Ἡ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου μὲ θέμα: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία» πραγματοποιήθηκε στὸ Κέντρο Μελετῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, στὸ πλαίσιο τοῦ Συνεδρίου «Ἡ Ἑκατὀμβη τῆς 9ης Ἰουλίου» ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ Μαχαιρᾶ καὶ τὸ Τμῆμα Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Κύπρου στὶς 6 Ἰουνίου 2021.
Μόρφου Νεόφυτος: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία»
Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου: Ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Κυρηνείας Λαυρέντιος (1750-1821)
Η λησμοσύνη του επίγειου χρόνου πασκίζει συνέχεια να βαθύνει το χάσμα που χωρίζει το χτες από το σήμερα, σκεπάζοντας συνήθως τα ίχνη των προαπελθόντων κάτω από χοντρές επιστρώσεις αιώνων. Η μνήμη, αντίθετα, αγωνίζεται να γεφυρώσει το χάσμα, να φέρει καταλλαγή ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα, επιδιώκοντας την ενότητα που θα οδηγήσει την ιστορία στην του Χριστού δευτέραν και ένδοξον Παρουσίαν.
Λήθη και μνήμη ερίζουν, όπως συμβαίνει και για αμέτρητα πλήθη προγόνων μας, και γύρω από το πρόσωπο του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Κυρηνείας Λαυρεντίου, τέκνου του Καλοπαναγιώτη ο οποίος συγκαταριθμείται στους εθνομάρτυρες της 9ης Ιουλίου του 1821. Από τη μια, η ιστορία βάλθηκε να ροκανίσει σχεδόν όλα τα τεκμήρια με τα οποία ο μελετητής θα μπορούσε να ανασυστήσει τη ζωή του Λαυρεντίου. Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κατά τα οποία έζησε, ήσαν καιροί χαλεποί, εσωστρεφείς, καιροί χαμηλόφωνης προφορικότητας και ως επί το πλείστον σιωπής, που δεν μας κληροδότησαν παρά ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες και καταγραφές. Επιπλέον, τα όσα γραπτά στοιχεία κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τις μέρες μας, από τους κώδικες της Μητροπόλεώς του και εν γένει τις γραπτές πηγές που φυλάσσονταν σε μονές και ναούς της πόλεως και επαρχίας της Κηρυνείας, απωλέστηκαν κι εξανεμίστηκαν με την τουρκική εισβολή του 1974, σε μια καινούργια επέλαση των δυνάμεων της λήθης. Αδρομερώς λοιπόν και άνευ λεπτομερειών συνάγει ο ιστορικός τους βασικούς σταθμούς του βίου του Λαυρεντίου.
Από την άλλη όμως, η πενία των ιστορικών πληροφοριών αντισταθμίζεται από το ύστατο γεγονός της επιγείου ζωής του Λαυρεντίου, τον μαρτυρικό του θάνατο, που φωτίζει με νόημα τη ζωή του και υπερσκελίζει τα κενά της ιστορικής τεκμηριώσεως. Και τίποτ’ άλλο να μην γνωρίζαμε για τον συντοπίτη μας Αρχιερέα, ο θάνατός του και μόνο θα ήταν αρκετός για να τον καταστήσει παρόντα στη ζωή και τη μνήμη μας. Όταν λοιπόν αναλογιζόμαστε το πρόσωπο του Κυρηνείας Λαυρεντίου, εκείνο που μένει είναι ότι τη στιγμή που ξέσπασε η μπόρα, στάθηκε Επίσκοπος και κεφαλή του ποιμνίου του καθώς είχε ταχθεί. Κι αυτό, δεν μπορεί να το σβήσει η λήθη των αιώνων.
