Αρχική Blog Σελίδα 160

Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο: Ἰωάννης Παχουλίδης, ὁ ἐρημίτης (+ 12 Ἀπριλίου 1968)

Σ’ αὐτούς τούς πολύ χαλεπούς καιρούς, πού παντοῦ βασιλεύει ὁ εὐδαιμονισμός, ὁ ὑλισμός καί ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἀνθρώπων ἀπό τίς χριστιανικές, ἠθικές καί ἐθνικές ἀρχές, γιά νά μᾶς ξυπνήσουν ἀπό τόν λήθαργο χρειάζονται ἀναχώματα πνευματικά, φάροι σωστικοί, γιά ὅσους  ταξιδεύομε στό ἄγριο πέλαγος τῆς προσωρινῆς τούτης ζωῆς, ὥστε νά μᾶς στηρίζουν γιά νά μήν κατα- ποντιστοῦμε στά ἀπύθμενα βάθη τῆς ἁμαρτίας.

Μία τέτοια παρηγορητική μορφή στά μέσα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ὑπῆρξε γιά τήν περιοχή Πιτσιλιᾶς, ἰδίως γιά τό χωριό Πλατανιστάσα καί τά γειτονικά του χωριά, ὁ ἀείμνηστος θεῖος μου Ἰωάννης Εὐσταθίου Παχουλίδης, ὁ γνωστός ὡς «Πασιουλῆς» ἤ «Κουτσογιαννῆς», πού γιά δεκαοκτώ συναπτά χρόνια ἔζησε μία ἀσκητική ἐρημική ζωή μακριά ἀπό τόν κόσμο, ὑπηρετώντας μέ ἔνθεο ζῆλο «τήν πάλαι ποτέ διαλάμψασαν» Ἱερά Μονή Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι τῆς Κύπρου, σάν φύλακας ἄγγελός της καί ξεναγός τῶν λίγων, ἀλλά ἐκλεκτῶν ἐπισκεπτῶν της.

Ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε στό χωριό Πλατανιστάσα στίς ἀρχές τῆς τελευταίας δεκαετίας τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἦταν τό δεύτερο ἀπό τά ἕξι παιδιά τοῦ Εὐσταθίου Χατζηδημήτρη Πασιουλῆ καί τῆς Παρασκευῆς, τό γένος Πρωτοπαπᾶ Ἰωάννη. (Τά ἄλλα ἀδέλφια του ἦταν: Ἑλένη, Εἰρήνη, Μαρία, Παναγιωτοῦ, Γεώργιος). Ὁ παπποῦς του, ἀπό τήν μητέρα, πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης, ἦταν συνεφημέριος στήν  Ἐκκλησία Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ Πλατανιστάσας μαζί μέ τούς ἀδελφούς του ἱερεῖς, παπα–Γεώργιο καί παπα–Μιχαήλ καί τόν πατέρα τους, παπα–Χριστόδουλο. Ὁ Πρωτοπαπᾶς Ἰωάννης ἀγαποῦσε πολύ τόν πρῶτο του ἐγγονό Ἰωάννη καί ἀπό μικρό τόν εἶχε πάντα μαζί του στήν Ἐκκλησία καί τόν ἔμαθε πρῶτα νά τόν βοηθᾶ μέσα στό Ἅγιο Βῆμα καί ἀκολούθως στό ψαλτήρι κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες. Ἔτσι ἔμαθε τήν τυπική διάταξη ὅλων τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἐπίσης τόν ἔμαθε νά διαβάζη τήν Ἁγία Γραφή καί τοῦ ἐξηγοῦσε μέ ἁπλῆ γλῶσσα διάφορα γεγονότα, πού ἀναφέρονται μέσα στά ἀναγνώσματα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν.  Τόν ὤθησε στήν μελέτη καί μέχρι τοῦ θανάτου του συνέχιζε νά μελετᾶ ἐκκλησιαστικά βιβλία. Ἤθελε πολύ νά γίνη καί αὐτός ἱερέας. Ὅμως οἱ συνθῆκες τῆς οἰκογένειας, ἀλλά καί λόγοι ὑγείας, δέν τοῦ τό ἐπέτρεψαν.

Ὁ πατέρας του πέθανε ὅταν ὁ Ἰωάννης ἦταν δεκαοκτώ χρόνων καί ἀνέλαβε τό βάρος τῆς συντήρησης τῆς οἰκογένειας ὁ ἴδιος. Ἀπό μία πάθηση τῆς σπονδυλικῆς στήλης, πιθανόν κήφωση, ἄρχισε νά καμπουριάζη καί τό κακό προχωροῦσε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Σταμάτησε τίς γεωργικές ἐργασίες καί τήν μεταφορά τῶν διαφόρων προϊόντων (ἀμυγδάλων, φουντουκιῶν, κρασιοῦ κ.λπ.), μέ γαϊδούρια στήν Λευκωσία καί στήν Λεμεσό. Ὅμως ἡ ἐσωτερική δύναμη τῆς ψυχῆς του γιά ζωή, τόν βοήθησε νά μάθη διάφορες ἄλλες ἐργασίες, πού μποροῦσε νά κάνη μέ τήν ἀναπηρία του καί νά τόν καταστήση χρήσιμο ἄνθρωπο στήν οἰκογένεια καί στήν κοινωνία. Ἔμαθε νά πλέκη καλάθια, κοφίνια, πανέρια, ταλάρια (γιά  γαλακτοκόμους), κυψέλες, κάλτσες μέ καλτσομηχανή,  πού ἀγόρασε ὁ ἴδιος μέ χρήματα πού ἔπαιρνε ἀπό τά πιό πάνω, ξύλινα ἄροτρα, ξύλινα κουτάλια καί ἄλλα χειροποίητα πράγματα. Ἀκόμα καί ὡς πωλητής στό Συνεργατικό Παντοπωλεῖο τοῦ χωριοῦ, πού ἵδρυσε ὁ ἀδελφός του Γεώργιος, ἐργάστηκε ἀμισθί, γιά τό καλό τοῦ χωριοῦ του μαζί μέ τήν ἀδελφή του Παναγιωτοῦ γιά ἕνα διάστημα.

Ὅταν ὁ μικρότερος ἀδελφός του (καί πατέρας μου) Γεώργιος Παχουλίδης ἀγόρασε, ἔπειτα ἀπό δημόσιο πλειστηριασμό, στίς ἀρχές τίς 5ης δεκαετίας τοῦ περασμένου αἰῶνα, μέρος τῶν κτημάτων τῆς  Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι δίπλα ἀπό τήν Μονή αὐτή, τόν παρακάλεσε νά τόν πάρη ἐκεῖ, νά μένη σέ ἕνα σπίτι τῆς Μονῆς. Αὐτό τό ἔκτισαν οἱ πρῶτοι ἐνοικιαστές καί καλλιεργητές τῆς χέρσας κτημοσύνης τῆς Μονῆς, στό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα. Τό σπίτι βρισκόταν στήν αὐλή της (ἰσόγειο καί ἀνώγειο, δύο δωμάτια ὅλα κι ὅλα. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ἔγινε φύλακας τῆς Μονῆς αὐτῆς καί ξεναγός τῆς   Ἐκκλησίας της, πού εἶναι κατάγραφη ἀπό περίφημες τοιχογραφίες τοῦ 15ου αἰῶνα καί συνάμα νά εἶναι καί φύλακας τῶν κτημάτων, πού ἀγόρασε ὁ πατέρας καί νά τά περιποιῆται, ὅσο θά μποροῦσε. Κύριος σκοπός του ἦταν νά ζῆ ἐκεῖ στήν ἐρημιά, μιά κατά Χριστόν ζωή, σάν νά ἦταν πραγματικός καλόγερος. Νά καθαρίζη τήν Ἐκκλησία, νά ἀνάβη τά κανδήλια καί νά διαβάζη ὅλες τίς Ἀκολουθίες τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Αὐτό ἔγινε, καί ἀπό τό Φθινόπωρο τοῦ 1946 ὁ μακαριστός θεῖος Γιαννῆς ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στήν Μονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι.

Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι

Ἐκεῖνα τά χρόνια, λίγο μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μεγάλη φτώχεια μάστιζε τήν Κύπρο. Ἐργασίες νά δουλέψη ὁ κόσμος δέν ὑπῆρχαν. Ὅσοι βρίσκονταν στήν ὕπαιθρο προσπαθοῦσαν νά ἐπιβιώσουν, κυρίως στήν φτωχή καί ἄγονη γῆ τῆς Πιτσιλιᾶς, μέ ὅποιο τρόπο μποροῦσαν. Δρόμοι ἀγροτικοί δέν ὑπῆρχαν. Τά κτήματά τους ἦταν τά περισσότερα μακριά ἀπό τά σπίτια τους. Ἔτσι σέ κάθε περιοχή πού εἶχαν κτήματα καί ἔπρεπε νά μένουν γιά μέρες ἤ γιά καλλιέργεια ἤ γιά μάζεμα τῶν καρπῶν ἤ γιά βόσκηση τῶν αἰγοπροβάτων τους ἤ νά ἔβαζαν παγίδες γιά νά παγιδέψουν λαγούς καί περδίκια γιά διατροφή τους ἤ τρωκτικά (μεγάλους ἀρουραίους, πού γιά τήν καταπολέμησή τους ἐπιχορηγοῦσε τό τότε κράτος μία δεκάρα κάθε οὐρά τρωκτικοῦ πού παρουσίαζαν), ἔφτειαχναν πρόχειρα καταλύματα (καλύβες) καί διέμεναν στήν ὕπαιθρο, ὅσο χρόνο χρειαζόταν γιά τίς πιό πάνω ἐργασίες τους. Στήν περιοχή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι, πού ἦταν σχεδόν δύο ὧρες πεζοπορία ἀπό τό χωριό Πλατανιστάσα, γιά νά μεταβῆ κανείς ἐκεῖ, ὑπῆρχαν πάρα πολλοί    ξωμάχοι γιά τίς πιό πάνω ἐργασίες μέ τίς καλύβες τους, ὅπου βόλευε τόν καθένα.

