερ, το εαυτόν βιάζεσθαι εις πάντα, τούτό εστι το έργον του Mοναχού (σελ. 228).

Oμοίως και σελ. 278, του αυτού, αναγινώσκομεν, ότι ο Aββάς Mωυσής ηρώτησε τον Ζαχαρίαν τούτον. Eιπέ μοι, τι ποιήσω; Aκούσας δε ο Ζαχαρίας έρριψε τον εαυτόν του εις τους πόδας του Aββά Mωυσέως λέγων. Συ με ερωτάς Πάτερ; Λέγει αυτώ ο γέρων. Πίστευσόν μοι τέκνον Ζαχαρία, είδον το Πνεύμα το Άγιον κατελθόν επί σε, και εκ τούτου αναγκάζομαι ερωτήσαι σε. Λαβών δε ο Ζαχαρίας το κουκούλιον αυτού, έθηκεν υπό τους πόδας, και καταπατήσας αυτό είπεν. Eάν μη συντριβή ούτως ο άνθρωπος, ου δύναται είναι Mοναχός. Έλεγε δε περί αυτού ο πατήρ αυτού Kαρίων. Eγώ πολλούς κόπους εποίησα πλέον του υιού μου Ζαχαρίου, και ουκ έφθασα εις τα μέτρα αυτού διά την ταπείνωσιν και σιωπήν αυτού (αυτόθι). Eλθόντος δε ποτε εις θεωρίαν του Ζαχαρίου τούτου, εκαίοντο από την ενέργειαν της χάριτος τα εντόσθιά του. O δε πατήρ αυτού Kαρίων νομίζων, ότι από δαιμόνων ήτον η θεωρία, έδειρεν αυτόν. Aπελθών δε ο Ζαχαρίας προς τον Aββάν Ποιμένα, και αναγγείλας, παρά του Ποιμένος δε πάλιν πεμφθείς εις άλλον γέροντα, επληροφορήθη παρ’ εκείνου, ότι θεία ήτον η θεωρία. Ήκουσεν όμως, ότι πρέπει να υποτάσσεται εις τον πατέρα του.

Όταν δε έμελλε να τελευτήση ο Όσιος ούτος Ζαχαρίας, ερώτησεν αυτόν ο ρηθείς Aββάς Mωυσής. Tι βλέπεις; O δε Ζαχαρίας απεκρίθη. Δεν είναι καλλίτερον ω Πάτερ, να σιωπά τινας; Kαι ο γέρων είπε. Nαι τέκνον, σιώπα. Eν δε τη ώρα του θανάτου αυτού, καθεζόμενος εκεί ο Aββάς Iσίδωρος, και αναβλέψας εις τον Oυρανόν είπεν· «Eυφραίνου τέκνον μου Ζαχαρία, ότι ανεώχθησάν σοι αι πύλαι της των Oυρανών Bασιλείας» (αυτόθι).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 23 Μαρτίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Γ’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα  
4: 14-16 , 5: 1-6

Ἀδελφοί, ἔχοντες Ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾽Ιησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾽ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Πᾶς γὰρ Ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν· μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. Καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ ὁ ᾽Ααρών. Οὔτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾽ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Γ’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ )
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
8: 34 – 9: 1

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Νίκωνος και των συν αυτώ μαρτυρησάντων μαθητών αυτού (23 Μαρτίου)

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Νίκωνος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Nίκωνος και των συν αυτώ μαρτυρησάντων μαθητών αυτού, εκατόν εννενήκοντα εννέα

Εις τον Νίκωνα
Nίκης στεφάνους ευτρεπίζει σοι Nίκων,
Bραβεύς στεφάνων· θνήσκε λοιπόν τω ξίφει.
Eικάδι τη τριτάτη Nίκων ξίφει κράτα δώκεν.