Ο Λαυρέντιος ανέλαβε την αρχιερατεία του στις αρχές ενός δύσκολου αιώνα ο οποίος έμελλε να φέρει πολλές αλλαγές στην ιστορική μοίρα του τόπου του. Ήταν καιρός ζυμώσεων και ανακατατάξεων, εποχή στην οποία «αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζιαι εφυσούσαν», όπως πολύ εύστοχα γράφει ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Πράγμα που δεν μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη και την Κύπρο, αφού «είσιεν σγιον είχαν ούλλοι τους τζι’ η Κύπρου τον κρυφόν της, μεσ’ τους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της», κατά τον ίδιο ποιητή. Στον κόσμο της Κύπρου λοιπόν, καθώς και στον ευρύτερο περίγυρο, είχε αρχίσει «να κρυφοσυννεφκιάζει». Ο παλιός κόσμος, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφτανε στο τέλος του κι ένας νέος κόσμος φαινόταν ν’ ανατέλλει, από τα δυτικά αυτή τη φορά, γεμάτος ζωτικότητα και δυναμισμό, γεμάτος καινούργιες ιδέες, κι απαιτήσεις -ιδέες του Διαφωτισμού της Δύσης (ενός διαφωτισμού χωρίς φωτισμό του Αγίου Πνεύματος).
Ο Λαυρέντιος έζησε και έδρασε σ’ αυτό το μεταίχμιο, σ’ αυτή τη δίνη της μετάβασης. Tέτοιες μεταβάσεις όμως -κι ιστορία το έδειξε πάρα πολλές φορές- στεριώνονται συνήθως με αίμα. Και το αίμα αυτό, που σάμπως να χρειαζόταν για ν’ αρχίσει η κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία να παραχωρεί τη θέση της στις νέες δυνάμεις που έφερνε στο προσκήνιο ο δέκατος έννατος αιώνας, στην περίπτωση της Κύπρου έμελλε να είναι το αίμα των κεφαλών της Εκκλησίας και της κοινωνίας της: του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών, μεταξύ αυτών και του Κυρηνείας Λαυρεντίου, και άλλων ανωτέρων κληρικών αλλά και των λαϊκών τοπικών αρχόντων.
Από τα διαθέσιμα σπαράγματα πληροφοριών που διαθέτουμε για τον Λαυρέντιο, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία που τον οδήγησε από το ορεινό χωριό του στη μαρτυρική τελευτή του στην πλατεία του σαραγιού στη Χώρα. Ο Λαυρέντιος καταγόταν από το χωριό της Μαραθάσας Καλοπαναγιώτης. Ήταν γιος ιερέα, του παπά Γιάννη, ο οποίος είχε το διακόνημα του Σακελλαρίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή που βρίσκεται στη γενέτειρα του. Στο φερμάνι του σουλτάνου Μαχμουτ Β΄, με το οποίο εγκρίθηκε το αίτημα του κυβερνήτη της Κύπρου Κουτσούκ Μεχμέτ να προβεί στις εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου, μεταξύ των προγραφέντων αναφέρετια και ο Λαυρέντιος «ο γιος του παπά Γιαννή, Επίσκοπος Μόρφου, Πεντάγειας, Λεύκας και Κυρηνείας…» Η τοπική παράδοση του Καλοπαναγιώτη πάντως, κράτησε στη μνήμη την οικία όπου γεννήθηκε ο ενθνομάρτυς Λαυρέντιος. Βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στη δυτική όχθη του ποταμού Σέτραχου της Μαραθάσας, ακριβώς απέναντι από τη Μονή του Λαμπαδιστή, και είναι γνωστή με το όνομα «τα σπίθκια της Χατζηφανούς.»
Παρόλο που δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για την παιδική και νεανική του ηλικία, μπορούμε ωστόσο να δούμε τον Λαυρέντιο να προγεύεται ορθόδοξους καρπούς στη Μονή του Λαμπαδιστή όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, να εισάγεται στο ασκητικό και λειτουργικό ήθος, αλλά, κατά το έθος της εποχής, και στα γράμματα. Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή ήταν το πνευματικό και μορφωτικό διδασκαλείο των κατοίκων της Μαραθάσας, όπου, ελλείψει σχολείων και οποιασδήποτε εκπαιδευτικής μέριμνας, η Εκκλησία επιτελούσε και ρόλο εκπαιδευτικό εισάγοντας τους νέους στα γράμματα. Φαίνεται ότι κατά την προπαίδεια του στη μονή, ο Λαυρέντιος απέκτησε και διαχειριστικά προσόντα, τα οποία έμελλαν να του χρησιμεύσουν όταν έγινε Μητροπολίτης Κυρηνείας.