Ὁ γερω–Ἐρημίτης ἤ Κουτσογιαννῆς, ὅπως τόν ἔλεγαν πολλοί, κατά τήν περίοδο τῆς διαμονῆς του  στήν Ἱερά Μονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι, συνήθιζε πρίν ἀρχίση τήν ἐργασία τῆς κάθε ἡμέρας, νά πηγαίνη στήν Ἐκκλησία, νά ἀνάβη τά κανδήλια, νά κάνη τίς μετάνοιές του, νά προσκυνᾶ τίς ἱερές εἰκόνες καί νά διαβάζη ἀπό τά ἐκεῖ λειτουργικά βιβλία τήν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ καί τοῦ Ὄρθρου. Ἀκολούθως προγευμάτιζε, ἔκανε τίς ἐργασίες τῆς ἡμέρας καί πήγαινε τά δύο–τρία γίδια πού εἶχε γιά βοσκή. Μαζί του ἔπαιρνε καί τήν Ἁγία Γραφή ἤ κάποιο ἄλλο θρησκευτικό βιβλίο καί ἐνῶ ἔβοσκαν τά γίδια του, αὐτός κάτω ἀπό τόν ἴσκιο κάποιου δένδρου παραδινόταν στό διάβασμα. Τό ἀπόγευμα, ὅταν ἔδυε ὁ ἥλιος, πήγαινε πάλι στήν Ἐκκλησία, ἄναβε τήν καν- δήλα μπροστά ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό, προσκυνοῦσε καί διάβαζε τήν Ἀκολουθία τῆς Ἐνάτης, τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ἀποδείπνου καί ἀκολούθως μετέβαινε στό μικρό σπιτάκι πού διέμενε γιά φαγητό καί ὕπνο.

Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι

Τίς Κυριακές δέν ἔκανε καμμία ἐργασία. Ἐνδυόταν τά καθαρά (φτωχικά) του ἐνδύματα, ξυριζόταν, ἔδενε τά ζωντανά του νά βοσκήσουν ἐκεῖ στήν αὐλή τῆς Μονῆς καί εἰσερχόταν στήν Ἐκκλησία. Ἔκανε τήν Ἀκολουθία καί ἄνοιγε ὅλες τίς θύρες τῆς Ἐκκλησίας γιά νά ἀεριστῆ, καί τήν καθάριζε ἀπό τήν μία μέχρι τήν ἄλλη της γωνιά μέ τήν μικρή του μαλακή σκούπα, πού ἔφτειαχνε μόνος του ἀπό ὑλικά πού εὕρισκε στήν γύρω φύση καί μέ ἕνα μαλακό ὕφασμα ξεσκόνιζε τά στασίδια της. Ἀκολούθως ἐξερχόταν τῆς Ἐκκλησίας, ἔτρωγε πρῶτα ἕνα μικρό ἀντίδωρο (ἀπό αὐτά πού τόν ἐφοδίαζαν ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα μου πού ἔρχονταν ἐκεῖ, μία–δύο φορές τήν ἑβδο- μάδα, γιά νά μεταλαμβάνη ἔστω καί ἀντίδωρο (ἀφοῦ ἄθελά του στερεῖτο τῆς θείας Λειτουργίας).

Θεία Λειτουργία τότε, στήν πιό πάνω Μονή, λόγῳ τῆς μή ὑπάρξεως ἁμαξωτοῦ δρόμου, γινόταν τέσσερις φορές τόν χρόνο. Τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τό Σάββατο τῆς Διακαινησίμου, τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα καί τῆς Προόδου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Στήν συνέχεια ἔπαιρνε τό λιτό πρόγευμά του πού τό εἶχε μαζί του καί καθόταν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία στό βόρειο μέρος της, στό μέσον δύο αἰωνόβιων ἐλιῶν πού ὑπῆρχαν, ἀπό τήν μία καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά καθίσματα ἀπό μεγάλες πέτρες καί πού τό μέρος αὐτό ὁ κόσμος τό ὀνόμαζε  «καφενεῖο». Ἐκεῖ εἶχε καί τό μεσημεριανό του καί νερό γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Καθόταν ἐκεῖ, διάβαζε ἀπό τά ἱερά βιβλία καί ξεναγοῦσε, ὅσους τυχόν θά ἔρχωνταν νά προσκυνήσουν τόν Τίμιο Σταυρό.

Κατά τούς καλοκαιρινούς κυρίως μῆνες, ἀλλά  καί σέ ἄλλες ἐποχές τοῦ χρόνου, πολλοί ξωμάχοι  πού εἶχαν τίς καλύβες ἤ τά διάφορα ἄλλα ὑποστατικά τους γύρω ἀπό τήν περιοχή τῆς Μονῆς, ἔρχονταν νά προμηθευτοῦν τό νερό τους ἀπό τήν πλησίον τῆς Μονῆς πηγή καί μαζεύονταν ὅλοι στήν θέση δίπλα ἀπό τήν Ἐκκλησία πού λεγόταν «καφενεῖο». Ἐκεῖ μαζεύονταν καί ἄλλοι πού, γιά νά ἐπιβιώσουν τίς φτωχές οἰκογένειές τους, ἔστηναν παγίδες σέ λαγούς καί περδίκια, πού τότε ὑπῆρχαν ἄφθονα στήν περιοχή αὐτή. Ἐκεῖ, λοιπόν, στό «καφενεῖο» καί στό μικρό σπιτάκι τοῦ γερω–Γιαννῆ, τούς ἄλλους μῆνες κάθονταν αὐτοί οἱ ξωμάχοι μέχρι ἀργά, κουβέντια- ζαν μεταξύ τους καί ἄκουγαν ἀπό τόν θεῖο Γιαννῆ ἱστορίες ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἤ ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καί ἀκολούθως πήγαινε ὁ  καθένας στήν καλύβα του. Ἦταν ἡ σύναξη αὐτή,  κάτι ἄς ποῦμε, σάν τούς σημερινούς «κύκλους Ἁγίας Γραφῆς». Ἐγώ τούς καλοκαιρινούς μῆνες, στά μαθητικά μου χρόνια, ἔμενα πάντα μαζί μέ τόν θεῖο Γιαννῆ καί μέ μεγάλη χαρά ἄκουγα τίς ἱστορίες του σ᾿ αὐτές τίς συγκεντρώσεις.

Γιά ἕνα διάστημα, περίπου δύο χρόνια (1950– 1952), ἡ Μητρόπολη Κερηνείας χάλασε τό δίπατο σπιτάκι νότια τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, γιατί τό κράτος τῆς ἔβαζε ἐτήσιο φόρο γιά τό σπιτάκι αὐτό, ἑκατό λίρες. Μέχρις ὅτου ὁ πατέρας μου νά κτίση ἄλλο σπιτάκι λίγα μέτρα πιό κάτω, στά κτήματα πού ἀγόρασε ἀπό τήν Μονή αὐτή, ὁ θεῖος Γιαννῆς ἔμενε στήν στοά τῆς Ἐκκλησίας, πίσω ἀκριβῶς ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα. Ὅταν στίς διακοπές ἀπό τό σχολεῖο ἔμενα μαζί του, πολλές φορές μέ σκουντοῦσε νά ξυπνήσω νά δῶ τό φῶς πού γέμιζε, ὅπως μοῦ ἔλεγε, τήν Ἐκκλησία καί νά ἀκούσω τίς ψαλμωδίες πού ὁ ἴδιος ἄκουγε. Ἐγώ ἤμουν τότε 8–10 χρόνων, φοβόμουν καί κρυβόμουν κάτω ἀπό τά σκεπάσματα καί οὔτε ἔβλεπα οὔτε ἄκουγα τίποτα.

Μερικές φορές κατά τά χρόνια αὐτά, ἔρχονταν τυμβωρύχοι ἐκεῖ γιά νά βροῦν ὑποτιθέμενους θησαυρούς. Ἔφερναν καί κάποιον πού ἔλεγαν ὅτι ὑπνωτιζόταν καί θά τούς ἔλεγε ποῦ θά εὕρισκαν τόν θησαυρό τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θεῖος Γιαννῆς προσευχόταν νά μήν βροῦν τίποτα καί τότε ὁ ὑπνωτιστής παραδεχόταν ὅτι κάποιος προσευχόταν καί δέν μποροῦσε αὐτός νά κάνη τίποτα.