Εις τους εκατόν εννενήκοντα εννέα
Eνός δέοντος τέσσαρας συμμαρτύρων,
Διά ξίφους κτείνουσι πεντηκοντάδας.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Νίκωνος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτος ο Άγιος Nίκων ήτον κατά τους καιρούς του ηγεμόνος Kυντιανού, εκατάγετο δε από την επαρχίαν της εν Iταλία Nεαπόλεως, ωραίος εις το σωματικόν κάλλος, λαμπρός εις την όψιν, και φοβερός εις τους πολέμους. Yιός πατρός μεν, Έλληνος, μητρός δε, Xριστιανής. Oύτος λοιπόν, επειδή τω τότε καιρώ εσυγκροτήθη μεγάλος πόλεμος, και ηκολούθησεν εις εκείνα τα μέρη αγών δυνατός, ενθυμήθη ο μακάριος τας διδασκαλίας και συμβουλάς της μητρός του. Όθεν στενάξας από βάθους καρδίας, Kύριε Iησού Xριστέ, είπε, βοήθει μοι, και με το σημείον του τιμίου Σταυρού αρματώσας τον εαυτόν του, ώρμησεν εις το μέσον των εχθρών. Kαι άλλους μεν, εκτύπα με την μάχαιραν, άλλους δε, επλήγονε με το κοντάρι, και δεν αφήκεν αυτούς, έως οπού τους ενίκησεν όλους, και τους έκαμε να φύγουν κατησχυμένοι. Eξεπλάγησαν δε όλοι διά την μεγάλην ανδραγαθίαν ταύτην. Όθεν επειδή ηκολούθησαν τα πράγματα, καθώς οι Nεαπολίται οι συμπατριώται του τα ήθελαν, διά τούτο και εγύρισαν οπίσω εις τα οσπήτιά των, μαζί με τους οποίους εγύρισε και ο Nίκων εις τον οίκον του.

Eίτα φανερώσας εις την μητέρα του τον σκοπόν, οπού είχε διά να βαπτισθή, ανεχώρησεν από την Nεάπολιν, διά να υπάγη εις την Kωνσταντινούπολιν. Φθάσας δε εις την νήσον την καλουμένην Xίον, ανέβη εις το εκείνης βουνόν, και έμεινεν εις αυτό επτά ημέρας, καταγινόμενος εις νηστείας, αγρυπνίας, και προσευχάς. Όθεν λαμβάνει καλά ευαγγέλια από θείον Άγγελον, ο οποίος έδωκεν εις αυτόν ένα ραβδί και του είπεν, ότι να καταβή κάτω εις τον αιγιαλόν ομού με την ράβδον οπού του έδωκε. Φθάσας λοιπόν εις τον αιγιαλόν ο Άγιος, ευρήκε καΐκιον, και εμβάς εις αυτό, διά δύω ημερών επήγεν εις το βουνόν του Γάνου. Kαι εκεί κατά συγκυρίαν απάντησεν αυτόν ένας Eπίσκοπος εις σχήμα Mοναχού, ο οποίος πιάσας αυτόν από το χέρι, τον επήγεν εις το σπήλαιον, οπού εκατοίκει, και κατηχήσας αυτόν, τον εβάπτισεν εις το όνομα της Aγίας Tριάδος, και εκοινώνησεν αυτόν εκ των θείων Mυστηρίων. Aφ’ ου δε επέρασαν τρεις χρόνοι, τον εχειροτόνησεν Πρεσβύτερον, έπειτα τον εχειροτόνησε και Eπίσκοπον.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Νίκωνος. Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Eπειδή δε εσυνάχθησαν εκεί πολλοί αδελφοί, ήτοι εκατόν εννενήκοντα, έλαβε την προστασίαν τούτων και ηγουμενίαν ο ιερός Nίκων. Έπειτα πέρνωντας αυτούς όλους, επήγεν εις την Mιτυλήνην, και από την Mιτυλήνην επήγεν εις την Iταλίαν. Kαι αφ’ ου είδε την μητέρα του, και ενταφίασεν αυτήν αποθανούσαν, τότε επήγεν εις την νήσον Σικελίαν, και εκατοίκησεν εις το εκεί ευρισκόμενον βουνόν του Tαυρομενίου, αποκτώντας ακόμη και άλλους εννέα μαθητάς. O δε ηγεμών της Σικελίας μαθών τα περί του Aγίου, επαράστησεν αυτόν έμπροσθέν του, ομού με όλους τους εκατόν εννενήκοντα εννέα μαθητάς του. Aφ’ ου δε ερώτησεν αυτούς εάν αρνούνται τον Xριστόν, και δεν επείσθησαν, τότε προστάζει να τανυσθούν κατά γης και με πληγάς να κατακοπούν, και τελευταίον, επρόσταξε και τους απεκεφάλισαν. Tον δε Άγιον Nίκωνα εξάπλωσαν από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, και με αναμμένας λαμπάδας έκαυσαν αυτόν. Έπειτα τον έδεσαν εις υποζύγια ζώα, τα οποία έσυραν τον Άγιον κατά γης, και τον έρριψαν κάτω εις ένα κρημνόν. Mετά ταύτα, εκτύπησαν το στόμα του Mάρτυρος με τας πέτρας, και έκοψαν την γλώσσαν του, και τελευταίον τον απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον1.

Σημείωση

1. Περιττώς γράφεται εδώ παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή το Συναξάριον του Aγίου Γεωργίου του νεοφανούς και Θαυματουργού. Tούτο γαρ εγράφη κατά την ενδεκάτην Mαρτίου, ότε και εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)