Από τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες για διάφορα γεγονότα της ζωής του Λαυρεντίου, μπορούμε να συνάγουμε ότι γεννήθηκε στα 1750, χρονιά σημαδιακή κατά την οποία μαρτύρησε στη Μόρφου ο διάκονος του πολιούχου της Αγίου Μάμαντος, γιός του μορφίτη Νικολάου Διάκου, ο επιλεγόμενος Μακρύδιακος. Φθονώντας την καλλιφωνία και τη σωματική ρώμη του Μακρύδιακου, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν με εντολή του Σαλίχ Πασά, διοικητή της περιοχής, με σκοπό να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει και να γίνει χότζας. Τον έριξαν στη φυλακή και με φριχτά βασανιστήρια προσπαθούσαν να τον κάνουν να εξωμόσει. Όταν, την τρίτη μέρα, αναγκάστηκαν να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδάμαστη του ψυχή, τον οδήγησαν στην πλατεία των αλωνιών, πίσω απ’ τη Μητρόπολη, όπου και την κεφαλήν απετμήθη, στα 1750. Ο Λαυρέντιος λοιπόν, έρχεται στον κόσμο μέσα σε μια ατμόσφαιρα μαρτυρίου. Την ίδια χρονιά που ο Μακρύδιακος καρατομείται στ’ αλώνια τ’ Άη Μάμα, γεννιέται ο Λαυρέντιος που έμελλε να καρατομηθεί στην πλατεία του Σαραγιού. Έτσι, την ώρα που στη Μόρφου θεριζόταν το καρπερό στάχυ, ο Μακρύδιακος, στη γη του Καλοπαναγιώτη φυτεύτηκε ο σπόρος της καινούργιας σοδειάς, ο Λαυρέντιος. Η σκυτάλη του μαρτυρίου παραδόθηκε από τον εικοσάχρονο Μακρύδιακο στον νεογέννητο Λαυρέντιο για να συνεχίσει το αίμα των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος να φωτίζει τον κόσμο και να κοσμεί την Εκκλησία.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Λαυρέντιος είχε την τύχη να διδαχτεί την τέχνη της ψαλτικής από έναν από τους διαπρεπέστερους θεράποντες της τέχνης αυτής, τον Χρύσανθο Μητροπολίτη Κυρηνείας μεταξύ 1763 και 1773. Επί Χρυσάνθου και πιο πριν, ο εκάστοτε Μητροπολίτης Κυρηνείας ήταν κατά κάποιο τρόπο μετακινούμενος από τόπου εις τόπον, εδρεύοντας σε παλαίφατες μονές όπως της Σκουριώτισσας, της Ασίνου και του Άη Μάμα της Μόρφου, πριν η έδρα της Μητρόπολης μεταφερθεί, το 1800, στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος στη Μύρτου. Ο Χρύσανθος προσλαμβάνει τον Λαυρέντιο ως δόκιμο στην Σκουριώτισσα όπου τον μυεί στη μυστική αρμονία της βυζαντινής μουσικής. Ο διάδοχος του Χρυσάνθου, Σωφρόνιος, χειροτονεί τον νεαρό δόκιμο σε διάκονο, σε ηλικία 25 χρονών, και το 1785, σε ηλικία 35 χρονών, ιερομόναχο.