Τό 1968 ὅταν ὁ θεῖος Γιαννῆς ἦταν ἄρρωστος καί κατάκοιτος στό χωριό μου Πλατανιστάσα, ἐγώ πῆγα ἀπό τήν Μητρόπολη Κερηνείας νά τόν δῶ λίγο πρίν πεθάνη, στό σπίτι τῆς ἀδελφῆς του, θείας   Εἰρήνης, καί τοῦ ἀνήγγειλα ὅτι ἔδωσα ὑπόσχεση γάμου στό χωριό Ἅγιος Ἐπίκτητος στήν Κερήνεια. Αὐτός τότε μέ κοίταξε λυπημένα καί μοῦ εἶπε: «Ἄκουσε, παιδί μου, γρήγορα θά φύγης ἀπό ἐκεῖ». Τοῦ εἶπα: «Γιατί θά φύγω; Εἶναι πολύ καλό τό μέρος καί οἱ συγγενεῖς τῆς γυναίκας πού θά πάρω, εἶναι καλοί ἄνθρωποι». Αὐτός πάλι μοῦ εἶπε: «Θά φύγετε, ἐν᾿ ν᾿ ἄρτουν οἱ Καράμανοι (Τοῦρκοι) νά σᾶς διώξουν». Αὐτό ἦταν προφητεία, ἡ ὁποία ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς, διότι πράγματι, μᾶς ἔδιωξε τήν 20ή Ἰουλίου  1974 ἡ βάρβαρη εἰσβολή τοῦ τουρκικοῦ Ἀττίλα.

Πρός ἐπιβεβαίωση τῶν ταπεινῶν μου γραφῶν θά παραθέσω πιό κάτω, αὐτούσιο, ἕνα μέρος ἀπό τό δημοσίευμα τοῦ κρατικοῦ περιοδικοῦ «Κυπριακή  Ἐπιθεώρηση», Νοέμβριος 1953, πού ἔγραψαν οἱ συντάκτες του γιά τόν θεῖο Γιαννῆ, ὅταν τότε τόν ἐπισκέφτηκαν στήν Μονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι, ὑπό τόν τίτλο: «Ὁ γερω–ἐρημίτης».

«Ἦταν περί τά τέλη τοῦ Νιόμβρη, ὅταν ἀποφασίσαμε νά ἐπισκεφθοῦμε τό περίφημο αὐτό Μοναστήρι (Σταυρό τοῦ Ἁγιασμάτι), ἐν μέρει γιά νά φωτογραφήσωμε τίς εἰκόνες, ἀλλά κυρίως γιά νά συναντήσωμε τόν γερω–ἐρημίτη πού κατοικεῖ σ᾿ αὐτό καί ἔγινε κάτι σάν θρῦλος γιά τήν γύρω περιοχή. Στά τελευταῖα δέκα χρόνια ζεῖ ὁλομόναχος ἐδῶ,  χωρίς νά βλέπη κανέναν ἄλλον, ἐκτός ἀπό τούς λίγους περίεργους μελετητές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἤ τῶν Βυζαντινῶν εἰκόνων, πού εἶχαν τό θάρρος νά ἀνεβοῦν μέ χίλιες δυό δυσκολίες στό βουνό, ἀναζητώντας πληροφορίες.

»Οἱ ἐπισκέπτες του ἀποτελοῦν ἕναν ἐκλεκτό κατάλογο ὀνομάτων, γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι τόσο φημισμένη, ὥστε δέν εἶναι δυνατόν νά παραμεληθῆ ἀπό τούς σοβαρούς μελετητές ἤ ἀκόμα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νοιώθουν εὐχαρίστηση ἀναζητώντας νέες εἰκόνες. Ὁ ἴδιος ὁ ἐρημίτης πού διπλώθηκε στά δύο ἀπό τούς ρευματισμούς, κατάγεται ἀπό τό γειτονικό χωριό τῆς Πλατανιστάσας. Ἐνῶ δέχεται τούς ἐπισκέπτες μέ τήν μεγαλύτερη εὐγένεια καί καλωσύνη, ἀρνεῖται νά δεχθῆ χρήματα μέ τό χαμόγελο ἑνός φιλοσόφου πού δέν τόν ἐνδιαφέρει πιά ἡ ὑλική πλευρά  τῆς ζωῆς. Ζεῖ ἀπό τά προϊόντα τῶν ὀλίγων του μελισσῶν, τά φροῦτα τοῦ μικροῦ κήπου καί τήν τροφή πού τοῦ στέλνουν οἱ συγγενεῖς ἀπό τό χωριό καί πού τήν φέρνει στό βουνό ἕνα μικρό παιδί. Γιά συντροφιά ἔχει τρεῖς γάτους, στούς ὁποίους ποτέ δέν   νοιάστηκε νά δώση ὄνομα, ἀλλά πού θεωρεῖ σάν    παιδιά του. Τά ζῶα αὐτά μοιράζονται μαζί του τό ἐρημητήριο, μαζί καί τήν τροφή του.

»Ἐδῶ, λοιπόν, βρίσκεται ἕνας ἀπό τούς σπανιώτερους θησαυρούς τῆς Κύπρου καί ἐδῶ ἐπίσης βρίσκεται ἕνας ἄνθρωπος, πού θά περάση μία ἀπό τίς πιό μοναξιασμένες (μοναχικές) μέρες τῶν Χριστουγέν-νων (1954). Ἐν τούτοις φαίνεται ἀπόλυτα εὐτυχισμένος μέ τούς γάτους του καί τίς εὔγλωττες, ἄν καί σιωπηλές εἰκόνες τῶν τοίχων τῆς Ἐκκλησίας του».

Κατά τήν διάρκεια τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνα τῆς Ε.Ο.Κ.Α., 1955–1959, ὁ γερω–Ἐρημίτης μυήθηκε στόν ἀγῶνα ἀπό τόν ἴδιο τόν Γρηγόρη Αὐξεντίου, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Γεώργιο Παχουλίδη. Ὅταν τούς μύησε στόν ἀγῶνα ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου, τούς δήλωσε ρητά ὅτι κανείς ἄλλος δέν θά γνώριζε τοῦτο τό γεγονός. Πράγματι ἔτσι καί ἔγινε καί ἡ Μονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι ἔγινε τό σίγουρο καί ἀσφαλές καταφύγιο ἀνταρτικῶν ὁμά-δων σέ δύσκολους καιρούς. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή, ἡ μόνη στοοπερίβλητη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἦταν θεο-σκότεινη, λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ τῆς ἐπικλινοῦς στέγης της καί ὅταν ἄνοιγε κανείς τήν θύρα δέν ἔβλεπε τίποτα μέσα. Μέσα στήν στοά ὑπῆρχαν χωρίσματα, ἰσόγεια καί ἀνώγεια, πού ἔμεναν οἱ διάφοροι κατά καιρούς ἐνοικιαστές τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς. Ἐπίσης μεταξύ τῆς στέγης τοῦ κυρίως ναοῦ καί τῆς  στοᾶς τοῦ ναοῦ ὑπῆρχε μικρό κούφωμα πού κανείς δέν τό γνώριζε, γιατί ἔκλεινε ἑρμητικά μέ ξύλινη εἴσοδο. Ἐκεῖ ἔμεναν οἱ ἀντάρτες τήν ἡμέρα, καί τήν νύκτα πήγαιναν καί τρέφονταν στό μικρό σπίτι τοῦ θείου Γιαννῆ ἀπό φαγητό πού ἑτοίμαζε ὁ ἴδιος. Σέ τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις κατ᾿ οἶκον περιορισμοῦ καί ἐρευνῶν, ὁ πατέρας πού γνώριζε ἄριστα τήν  ἀγγλική γλῶσσα, προσπαθοῦσε καί ἐρχόταν σέ ἐπαφή μέ τό στρατιωτικό καί ἀστυνομικό ἀπόσπασμα πού βρισκόταν στήν οἰκία «Κιρίτση», στήν Ἅλωνα, λέγοντας ὅτι ὁ ἀνάπηρος ἀδελφός του Γιαννῆς πού διέμενε μόνος γιά χρόνια φύλακας στήν Μονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι, χωρίς φάρμακα καί  τρόφιμα θά πέθαινε, καί ἔβγαζε ἄδεια νά τοῦ μεταφέρη τρόφιμα ἐκεῖ, γιά ἀσφάλειά του μέ ἀστυνομικούς. Ἀπό αὐτά τά τρόφιμα φιλοξενοῦσε τούς ἥρωες τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνα.

Ἕνα γεγονός πού μοῦ ἔκανε ἐντύπωση κατά  τήν ζωή τοῦ θείου Γιαννῆ στήν Μονή τοῦ Ἁγιασμάτι καί τό ἔζησα καί ἐγώ γιά δέκα σχεδόν χρόνια, ἦταν καί τό ἀκόλουθο: Μία ἀγριόγατα μαύρη γέννησε σέ μιά κουφάλα ἐλιᾶς τά γατάκια της. Ὁ θεῖος Γιαννῆς τά βρῆκε καί τά πῆρε στό σπιτάκι του. Ἡ  μητέρα γάτα τόν ἀκολούθησε. Γιά νά μήν φύγουν τά γατάκια ἀπό τό σπίτι, ὅταν αὐτός θά ἔλειπε ἤ θά κοιμόταν, κάρφωσε ἕνα δικτυωτό τέλι (σύρμα)  στό μικρό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του. Τά γατάκια ἔμειναν ἐκεῖ καί ἡ μητέρα γάτα τήν νύκτα ἔφευγε γιά κυνήγι ἀπό μία τρύπα πού ἦταν ψηλά στόν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ, πατώντας πάνω σέ διάφορα πράγματα πού ἦταν στοιβαγμένα μέσα στό σπιτάκι.

Ἐπέστρεφε ἡ μάννα γάτα μετά–δυό τρεῖς ὧρες μέ τό κυνήγι της (πέρδικα, φάσα ἤ μικρό λαγουδάκι καί ποτέ ποντικό ἤ ἄλλο τι τρωκτικό ἤ φίδι), καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἀνεβῆ ἀπό τήν τρύπα πού βγῆκε μέσα στό σπίτι νιαούριζε καί ὁ θεῖος ἔπαιρνε τό κυνήγι καί ἡ γάτα πήγαινε καί ἐρχόταν δυό ἤ τρεῖς φορές κάθε νύκτα. Ὁ θεῖος Γιαννῆς τό κυνήγι τό μοιραζόταν μέ τά γατάκια. Αὐτά ὅλη μέρα, ὅπου πήγαινε, τόν ἀκολουθοῦσαν. Ὅταν μεγάλωναν τά γατάκια ἔφευγαν, ἡ μάννα γάτα γεννοῦσε ἄλλα, καί τώρα τά γατάκια της τά κουβαλοῦσε αὐτή στό μικρό σπιτάκι καί συνέβαινε πάλι τό ἴδιο καί τό ἴδιο.

Τό 1962 ὁ θεῖος Γιαννῆς μεταφέρθηκε στό χωριό Πλατανιστάσα ἄρρωστος καί κατάκοιτος, ἔπειτα ἀπό ἕνα ἐγκεφαλικό πού ὑπέστη, ἐνῶ πότιζε τά περιβόλια ἐκεῖ στήν Μονή τοῦ Ἁγιασμάτι. Τόν βρῆκε μία γυναῖκα, ἡ Κυριακή Δημήτρη Τσιόλη, πού ἔμενε σέ ἕνα μικρό ὑποστατικό λίγο πιό πέρα ἀπό τήν Μονή μαζί μέ τά παιδιά της στό κτῆμα της. Αὐτή κάθε  πρωΐ ἐρχόταν νά πάρη νερό ἀπό τήν πηγή καί ἔλεγε “Καλημέρα” στόν γερω–Ἐρημίτη. Μία ἡμέρα δέν τόν εἶδε ἐκεῖ. Ἀκολούθησε τό αὐλάκι τοῦ νεροῦ, πού ἐκείνη τήν μέρα πότιζε ὁ θεῖος καί τόν βρῆκε πεσμένο. Τόν σήκωσε, εἶδε ὅτι ἦταν ζωντανός. Τόν ἔβαλε σέ ἀσφαλές μέρος. Πῆγε στό σπιτάκι του, πῆρε ροῦχα στεγνά καί τόν ἄλλαξε καί κουβέρτες καί τόν τύλιξε. Τοῦ εἶπε νά μείνη ἐκεῖ καί θά τόν προσέχουν τά παιδιά της καί αὐτή καβάλησε τό γαϊδούρι της καί ἔτρεξε στό χωριό καί εἰδοποίησε τόν πατέρα καί ἦλθαν μέ ἄλλους συγγενεῖς καί τόν μετέφεραν στό χωριό μας Πλατανιστάσα. Ἔμενε γιά ἕνα διάστημα   στό σπίτι τῶν γονέων μου καί στό σπίτι τῆς ἀδελφῆς του, θείας Εἰρήνης καί τόν φρόντιζαν ὅλοι οἱ συγγενεῖς. Κατά τό μεγάλο διάστημα πού ἦταν κατάκοιτος δέν βαρυγκώμησε ποτέ. Ἔλεγε στούς ἐπισκέπτες του πού πήγαιναν νά τόν δοῦν: «Καλῶς νά ὁρίση ὁ θάνατος». Ὁ παπποῦς ἐκοιμήθη στίς 12/4/1968 καί ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ.

Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

Πηγή: https://enromiosini.gr/biografies/24askites2/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 9 Ἀπριλίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευψυχίου του εν Καισαρεία (9 Απριλίου)

Μαρτύριο Αγίου Ευψυχίου του εν Καισαρεία. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eυψυχίου του εν Kαισαρεία

Eκεί μετήλθεν Eυψύχιον το ξίφος,
Oύ Xριστός ήλθε Kαισαρείας εις μέρη.
Φάσγανον αμφ’ ενάτην Eυψυχίου έκταμε λαιμόν.

Μαρτύριο Αγίου Ευψυχίου του εν Καισαρεία. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτος ήτον από την χώραν των Kαππαδοκών1 κατά τους χρόνους του παραβάτου Iουλιανού εν έτει τξβ΄ [362]. Ζών δε ζωήν ακατηγόρητον, επήρε γυναίκα νόμιμον. Eπειδή δε άναψεν από θεϊκόν ζήλον, επήρε πολλούς Xριστιανούς, και πηγαίνωντας με αυτούς, εκρήμνισεν από τα θεμέλια τον ελληνικόν ναόν, όστις επωνομάζετο της Tύχης, εις τον οποίον είχε προσπάθειαν και αγάπην ο επάρατος Iουλιανός, προσφέρων εις αυτόν καθ’ εκάστην ημέραν θυσίας. Aφ’ ου δε εφανερώθη τούτο, οπού έκαμεν ο Άγιος, επρόσταξεν ο παραβάτης, ότι οι μεν άλλοι Xριστιανοί, να παραδοθούν εις εξορίας και διάφορα βάσανα. O δε Άγιος Eυψύχιος να αποκεφαλισθή, επειδή έγινεν αίτιος του τοιούτου πράγματος. Όθεν αποκεφαλισθείς, έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

Σημείωση

1. Ίσως είναι σφάλμα αντιγραφικόν, και αντί να γράψη Kαισαρείας της Φιλίππου, όπου επήγεν ο Kύριος κατά την περίληψιν του διστίχου ιάμβου, έγραψε Kαππαδοκών, όπου ο Kύριος ουκ απήλθεν. Άλλως γαρ εναντιολογία ακολουθεί.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος Βαδίμου του Αρχιμανδρίτου και των επτά μαθητών αυτού. Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων των εν τη αιχμαλωσία αναιρεθέντων εν Περσία (9 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Oσιομάρτυρος Bαδίμου του Aρχιμανδρίτου και των επτά μαθητών αυτού

Eπτάς μαθητών συντέτμηται Bαδίμω,
Eις Oυρανούς δ’ έφθασεν ου Θεού θρόνος.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Σαβωρίου μεν βασιλέως Περσών, Kωνσταντίνου δε του Mεγάλου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλ΄ [330], καταγόμενος από την πόλιν Bηθλαπάτην, από γένος ένδοξον και λαμπρόν. Kαταφρονήσας δε την λαμπρότητα του γένους του, και τον πολύν πλούτον οπού είχεν, έγινε Mοναχός και Aρχιμανδρίτης ενός Mοναστηρίου. Διά δε την του Xριστού ομολογίαν, επιάσθη από τους εν Περσία πυρσολάτρας, μαζί με τους επτά μαθητάς του, και εβάλθη εις την φυλακήν τέσσαρας μήνας. Eίτα ευγάλαντες τον Άγιον από την φυλακήν, έδωκαν αυτόν εις ένα δήμιον Nιρσάν ονομαζόμενον, διά να τον αποκεφαλίση, ο οποίος δήμιος, ήτον μεν πρώτον Xριστιανός, διά δε τον φόβον των βασάνων αρνήθη τον Xριστόν. Tούτον δε βλέπωντας ο Άγιος Bάδιμος, εταλάνισε και ελεεινολόγησε διά την άρνησιν. Tέσσαρες φοραίς δε εκτύπησε το σπαθί ο αρνησίχριστος δήμιος κατά του Aγίου, με τρομασμένον χέρι, και έτζι με πολύν πόνον και βάσανον έκαμε τον Άγιον να παραδώση το πνεύμα του εις τον Θεόν. Ύστερον δε και αυτός ο δήμιος, με σπαθί εθανατώθη, αφ’ ου πρότερον επαιδεύθη με πολλά κακά παρά Θεού, διατί έως τέλους έμεινεν εις την άρνησιν. Aπεκεφαλίσθησαν δε μαζί με τον Άγιον Bάδιμον και οι ρηθέντες επτά μαθηταί του, και έτζι έλαβον όλοι ομού τους στεφάνους του μαρτυρίου.


Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων των εν τη αιχμαλωσία αναιρεθέντων εν Περσία

Eις πυρσολατρών γην εναθλεί Περσίδα,
H Xριστολατρών αυχενότμητος φάλαγξ.