Η πρώτη γραπτή μαρτυρία που έχουμε για τον Λαυρέντιο είναι το υπόμνημα εκλογής του σε Χωρεπίσκοπο Λαμπούσης, τον Μάιο του 1811, σύμφωνα με το οποίο ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο «διότι ο Κυρήνειας Ευγένιος», διάδοχος του Σωφρονίου, «εις γήρας ελήλυθε» και είχε ανάγκη βοηθού. Κατά τα άλλα στη γενέτειρα του, τον Καλοπαναγιώτη, διατηρήθηκε έντονη η ανάμνηση της περιόδου κατά την οποία υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Λαμπούσης. Οι μητέρες συνήθιζαν όταν κολάκευαν ή κανάκευαν τα παιδιά τους να αποκαλούν τα όμορφα παιδιά με το όνομα «τον Λαμπούση μου, τον Λαμπούση μου», γιατί τα ήθελαν να μοιάσουν με τον Λαυρέντιο, κληρικό με ωραίο παρουσιαστικό, ο οποίος είχε αξιωθεί να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία και να εκλεγεί σε επισκοπικό θρόνο τιμώντας τον γενέθλιο τόπο του. Η προσωνυμία δε αυτή εξέφραζε και τους μύχιους πόθους των τότε μητέρων για το μέλλον των παιδιών τους, πόθους που αποκρυσταλλώθηκαν στην κάθε τόσο επαναλαμβανόμενη μητρική ευχή που διατηρείται ακόμα και σήμερα στον τόπο μας «έχε την ευχή μου και να σε δω δεσπότη…»
Μερικές σκόρπιες επιγραφές από εικόνες ή ναούς της μητροπολιτικής περιφέρειας Κυρήνειας, προσθέτουν αδρές πινελιές στο πρόσωπο του Λαυρεντίου, πληροφορώντας μας για το μουσικό του τάλαντο και τη μόρφωση του. Σε εικόνα της Θεοτόκου από τη Μονή της Αχειροποιήτου, η οποία επιχρυσώθηκε το 1811, αναφέρεται ως «μουσικώτατος», γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν πολύ καλός γνώστης της βυζαντινής μουσικής: «Εχρυσοκοσμήθη η παρούσα εικόνα επί των ημερών του Πανιερωτάτου αγίου Κυρήνειας Ευγενίου και Λαυρεντίου Μουσικατάτου επισκόπου Λαμπούσης, 1811. Και επιστατούντος της Μονής ταύτης καθηγουμένου Μελετίου και μνήσθητι Δέσποινα και πάντων των ευσεβών Χριστιανών των κατοικούντων εν τη νήσω ταύτη». Σε άλλη επιγραφή, που βρίσκεται στον άμβωνα της ίδιας Μονής, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1819, ο Λαυρέντιος, ο οποίος υπηρετούσε τότε ως Μητροπολίτης Κυρηνείας, αποκαλείται «λογιώτατος», ενδεικτικό της μόρφωσης του: «Επί αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου Λογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας και επιστατούντος της Μονής ενθάδε καθηγουμένου κυρίου Μελετίου, διεξόδων γέγονε ο παρών άμβων γλυπτουργηθείς τε συν τη χρυσογραφία. 1819». Μέσα από τις λίγες αυτές πινελιές, διαφαίνεται λοιπόν ένας επίσκοπος μορφωμένος και μουσικός.
Άλλες ακόμα επιγραφές, αναφέρουν απλώς το όνομα του Λαυρεντίου, υπενθυμίζοντας, χωρίς άλλες πληροφορίες, το πέρασμά του από την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Μια τέτοια επιγραφή βρίσκεται στην τοιχογραφία του Ακάθιστου Ύμνου στον ναό της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στον Καλοπαναγιώτη, που αγιογραφήθηκε το 1816: «Γέγονε η παρούσα επί τω καιρώ του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας Λαυρεντίου, 1816». Παρόμοια αναφορά στον Λαυρέντιο γίνεται και στην εικόνα του Σωτήρας, του έτους 1818, η οποία φυλασσόταν στην εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Κερύνειας: «Ο Σωτήρ του κόσμου επί Αρχιερέως κυρίου Λαυρεντίου, αωιη’».