O των Περσών βασιλεύς Σαβώριος κατά τον πεντηκοστόν τρίτον χρόνον της βασιλείας του, ήλθε πολεμώντας τους τόπους των Pωμαίων. Όθεν εσκλάβωσε και την χώραν την ονομαζομένην Bιζάτην, και τους μεν εν αυτή ευρισκομένους στρατιώτας, και εκείνους, οπού εδύναντο να βαστάζουν άρματα και να πολεμούν, τούτους λέγω εθανάτωσε. Tον δε λαόν, οπού δεν εδύναντο να πολεμούν, ήγουν τας γυναίκας και γέροντας και παιδία, τον Eπίσκοπον Hλιόδωρον, και τους Πρεσβυτέρους Δησάν και Mαριάβ και όλους τους κληρικούς, τούτους λέγω όλους δεν εθανάτωσεν, αλλά αφήκεν αυτούς ζωντανούς. Όταν δε ο Eπίσκοπος Hλιόδωρος έμελλε να αποθάνη, εχειροτόνησεν αντί αυτού τον Πρεσβύτερον Δησάν. Eις καιρόν λοιπόν οπού ανεφέρετο εις τον Θεόν η δοξολογία, ήτις συνειθίζει να γίνεται εν τη Eκκλησία, τότε ο αρχιμάγος Aδεφάρ ανέφερεν εις τον βασιλέα Σαβώριον, ότι οι παρ’ αυτού αφεθέντες Xριστιανοί, έκαμαν Eπίσκοπόν τους τον Δησάν, και τώρα βλασφημούσιν εναντίον του βασιλέως και της θρησκείας του άνδρες Xριστιανοί τον αριθμόν τετρακόσιοι, οι οποίοι όλοι πιασθέντες, επειδή δεν επείσθησαν να προσκυνήσουν τον ήλιον και την φωτίαν, απεκεφαλίσθησαν. Πέντε δε από αυτούς μικροψυχήσαντες και φοβηθέντες, επρόσδραμον εις τον βασιλέα, και εδέχθησαν την μιαράν θρησκείαν του, απολέσαντες οι άθλιοι τας ψυχάς των διά την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν. Ένας δε από τους αποκεφαλισθέντας, Aυδιησούς ονομαζόμενος, δεν έλαβε κτύπημα σπαθίου δυνατόν και θανατηφόρον, διά τούτο και δεν απέθανεν, όθεν ζήσας, εκήρυττεν ανδρείως τον λόγον του Θεού. Aλλά ένας ασεβής, ορμήσας κατ’ επάνω του με σπαθί, εθανάτωσεν αυτόν, όστις εδέχθη μετά χαράς την σφαγήν, διατί ηξιώθη να συναριθμηθή με τους λοιπούς, οπού απεκεφαλίσθησαν πρότερον. Eλυπείτο γαρ και ανεστέναζεν ο αοίδιμος, διατί εχωρίσθη από τον χορόν των συμμαρτύρων του.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀνακοίνωση: Κοίμηση καὶ Ἐξόδιος Ἀκολουθία τοῦ πρεσβυτέρου π. Χρήστου Νικολάου, ἐφημερίου τῆς κοινότητος Ἅλωνας

Ο μακαριστός π. Χρήστος Νικολάου

Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου ἀνακοινώνει στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμά της καὶ στοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς ὅτι σήμερα Δευτέρα, 7 Ἀπριλίου 2025, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ πρεσβύτερος π. Χρῆστος Νικολάου, ἐφημέριος τῆς κοινότητος Ἅλωνας, σὲ ἡλικία 66 ἐτῶν.

Ὁ μακαριστὸς π. Χρῆστος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἅλωνα καὶ γεννήθηκε στὶς 13 Νοεμβρίου τοῦ 1958. Νυμφεύθηκε τὴν Αἰκατερίνη, τὸ γένος Κονιτοπούλου ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε δύο υἱούς. Χειροτονήθηκε διάκονος στὶς 14.6.2015 καὶ ἱερέας στὶς 28.2.2016 ἀπὸ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροθετήθηκε καὶ Πνευματικός, καὶ διετέλεσε ἐφημέριος τῆς κοινότητος Ἅλωνας.

Τὸ λείψανο τοῦ μακαριστοῦ π. Χρήστου θὰ ἐκτεθεῖ σὲ προσκύνημα τὴν ἐρχόμενη Τετάρτη, 9 Ἀπριλίου, στὶς 10:00 π.μ. στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Ἅλωνα. Ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία τοῦ μεταστάντος θὰ τελεσθεῖ στὸν αὐτὸ ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἅλωνας τὴν ἴδια ἡμέρα στὶς 12 τὸ μεσημέρι, προϊσταμένου τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Τοῦ ἀειμνήστου π. Χρήστου ἡ μνήμη εἴη αἰωνία. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 8 Ἀπριλίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Γέροντας Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης καὶ Ἀριζονίτης: Ψυχοσωτήριες ὁδηγίες γιὰ τὴν προσευχή

Ἡ προσευχὴ δίνει τὴν δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο, διὰ τῆς Χάριτος καὶ μὲ τρόπο μυστικό, νὰ ψηλαφίσει τὸν Θεό.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μνημονεύει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μὲ πόθο, ἀξιώνεται ἀγγελικῆς Χάριτος καὶ ταυτόχρονα ἁγνίζεται ψυχοσωματικά. Οἱ δαίμονες τὸ γνωρίζουν αὐτὸ καὶ βομβαρδίζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ ἕνα σωρὸ λογισμοὺς καὶ μέριμνες, μὲ σκοπὸ τὸν μετεωρισμὸ τοῦ νοῦ γιὰ νὰ μὴν γίνει ἔτσι καρδιακὴ προσευχή. Ὁ διασκορπισμένος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ δεχτεῖ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι δὲν εἰσέρχονται στὴν καρδιὰ τὰ Θεῖα νοήματα καὶ ἡ πνευματικὴ γνώση. Μὲ τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, λὸγῳ τῆς ταπείνωσής μας, καταστέλλεται ὁ μετεωρισμὸς τοῦ νοῦ. Ὁ μετεωρισμὸς τοῦ νοῦ ὑφίσταται σὲ ἐμᾶς, διότι δὲν ἔχουμε τὴν ἀνάλογη ταπείνωση. Καὶ ὅσο μειώνεται ὁ μετεωρισμός, τόσο ἡ προσευχὴ γίνεται κτῆμα τοῦ νοός. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχουμε ὄχι μόνο ἀδιάλλειπτη προσευχή, ἀλλὰ καὶ ἀδιάλλειπτη προσοχή. Καὶ ἡ προσοχὴ γεννάει τὴν προσευχὴ καὶ ἡ προσευχὴ διατηρεῖ τὴν προσοχή. Προσοχὴ καὶ προσευχὴ ἀλληλοσυνδέονται μεταξύ τους καὶ ἀποκρούουν τὶς ὅποιες ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου. Καὶ ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ καρδιὰ μᾶς διατηρηθεῖ καθαρὴ καὶ ἁγνὴ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, οἱ προσευχὲς μᾶς θὰ ἔχουν «παρρησία» καὶ θὰ εἰσακούγονται.

Μὲ τὴν ἀργολογία καὶ φέρνοντας στὸ νοῦ μας χίλια δυὸ περιττὰ πράγματα, εἶναι μετὰ φυσιολογικὸ νὰ μὴν μπορέσουμε νὰ συμμαζέψουμε τὸ νοῦ μας γιὰ προσευχή. Ἔχοντας βάλει ἕνα σωρὸ ἄχρηστο «ὐλικὸ» στὸ νοῦ μας, τί προσευχὴ μποροῦμε νὰ κάνουμε μετά; Χώρια ποῦ ἔχει πολλὰ δικαιώματα ὁ διάβολος ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ μᾶς πλασάρει μὲ εἰκόνες ἕνα σωρὸ φαντασιώσεις καὶ λογισμούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε ἀμετεώριστα καὶ νὰ μείνει ἡ προσευχή μας ἀκαρποφόρητη. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξουμε, τὴν προετοιμασία καὶ τὴν περιεκτικὴ βοήθεια ποῦ πρέπει νὰ δώσουμε στὸν ἑαυτόν μας, στὸν νοῦ μας, στὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ πετύχουμε κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.

Ἡ στιγμὴ ποῦ λέει ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐχή, εἶναι ἡ πιὸ εὐλογημένη καὶ ἡ πιὸ κατάλληλη, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ὁ Θεὸς συγχώρεση γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Εἶναι σὰν νὰ πιάνει κανεὶς τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ σφιχτὰ καὶ νὰ κλαίει καὶ νὰ τοῦ ζητάει συγχώρεση. Ὁμοιάζουμε σὰν τὴν Χαναναία ποῦ γονατισμένη στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, Τὸν ἐκλιπαροῦσε νὰ τὴν ἐλεήση. Καὶ ἂν προσευχόμαστε ἔτσι, θὰ μᾶς ἐπισκιάσει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ βρεῖ ἡ καρδιά μας μεγάλο πλοῦτο!

Εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωπος ποῦ γονατίζει καὶ προσεύχεται μὲ πόνο, ὁ Θεὸς νὰ μὴν τὸν πληροφορήσει. Κοπίασε στὴν προσευχὴ καὶ θὰ δεῖς χαρὰ νὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν καρδιά σου. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ θυμίαμα τῆς ψυχῆς ποῦ τὴν κάνει νὰ εὐωδιάζει διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως τρώγοντας ἀνοίγει ἡ ὄρεξη, ἔτσι καὶ προσευχόμενος γεννᾶται ἡ (ὄρεξη γιὰ) προσευχή. Ὅταν δὲν μᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδηση, τότε ἡ προσευχή μας ἔχει παρρησία στὸ Θεό. Ἡ ἁμαρτία κόβει τὴν παρρησία τῆς προσευχῆς μας.

Ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ ἀκούει τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη κόλασή του, γι’ αὐτὸ καὶ ἀγωνίζεται νὰ «κλέψει» τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πρῶτα θὰ ἀφαιρέσει ὁ διάβολος τὸ ὅπλο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποῦ εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ μετὰ θὰ τὸν «δέσει» χειροπόδαρα. Ἂν δὲν κατορθώσει νὰ ἀφαιρέσει τὸ ὅπλο, δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸν «πιάσει» τὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅταν τὸ ὅπλο βάλλει καὶ ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται, ὁ διάβολος δὲν πλησιάζει τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν προσεύχεται, βρίσκεται ἄμεσα στὸν κίνδυνο τῆς «συλλήψεως» ἀπὸ τὸν διάβολο. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, θὰ μᾶς προστατέψει ἀπὸ τὰ βέλη τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε κακό. Διότι ἅμα ἔχουμε τὸν Βασιλέα παρὼν μαζί μας, ποιός θὰ τολμήσει νὰ μᾶς κάνει κακό; Μεγάλη ἀσφάλεια προσφέρει ἡ προσευχή! Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τρεῖς φορές, γιατί ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν βρισκόταν σὲ κατάσταση προσευχῆς καὶ θὰ δεῖτε, ὅτι ὅλες οἱ πτώσεις μας συμβαίνουν ὅταν δὲν ἔχουμε κατάσταση προσευχῆς… Ἑπομένως ὅταν λείπει ἡ προσευχὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, λείπει ὁ Χριστός. Ὄχι ἡ παρουσία Του ἢ κατὰ φύση, ἀλλὰ ἡ κατὰ Χάρη.

Μὲ τὸ ποὺ ξυπνᾶμε, νὰ πιάνουμε ἀμέσως τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὸ στόμα μας, λέγοντας τὴν εὐχή. Ὅταν ἡ μέρα μας ξεκινάει μὲ τὴν προσευχή, ὅλη ἐκείνη ἡ μέρα θὰ κυλήσει μὲ εὐλογία Θεοῦ καὶ θὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετωπίσει ἀποτελεσματικῶς τὴν κακία τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι θὰ προκαταλάβουμε τὸν διάβολο, ποῦ προσπαθεῖ σὲ κάθε ἄνθρωπο μόλις ξυπνήσει, νὰ τοῦ βάλει δικούς του λογισμούς, τὴν δική του «προσευχὴ» ποῦ εἶναι ὅλη κακία.

Ἡ προφορικὴ εὐχὴ μὲ τὸ στόμα, σιγά-σιγά, θὰ φέρει τὴν διανοητικὴ (νοερὰ) προσευχή. Τὸ στόμα θὰ δώσει στὸν νοῦ τὴν προσευχή. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς καταλάβει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κάνει κτῆμα του καὶ τὴν ἐργάζεται ἄνετα μέσα του, τότε τὴν προσευχὴ αὐτήν, θὰ τὴν ἀπορροφήσει-ἑλκύσει ἡ καρδιά. Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ πάρει τὴν προσευχὴ αὐτήν, τότε θὰ συνειδητοποιήσει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν αἴσθηση τῆς καρδιᾶς του, ὅτι πράγματι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐντὸς ἡμῶν ἐστί, διότι μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχὴ ἐνθρονίζεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Βέβαια γιὰ νὰ φτάσει κάποιος στὴν καρδιακὴ προσευχὴ χρειάζονται χρόνια, καὶ ὅποιος τὸ κατορθώσει αὐτό, εἶναι ὁ πιὸ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ.

Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θὰ μᾶς σώσει. Ὅποιος προσεύχεται βάζει μία καλὴ ἀρχὴ στὴ ζωή, καὶ ὅταν ἡ ἀρχὴ εἶναι καλή, καλὸ θὰ εἶναι καὶ τὸ τέλος.

Τὸ ὅτι εἴμαστε φτωχοὶ στὴν ψυχή, ὀφείλεται στὸ ὅτι δὲν ἔχουμε προσευχή.

Στὴν προσευχή μας, πρῶτα νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συγχωρέσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔκαναν κακό, μετὰ νὰ συγχωρέσει καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τις ἁμαρτίες καὶ μετὰ νὰ Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς συγχωρέσει καὶ τὶς δικές μας ἁμαρτίες.

Θέλω νὰ προσεύχεστε τὰ ξημερώματα, ἔστω καὶ γιὰ 5 λεπτά. Ἡ προσευχὴ ἢ νυχτερινὴ πάρα πολὺ βοηθάει!

Ἡ αὐτενεργοῦσα προσευχή, δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά μας.

Ἡ προσευχὴ θὰ ξεβγάλει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ σιγά-σιγά θὰ μᾶς βγάλει ἀπὸ τὰ βρωμερὰ πάθη. Ὅσοι δὲν προσεύχονται εἶναι τυφλοὶ καὶ ψυχικὰ νεκροί. Εἶναι ἄφρονες γιατί δὲν γνωρίζουν τὴν ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μέγιστη τιμὴ ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς νὰ ἐπικοινωνοῦμε μαζί του. Διότι ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ φῶς, ἡ ζωή, ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς ψυχῆς! Ὅ,τι εἶναι τὸ ὀξυγόνο γιὰ τὸ σῶμα μας, εἶναι καὶ ἡ προσευχὴ γιὰ τὴν ψυχή μας.

Τὸ σῶμα, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ψυχὴ ἀπ᾿ αὐτό, βρωμάει, σκουληκιάζει, σαπίζει καὶ γίνεται ἑστία μολύνσεως. Τὸ ἴδιο πρᾶγμα συμβαίνει ὅταν ἀπουσιάζει ἡ προσευχὴ ἀπὸ τὴν ψυχή.

Δὲν ἔχετε δεῖ πῶς ὑποφέρουν οἱ κεκοιμημένες ψυχὲς στὸν ἄδη; Ἅμὰ τὶς βλέπατε, ἢ συνείδησή σας θὰ σᾶς κεντοῦσε ὥστε νὰ τὶς βοηθήσετε καὶ θὰ γεννιόταν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συμπάθεια γι’ αὐτὲς τὶς ψυχές. Ὅταν λοιπὸν προσεύχεστε γιὰ τοὺς δικούς σας ἀνθρώπους, θυμηθεῖτε καὶ αὐτές τις δυστυχισμένες ψυχές.

Δὲν ὑπάρχει ὀμορφότερο καὶ ὡραιότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὴν προσευχή, προκειμένου νὰ ὀμορφαίνεις τὴν ψυχή σου… Μέγας πλοῦτος κρύβεται στὴν προσευχή!

Ὅταν ὁ πεπερασμένος (περιορισμένος) νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐπικοινωνήσει-εἰσέλθει στὸν ἄπειρο νοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε γίνεται μία πνευματικὴ συνουσία, μὲ μία ἀνέκφραστη καὶ μυστηριώδη ἡδονή. Εἶναι βέβαια μιὰ ὑψηλὴ πνευματικὴ κατάσταση.

Ἡ κατάκτηση τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι οὐρανοκατέβατη, ἀλλὰ σιγά-σιγά προοδεύει ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτήν.

Μπορεῖ νὰ λέμε ὅτι ἡ προσευχὴ μᾶς δὲν ἔχει τὴν βαρύτητα ὥστε νὰ εἰσακουστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ωστόσο ἂν δεῖ ὁ Θεὸς ὅτι προσευχόμαστε μὲ ἀγάπη, θὰ μᾶς εἰσακούσει.

Πηγή: «Πατρικὲς ὁδηγίες καὶ ἐμπειρικὲς ὑποθῆκες, γιὰ πνευματικὴ τελείωση» Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σέλ.15-20

Κείμενο από: https://orthodoxathemata.blogspot.com/2025/04/blog-post_27.html

Μνήμη των Αγίων Αποστόλων εκ των Εβδομήκοντα, Αγάβου, Φλέγοντος, Ρούφου και Ασυγκρίτου. Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κελεστίνου Πάπα Ρώμης (8 Απριλίου)

Απόστολος Άγαβος

Μνήμη των Aγίων Aποστόλων εκ των Eβδομήκοντα, Aγάβου, Φλέγοντος, Pούφου, και Aσυγκρίτου1

Εις τον Άγαβον
Ψυχήν Aγάβου του προφηταποστόλου,
O ψυχοσώστης προσκαλείται Δεσπότης.

Εις τον Φλέγοντα
Σβέσας πλάνης φλέγουσαν ο Φλέγων φλόγα,
Oυς Δαβίδ είπε πυρ φλέγον βλέπει νόας.

Εις τον Ρούφον
+ Παύλος καλεί σε Pούφ’ Aπόστολος μέγας,
Eκλεκτόν όντως. Ω επαίνου αξίου!

Εις τον Ασύγκριτον
+ Aσύγκριτον δε πας επαινέσει μάλα,
Tούτον γαρ ησπάσατο Παύλου το στόμα.

+ Oγδοάτη μετέβησαν Aπόστολοι Aγγελέες τε.

Απόστολος Άγαβος

Aπό τούτους τους ιερούς Aποστόλους, ο μεν Άγαβος ήτον εκείνος, οπού αναφέρει ο Eυαγγελιστής Λουκάς εις τας Πράξεις των Aποστόλων, ο οποίος λαβών την ζώνην του Aποστόλου Παύλου, έδεσεν αυτού τας χείρας και τους πόδας, και επροφήτευσε περί αυτού ταύτα· «Tάδε λέγει το Πνεύμα το Άγιον. Tον άνδρα ου εστιν η ζώνη αύτη, ούτω δήσουσιν εν Iερουσαλήμ Iουδαίοι, και παραδώσουσιν εις χείρας εθνών» (Πράξ. κα΄, 11). Aύτη δε η προφητεία του επληρώθη επί των έργων. Διότι όχι μόνον έδεσαν τον Παύλον οι Iουδαίοι, αλλά και επεχείρησαν να τον θανατώσουν2. Oύτος λοιπόν κηρύξας το Eυαγγέλιον εις το μέρος εκείνο της οικουμένης, εις το οποίον εκληρώθη, απήλθε προς Kύριον. O δε Pούφος, τον οποίον αναφέρει ο Παύλος εν τη προς Pωμαίους επιστολή λέγων· «Aσπάσασθε Pούφον τον εκλεκτόν εν Kυρίω, και την μητέρα αυτού και εμού» (Pωμ. ιϛ΄, 13), ούτος λέγω έγινεν Eπίσκοπος Θηβών, των ευρισκομένων κοντά εις την Eλλάδα. Oμοίως δε και ο Φλέγων και ο Aσύγκριτος, κηρύττοντες το Eυαγγέλιον εις διάφορα μέρη του κόσμου, επίστρεψαν πολλούς απίστους εις την αληθή πίστιν. Oι οποίοι με διαφόρους τιμωρίας βασανισθέντες από τους Iουδαίους και Έλληνας, ετελειώθησαν εις την αυτήν ημέραν, και έτζι έλαβον παρά Kυρίου τα ουράνια αγαθά της αϊδίου μακαριότητος.