Από το υπόμνημα της εκλογής του στο θρόνο της Κερύνειας, που υπογράφηκε από τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο και Κιτίου Μελέτιο, καθώς και από τον Χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος Σπυρίδωνα, γνωρίζουμε ότι έγινε Μητροπολίτης πέντε χρόνια μετά την εκλογή του σε Λαμπούσης, δηλαδή τον Αύγουστο του 1816, σε διαδοχή του αποβιώσαντος Μητροπολίτη Ευγενίου. Η έδρα της Μητροπόλεως Κυρηνείας είχε ήδη μεταφερθεί από τη Σκουριώτισσα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, το 1800, κοντά στο χωριό Μύρτου, και είχε ανακαινιστεί από τον Μητροπολίτη Ευγένιο, ο οποίος δαπάνησε για τον σκοπό αυτό μεγάλο μέρος από την προσωπική του περιουσία.
Από την αρχή της αρχιερατείας του, ο Λαυρέντιος, δείχνει και πάλι τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Η θητεία του στο θρόνο της Κυρήνειας αρχίζει δυναμικά, με ζήλο και σθένος. Ρίχνεται αμέσως σε διάφορα έργα, προσδοκώντας σε μια μακρόχρονη προσφορά. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όχι απλώς συνεχίζει αλλά και επεκτείνει τα έργα του προκατόχου του Ευγενίου στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Μεριμνά για τη μεταφορά νερού και τη διοχέτευση του σε εξάγωνη θολωτή κρήνη, την οποία έχτισε στο μέσο της αυλής της Μονής, το 1818.
Χαρακτηριστικό είναι και το ότι στολίζει την κρήνη με εκλεπτυσμένο λόγο, συνδυάζοντας έτσι το πρακτικό πνεύμα με την υψηλή καλλιέπεια. Στις τρεις πλευρές της εντοιχίζει έμμετρες επιγραφές, η πρώτη από τις οποίες ιστορεί τα σχετικά με τη μεταφορά του νερού: «Εν χιλιοστώ έτει και οκτακοσιοστώ δεκάτω ογδόω, εν μηνί Ιουνίω, ήχθη ενθάδε το γλυκύρροον ύδωρ δαπάνη μόχθω πλείστη επιμέλεια του θρόνον διέποντος Άγιος ΑυξίβιοςΜητροπολίτου Κυρηνείας κυρίου Λαυρεντίου, εις χρείαν πολλών και χάριν του Αγίου». Η δεύτερη, η οποία βρίσκεται στο μέσο των άλλων δύο, παρουσιάζει το νερό να ομιλεί ποιητικότατα: «Ήμην εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, νυν δ’ ήχθης εις φως δαπάναισι πλουσίαις παρ’ Αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου, δροσίζον πάντας τους κεκμηκότας δίψει. Όθεν οι μετέχοντες της πηγής ταύτης εύχεσθε τω ρηθέντι μακροζωίαν θεόθεν λαβείν και άνω βασιλείαν». Η τελευταία, από τα αριστερά προς τα δεξιά επιγραφή, αναφέρεται στον Λαυρέντιο, ο οποίος κοπίασε για την υλοποίηση του έργου: «Λαυρέντιος, Αρχιθύτης Κυρηνείας, εις δόξαν θεού και χάριν των διψώντων, εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, αφείδεσι δαπάναις, δροσερόν ύδωρ, δροσίζον κεκμηκότα και διψαλέους, εξού πίνοντες μνείαν έχετε τούδε, και εύχεσθε αυτώ γήρας βαθύ, πάντας λαχείν δ’ έπειτα χώρων ουρανιώνων».
Εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνουν, οι επιγραφές αυτές μεταφέρουν μέχρι σ’ εμάς και τον ποιητή που έκρυβε μέσα του ο Λαυρέντιος. Το γλυκύρροον ύδωρ, που ήταν εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, το οποίο ο μερακλής δεσπότης εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, για να δροσίζει τους κεκμηκότας δίψει, συμβολίζει ταυτόχρονα και τον καλλιεπή του λόγο, μέσα στον οποίο ενέκλεισε τους πόθους και τις επιθυμίες του για μια μακρόχρονη προσφορά στη μητρόπολη και το ποίμνιό του. Μας μιλούν ακόμα για τη δίψα του για το ύδωρ το ζων, την ουράνια βασιλεία, αφού ζητά τις ευχές όσων ξεδιψούν στην κρήνη του Αγίου Παντελεήμονα ν’ αξιωθεί όχι μόνο τη μακροζωία, αλλά και την άνω Βασιλεία. Εύχεται σ’ όλους τους πίνοντες να φτάσουν σε γήρας βαθύ και ν’ αξιωθούν χώρων ουρανιώνων.
Ως αρχιερέας, ο Λαυρέντιος επωμίστηκε απολύτως συνειδητά το ρόλο που οι καιροί και το ποίμνιό του ανέμεναν να διαδραματίσει ένας επίσκοπος. Έζησε σε μια εποχή κατά την οποία ο ορθόδοξος λαός της Κύπρου δοκιμαζόταν σκληρά και, μη έχοντας άλλη καταφυγή, εναπόθετε όλες τις προσδοκίες του στην Εκκλησία του. Ανέμενε από αυτήν να συμπληρώσει τα κάθε είδους κενά που επεσώρευε η μακραίωνη σκλαβιά και να θεραπεύσει παντός είδους ανάγκες. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η Εκκλησία της Κύπρου, δεν μπορούσε παρά να είναι εθναρχούσα. Έπρεπε να φροντίσει όχι μόνο για τη σωτηρία των ψυχών, αλλά και για τα οικονομικά προβλήματα του ποιμνίου της, την πολιτική του εκπροσώπηση, την εκπαίδευση του, την ύδρευση ψυχών και σωμάτων και γενικά κάθε είδους πρακτικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο λαός σε σχέση με την εγκόσμια επιβίωσή του.
Βλέπουμε λοιπόν τον Λαυρέντιο, τον μουσικότατο και καλλιεργημένο επίσκοπο, να ανταποκρίνεται πρόθυμα και χωρίς ενδοιασμούς στις ανάγκες των καιρών. Από την αρχή της αρχιερατείας του μεριμνά για έργα κοινής ωφελείας, όπως η ύδρευση της κοινότητας Μύρτου, όπου ήταν και η έδρα της Μητρόπολής του. Δαπανώντας μεγάλα ποσά, φροντίζει να γίνουν διατρήσεις καθώς κι ένα δίκτυο υπογείων φρεάτων, λαγουμιών, που φέρνουν το νερό στην επιφάνεια της γης. Με το νερό αυτό υδρευόταν η κώμη της Μύρτου, η έδρα της Μητρόπολης και η Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Η παράδοση της Εκκλησίας τον θυμάται ως ένα επίσκοπο που εργάστηκε άοκνα για την υλική ευημερία, την πνευματική και εθνική μόρφωση του ποιμνίου του.
Όταν λοιπόν οι ζυμώσεις που γίνονταν στον ευρύτερο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας αγγίζουν και την Κύπρο και οι «κρυφοί ανέμοι» φέρνουν στο νησί, στα 1818, τους πρώτους Φιλικούς ο Λαυρέντιος δεν διστάζει. Επωμιζόμενος πλήρως τον εθναρχικό ρόλο που οι σκλαβωμένοι Κύπριοι ανέμεναν να διαδραματίσει η Εκκλησία τους, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τον Πάφου Χρύσανθο και τον Κιτίου Μελέτιο, μυείται, στη Φιλική Εταιρεία από τους Δημήτριο Ύπατο και Αντώνιο Πελοπίδα. Έτσι, τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο είναι οι ίδιες οι κεφαλές της Εκκλησίας της. Στη συνέχεια, ο Λαυρέντιος μυεί σταδιακά στη Φιλική όλους του ανώτερους κληρικούς της περιφέρειάς του καθώς και τους προκρίτους της Σολιάς, της Ορεινής, Λεύκας, Μαραθάσας, Μόρφου, Καραβά και Λαπήθου.
Πρωτοστατεί στη συγκέντρωση χρημάτων και προμηθειών για τον αγώνα που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Μάλιστα στις 18 Ιουνίου 1821, λιγότερο από ένα μήνα πριν το μαρτύριο των αρχιερέων, η βοήθεια αυτή παραδίδεται στον πυρπολητή Κωνσταντίνο Κανάρη, ο οποίος προσάραξε γι’ αυτό τον σκοπό στον ορμίσκο της Ασπρόβρυσης μεταξύ Αχειροποιήτου και Λάμπουσας.
Η πολύπλευρη δράση του Λαυρέντιου, έμελλε όμως να κορυφωθεί με την ύψιστη προσφορά στο ποίμνιό του, την προσφορά της ίδιας της ζωής του. Τον Ιούλιο του 1821, όταν ο Κουτσούκ Μεχμέτ καλεί στη Χώρα τους επισκόπους και τους προύχοντες του νησιού, ο Λαυρέντιος διαισθάνθηκε ότι έφτανε η ώρα ν’ αναμετρηθεί με την ύψιστη πράξη της διακονίας του. Γι’ αυτό, πριν μεταβεί για τελευταία φορά στη Λευκωσία, επισκέφτηκε το χωριό του κι αποχαιρέτησε τους συγγενείς του. Εκεί, ψυχανεμιζόμενος το επικείμενο τέλος του, έκρυψε σε συγγενικό του σπίτι ένα σακούλι με τις οικονομίες του, το οποίο, όπως αναφέρει η παράδοση, βρέθηκε αργότερα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Λαυρέντιος συνελήφθη από τους Τούρκους στο ναό της Παναγίας της Χρυσοπολίτισσας στην Κερύνεια. Η βόρεια θύρα του ναού, από την οποία εξήλθε ο Λαυρέντιος, κτίστηκε για να θυμίζει το μαρτύριο του.
Στις 9 Ιουλίου του 1821, ημέρα Σάββατο, ο Λαυρέντιος, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους αρχιερείς και μεγάλο αριθμό προκρίτων του νησιού, θυσιάζεται στο βωμό της μετάβασης από τον μεσαίωνα προς τους νέους χρόνους. Ήταν ημέρα Σάββατο κι ο Κουτσούκ διάταξε να κλείσουν όλες τις πύλες των τειχών της Λευκωσίας. Στην πλατεία του πάλαι ποτέ ανακτόρου των Λουζινιανών βασιλέων, έλαβε χώραν η ανόσια πράξη. Πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, τον οποίο προηγουμένως ο Κουτσούκ είχε διαβεβαιώσει με όρκο ότι δεν θα τον αποκεφαλίσει, και τον οποίο μερικοί παρακίνησαν, μάταια, να δραπετεύσει για να σωθεί, απάγεται και απαγχονίζεται. Τον κρεμάζουν στους κλώνους της συκαμινιάς που βρισκόταν απέναντι από την πύλη του Σεραγίου, ενώ ταυτόχρονα, στην ίδια περίπου θέση, αρχίζουν τους αποκεφαλισμούς, πρώτα ενός Λεμεσιανού ονόματι Γεωργίου Μασούρα και έπειτα των Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων και Κυρηνείας Λυρέντιος, και των υπολοίπων μαρτύρων.
Ύστερα αγγάρεψαν κάποιους χριστιανούς και πέταξαν τα μαρτυρικά λείψανα των θυσιασθέντων ιερωμένων και λαϊκών έξω από τα τείχη. Από κει τα παρέλαβαν άλλοι χριστιανοί και τα έθαψαν, άλλα στο κοιμητήριο της Παλλουριώτισσας, άλλα στο κοιμητήριο των Αγίων Ομολογητών κι άλλα στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης στη Λευκωσία.