Απόστολος Ρούφος

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς εδώ γράφεται η μνήμη του Aποστόλου Hρωδίωνος και του Aποστόλου Eρμού. O μεν γαρ Hρωδίων εορτάζεται μετά Oλυμπά, Eράστου, Σωσιπάτρου, και Kουάρτου, κατά την δεκάτην του Nοεμβρίου. Iδία δε κατά την εικοστήν ογδόην του Mαρτίου. Oμοίως και ο Aπόστολος Eρμής εορτάζεται μετά Πατρόβα, Λίνου, Γαΐου, και Φιλολόγου των Aποστόλων, κατά την πέμπτην του Nοεμβρίου. Iδίως δε εορτάζεται κατά την ογδόην του Mαρτίου. 

Απόστολος Ηρωδίων

2. Oύτος ο Άγαβος επροφήτευσε, και ότι έχει να γένη πείνα μεγάλη εις όλην την οικουμένην, καθώς γράφουν αι Πράξεις των Aποστόλων· «Eν ταύταις ταις ημέραις κατήλθον από Iεροσολύμων Προφήται εις Aντιόχειαν. Aναστάς δε είς εξ αυτών ονόματι Άγαβος εσήμανε διά του πνεύματος, λιμόν μέγαν έσεσθαι εφ’ όλην την οικουμένην, όστις και εγένετο επί Kλαυδίου Kαίσαρος» (Πράξ. ια΄, 27-28). Σημείωσαι, ότι η πείνα αύτη, την οποίαν επροφήτευσεν ο Άγαβος, έγινεν εις τον τεσσαρακοστόν τέταρτον χρόνον από Xριστού. Διά τούτο και οι εν Aντιοχεία Xριστιανοί επροθυμήθησαν και εσύναξαν ελεημοσύνας, και απέστειλαν αυτάς εις τους εν Iεροσολύμοις Xριστιανούς διά χειρός Bαρνάβα και Σαύλου, ως αναφέρουν αι Πράξεις εν κεφ. ια΄, 30. Tαύτην την πείναν την επί Kλαυδίου αναφέρουν και οι έξω ιστορικοί, δηλαδή ο Σβετόν εις τον Kλαύδιον, κεφ. ιη΄, και ο Iώσηπος αρχαιολόγος, βιβλίω κ΄, κεφ. β΄. Διηγούνται δε αυτοί, ότι τόση ταραχή του λαού ηκολούθησεν εις το παζάρι εξ αιτίας της πείνας, και τόσα βλάσφημα λόγια ήκουσεν από τον λαόν ο αυτοκράτωρ, ώστε οπού ηναγκάσθη να φύγη εις το παλάτιον, και να φροντίση διά την ασφάλειάν του. (Όρα την Eκατονταετηρίδα.)


Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κελεστίνου Πάπα Ρώμης

Tο χάσμα και σε παμμάκαρ Kελεστίνε,
Xορού διϊστά μη μεμακαρισμένου.

Oύτος ο μακάριος Kελεστίνος ήτον κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιε΄ [415], καλώς ανατεθραμμένος διά βίου και λόγου, ήτοι διά πράξεως και θεωρίας. Όθεν διά τας αρετάς του ταύτας, ηξιώθη να αναβή εις τον θρόνον της πρεσβυτέρας Pώμης, αφ’ ου ο Πάπας της Pώμης Ζώσιμος ετελεύτησεν, ο οποίος διεδέχθη μεν τον Bονιφάτιον, ο δε Bονιφάτιος πάλιν διεδέχθη τον μέγαν Iννοκέντιον. Oύτος λοιπόν κατά τον καιρόν της αγίας και Oικουμενικής Tρίτης Συνόδου της συγκροτηθείσης εν έτει υλα΄ [431], ηγωνίσθη ο τρισόλβιος διά τας αποστολικάς και πατριακάς παραδόσεις, και διά της επιστολής του εκάθηρε τον δυσσεβή Nεστόριον, και τας θεομισείς αυτού βλασφημίας ήλεγξε και απεκήρυξε, συνεργός γενόμενος εις την καθαίρεσίν του ομού με τον θεσπέσιον Kύριλλον της Aλεξανδρείας, ο οποίος είχε τον τόπον του θείου τούτου Kελεστίνου, και αντί τούτου επροκάθητο εις την Σύνοδον. Πολλά λοιπόν και άλλα κατορθώματα λόγου και μνήμης άξια ποιήσας, εν ειρήνη αφήκε την παρούσαν ζωήν, και προς την ατελεύτητον και μακαρίαν ζωήν εξεδήμησεν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 7 Ἀπριλίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σάββα του εν Καλύμνω (7 Απριλίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σάββα του εν Καλύμνω

Σάββα τοις πάλαι αμιλληθείς Αγίοις.
Συν τούτοις δεδόξασαι θαύμασι πλείστοις.

Άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω

Ο θεόφρων πατήρ ημων Σάββας ο νέος ο εν Καλύμνω, γεννήθηκε το έτος 1862 μ.Χ. στην Ηρακλείτσα (αναφέρεται και η Γάνου Χώρα της περιφέρειας Αβδίμ) της Ανατολικής Θράκης, από πτωχούς γονείς, τον Κωνσταντίνο, που ασκούσε το επάγγελμα του μικροπωλητού και τη Σμαραγδή. Ήταν μοναχοπαίδι και κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος. Από μικρή ηλικία ήταν πιστός και ευσεβής, αλλά και ένθερμος εραστής της αγγελικής μοναχικής ζωής. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα και φύλαξε τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, είτε διότι δεν είχε τη δύναμη ο πατέρας του, είτε διότι ο ίδιος ο Βασίλειος δεν είχε διάθεση περαιτέρω μορφώσεως. Κατόπιν τούτου, οι γονείς του του άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα. Ο Βασίλειος, άγοντας το 12ο έτος της ηλικίας του, διαπίστωνε καθημερινά, ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στη φύση του. Έπρεπε, λοιπόν, να κόψει το δεσμό που του δημιουργούσε αυτό με τον υλικό κόσμο και να προχωρήσει στο πέλαγος της χάριτος του Θεού. Ήθελε να ζήσει για τον Χριστό και μόνο. Η μητέρα του, μόλις πληροφορήθηκε τους πόθους του τον βεβαίωσε ότι «αν το κάνεις αυτό θ΄ αποθάνω».

Στην απαλή ηλικία των 12 ετών αντιμετωπίζει τον μέγα τούτο προβληματισμό. Η έλξη του Θεού είναι ισχυρότατη, όπως και η κλίση του. Το «φύγε και σώζου» κυριάρχησε και έτσι, μία ημέρα ιστορική, αλλά και λαμπρή, έβαλε το κλειδί του καταστήματος κάτω από μία πέτρα και κατέβηκε στο λιμάνι για να πραγματοποιήσει την απόφασή του. Ως ελάφι, τώρα, κατευθύνεται προς το ευωδες περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος. Εκεί, εγκαταβιώνει στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου και απολαμβάνει τους πρώτους καρπούς των ιερών πόθων του. (Κατ΄άλλη γνώμη, που στηρίζεται σε διηγήσεις, πρώτα πήγε στα Ιεροσόλυμα). Στη Σκήτη αυτή δέχθηκε το βάρος της μοναστικής δοκιμασίας επί 12 έτη (κατ΄άλλους επί 6 έτη) και ασκήθηκε στο έργο της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής.

Μετά από προσευχή παίρνει την απόφαση να πάει στα Ιεροσόλυμα. Διέρχεται από την γενέτειρά του, επισκεπτόμενος δε τους γονείς του, αναγνωρίζεται από κάποιο σημάδι του μετώπου του. Ο πειρασμός θερμαίνεται και πάλι. Πάλι εμπόδια από τη μητέρα του. Φεύγει ο ακτήμων με τη βοήθεια πλουσίου ανδρογύνου, που πηγαίνει στους Αγίους Τόπους. Ως χρόνος αφίξεώς του στα Ιεροσόλυμα αναφέρεται το έτος 1887 μ.Χ., σε έγγραφο του Αρχιγραμματέως του ομωνύμου Πατριαρχείου. Αφού προσκύνησε με δέος και ευλάβεια τους Αγίους Τόπους, εισέρχεται στην ιστορική Μονή του Χοτζεβά και γίνεται αδελφός αυτής.

Άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω

Μετά τριετή ενάρετο και οσιακό βίο στη Μονή αυτή κείρεται το έτος 1890 μ.Χ. μοναχός. Οπλισμένος με την αγιαστική χάρη και θωρακισμένος με την αήττητη πανοπλία του αγγελικού σχήματος, το 1894 μ.Χ. αποστέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονής στο Άγιον Όρος για να ασκηθεί στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Ανθίμου, στην αγιογραφία, προφανώς να ειδικευθεί στην τέχνη. Επανέρχεται μετά 3ετίαν στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και το 1902 μ.Χ. προχειρίζεται σε διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο. Διατελεί επί ένα έτος (1906 μ.Χ.) εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αποφαινόμενος περί του Αγίου Σάββα, πριν ακόμα κοιμηθεί και αναγνωρισθεί η αγιότητά του, έλεγε στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος». Το 1907 μ.Χ. επανέρχεται στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και ασχολείται, παράλληλα προς την έντονη πνευματική ενάσκησή του, με το ευλογημένο εργόχειρο της αγιογραφίας.

Το 1916 μ.Χ., ύστερα από 26 χρόνια περίπου παραμονής στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στην Ελλάδα. Έτσι σφραγίζει μια ωραία ασκητική ζωή, πλήρη πνευματικής καρποφορίας. Έφυγε από την έρημο του Ιορδάνου, όπου ζούσε «ως υψιπέτης αετός», τρεφόμενος ως πτηνό με μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και νερό από τον ποταμό, διότι οι Άραβες πολεμούσαν τον ευλογημένο ερημικό βίο. Ευρισκόμενος στην Ελλάδα αναζητεί νέα γη ασκήσεως. Κατά το έτος της επιστροφής του, φαίνεται ότι μετέβη στη νήσο Πάτμο. Αφού παραμένει εκεί επί 2 έτη, πηγαίνει στο Άγιον Όρος, απ’ όπου κατέρχεται στην Αθήνα για να αγοράσει υλικά αγιογραφίας. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι μεταβάσεώς του στην Αίγινα φαίνεται ότι μετέβη στο ξερονήσι Παραμπόλα και στην Ύδρα.

Στην Αθήνα συναντά υποτακτικό του Αγίου Νεκταρίου (βλέπε 9 Νοεμβρίου), ο οποίος τον πληροφορεί ότι τον αναζητεί. Απ’ αυτό συνάγεται ότι οι δύο Άγιοι είχαν προηγούμενη γνωριμία. Από την Αθήνα, λοιπόν, πηγαίνει στην Αίγινα, όπου διακονεί τον Άγιο Νεκτάριο μέχρι την κοίμησή του. Η μετά του Αγίου Νεκταρίου συγκαταβίωσή του συνέβαλε πολύ στην περαιτέρω πνευματική πρόοδο του Οσίου. Εγνώρισε την αυστηρά άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, τους πολέμους των μικρών ανθρώπων, αλλά και την αναμφισβήτητη αρετή του, την παροιμιώδη ταπείνωση και απλότητά του. Είδε τη θεία κοίμησή του, η οποία βεβαίωσε την ευαρέσκεια προς αυτόν του Παναγάθου Θεού με τα έκδηλα σημεία του Αγίου Μύρου και της ευωδίας, αλλά κυρίως της θαυματουργικής χάριτος. Στην Αίγινα παραμένει μέχρι το έτος 1926 μ.Χ. Αναχωρεί για την Αθήνα, διότι στη Μονή προσέρχεται πολύς κόσμος και ο θόρυβος τον κουράζει. Στην Αθήνα συναντά τον Γεράσιμο Ζερβό, ο οποίος τον φιλοξενει στο σπίτι του και τον πείθει τελικά να μεταβεί στην Κάλυμνο.

Το ίδιο έτος (1926 μ.Χ.) φθάνει στην Κάλυμνο, όπου μετά από κάποια έρευνα – περιπλάνηση εγκαταβιώνει οριστικά στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων. Σ΄αυτή τη Μονή, της οποίας τυγχάνει κτήτορας, ειχε ασκητεύσει και ο ενάρετος και διορατικός Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Κουρούνης. Ο θεσπέσιος αυτός λειτουργός του Υψίστου, προ της κοιμήσεώς του, παρηγορώντας τις λυπημένες αδελφές είπεν: «μετ’ ολίγον θα έλθη εδώ ανώτερός μου». Και πράγματι επαληθεύθηκαν τα λόγια του. Ο π. Σάββας, ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, κτίζει με τη βοήθεια του Γεράσιμου Ζερβού τα επάνω κελλιά και αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει με το στόμα και το παράδειγμά του και βοηθεί χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ζει με ταπείνωση, άσκηση και προσφορά, ώστε το αγγελικό παράδειγμά του να ενθυμούνται με δάκρυα και συγκίνηση όσοι τον εγνώρισαν. Πάντοτε δε θα επικαλούνται με πίστη τη χάρη του στις ποικίλες δοκιμασίες της ζωής τους. Πρόθυμος όταν ζούσε, προθυμότατος μετά την κοίμησή του.

Ηταν επιεικής και εύσπλαχνος στις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν τη βλασφημία και την κατάκριση. Αυτά τα δύο πολύ τον τάρασσαν. Η σκληρά άσκησή του του χάρισε την ευωδία του σώματός του, αλλά και την ασθένεια. Το πέρασμά του ηταν ευώδες. Αυτή η ευωδία θα εξέλθει και από το μνήμα του κατά την εκταφή του. Όπως σ΄όλους τους ανθρώπους του Θεού, έτσι και από τον π. Σάββα δεν έλλειψε «ο σκόλοψ τη σαρκί». Υπέφερε από προστάτη και σοβαρά κοιλιακή πάθηση. Για τον προστάτη έκανε εγχείρηση και θεραπεύτηκε. Όταν του έλεγαν να πάει στην Αθήνα να θεραπευθεί και για το κοιλιακό νόσημα, απαντούσε: «Αυτό, παιδί μου, θα μας σώση, τίποτε άλλο δεν κάναμε. Αυτό είναι το καλό που θα μας πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός είναι μεγάλος». Ο π. Σάββας αγαπούσε όλους τους ανθρώπους και κατέβαλλε προσπάθεια για τη μετάνοιά τους και επιστροφή τους στον Χριστό. Η αγάπη του ηταν ειλικρινής και πηγαία. Ηταν δε αφιλοχρήματος. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Από την αγιογραφία και τα μυστήρια ό,τι ελάμβανε τα έδινε στους πτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά. Η ζωή του ήταν μία συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Ενδεικτικό αυτού είναι και η υπακοή του να δεχθεί κατά την περίοδο σοβαράς ασθενείας, ο ακρότατος αυτός ασκητής (στο Άγιον Όρος κατ’ εντολή του γέροντά του) τον Δεκαπενταύγουστο κρέας πετεινού. Ο μακάριος, για κάθε πνευματικό πρόβλημα ελάμβανε άνωθεν την πληροφορία και έτσι βάδιζε επί του ασφαλούς. Είχε πολλούς πειρασμούς και χάλασε πολλές παγίδες του διαβόλου. Κάποτε, και συγκεκριμένα μία Καθαρά Δευτέρα, για να μη τελέσει τις ακολουθίες του, τον έκλεισε επί τρεις ημέρες στο κελλί του. Ήταν χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Κύριο. Πράος, ανεξίκακος, άδολος, υπάκουος και πονετικός.

Δόξασε τον άγγελο στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Ήταν άγγελος και άνθρωπος και αντιστρόφως. Κατά τον τρόπο αυτό εκπλήρωσε τις ημέρες της επί γης πορείας του μέχρι της 7ης Απριλίου 1948 μ.Χ., ότε παρέδωκε την αγία του ψυχή στον Κύριο. Περί το τέλος της ζωής του βρίσκεται σε άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη. Επί τρεις ημέρες δεν δέχθηκε κανέναν. Βρίσκοταν πλέον στο στάδιο της ιεράς μεταστάσεώς του. Έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και ζήτησε την εν Χριστώ αγάπη και υπακοή. Όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε και επί μακρόν συνεχίζετο, ξαφνικά λαμβάνει δυνάμεις, ενώνει τα μικρά ευλογημένα χέρια του και χειροκροτεί επανειλημμένα, ενώ από τα χείλη του εξέρχονται οι τελευταίες ιερές φράσεις: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Ήταν η βεβαίωση της θείας μεταφυσικής πορείας του. Ήταν το κύκνειο άσμα της θεοφιλούς ζωής του. Την ώρα εκείνη λίγες μόνο μοναχές περιέβαλαν μία αγία μορφή, έναν θαυμάσιο αγωνιστή της πίστεως και της ευσεβείας, έναν οικιστή του Παραδείσου. Ο ουρανός γνώρισε τη μετάστασή του και πανηγύριζε. Έτσι, η γη χάρισε στον ουρανό τον άγιο αυτό βλαστό της και ο ουρανός αποδέχθηκε την ιερά αυτή προσφορά. Είθε και εμείς, μιμούμενοι, κατά το δυνατόν, τις αρετές του Αγίου Σάββα του νέου, του θαυματουργού, αλλά και με τις πρεσβείες του να αξιωθούμε της Ουρανίου Βασιλείας.

Μετά από δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτόβρυτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957 μ.Χ., προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεϊκό σημείο έκανε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.

Η επίσημη Αγιοκατάταξη του Οσίου Πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992 μ.Χ.

Πηγή: https://www.saint.gr/204/saint.aspx