Τον Μητροπολίτη Λαυρέντιο διαδέχθηκε ο Έξαρχος Κυρήνειας Δαμασκηνός, ο οποίος υπηρέτησε στη συνέχεια ως Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1824-1827) και ακολούθως ως Πρόεδρος Κιτίου (1837-1846). Στο ενθρονιστήριο έγγραφο, που εξεδόθη από την Πύλη και το οποίο επεκύρωνε την εκλογή του Δαμασκηνού, αναφέρεται ότι ο Λαυρέντιος καρατομήθηκε «λόγω των καταχθόνιων πράξεων του εις βάρος του οθωμανικού κράτους». Η σορός του, μαζί με αυτές ορισμένων άλλων εθνομαρτύρων, ετάφη στον περίβολο του ναού της Φανερωμένης, ενώ οι σοροί των υπολοίπων εθνομαρτύρων ετάφησαν στους αυλόγυρους των ναών της Παλουριώτισσας και των Αγίων Ομολογητών.
Από τους 486 προγραφέντες που κλήθηκαν τον Ιούλιο του 1821 στο Σεράγι από τον Κουτσούκ Μεχμέτ, ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που υποπτεύθηκαν την παγίδα και ζήτησαν τη βοήθεια των ξένων προξένων της Λάρνακας που τους φυγάδευσαν στο εξωτερικό. Άλλοι πάλι, λίγοι ευτυχώς, δείλιασαν όταν βρέθηκαν μπροστά στην προοπτική του θανάτου και προτίμησαν να εφαρμόσουν το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», αλλάζοντας την πίστη τους και ασπαζόμενοι το ισλάμ. Όλοι οι υπόλοιποι που σφαγιάστηκαν από τις 9 ώς τις 14 Ιουλίου, επέλεξαν, όπως όλα δείχνουν, συνειδητά να τραβήξουν το δρόμο της θυσίας. Από αυτούς, η ιστορία διέσωσε μόνο ογδόντα ονόματα. Επίσης άγνωστα είναι και τα ονόματα χιλιάδων Κυπρίων που σφαγιάστηκαν κατά τους μήνες που ακολούθησαν την 9η Ιουλίου σ’ όλα τα μέρη του νησιού. Όλων αυτών τα ονόματα, κατέγραψε η αιωνία μνήμη του Τρισαγίου Θεού, ο οποίος θα τους ανακαλέσει ενώπιόν Του εν τη δευτέρα και ενδόξω Αυτού Παρουσία, ως μάρτυρες της πίστεως και της Πατρίδος.
Οι σφαγές που άρχισαν την 9η Ιουλίου συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του 1821 και επεκτάθηκαν σε όλες τις περιοχές της νήσου. Σ’ αυτό το διάστημα οι σφαγιασθέντες υπολογίζονται σε 2 χιλιάδες και οι εκπατρισθέντες σε 30 χιλιάδες. Στη συνέχεια, δε, η θέση των Ελλήνων της Κύπρου επιδεινώθηκε αποφασιστικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρουν οι ιστορικές πηγές για τα παρεπόμενα της θυσίας των μαρτύρων της 9ης Ιουλίου. Γράφει η ιταλική εφημερίδα Notizie del Giorno για τα γεγονότα του 1821: «Ποίον δεν κινεί εις οίκτον η νήσος εκείνη βλέποντα αυτήν ερημωθείσαν των Ελλήνων κατοίκων της, εξ ών άλλοι εσφάγησαν, άλλοι έφυγον, άλλοι ηναγκάσθησαν να ασπασθώσι τον Μωαμεθανισμόν και άλλοι τέλος εκ του φόβου και των βασάνων και των φόρων βρίσκονται ημιθανείς;»
Ο Σουηδός περιηγητής Γιάκοπ Μπέρκγρεν γράφει: «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Τα στρατεύματα του Μουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή, παντού απ’ όπου πέρασαν… Η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα.»
Κι αφού η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, όπως γράφει ο Σουηδός Μπέρκγρεν, οι κάτοικοι του Καλοπαναγιώτη, συγχωριανοί του μάρτυρα Λαυρεντίου, έχτισαν το ναό της Παναγίας της Μαυροφόρας, που στέκει μέχρι σήμερα ως εικόνα του πένθους και μνημόσυνο του μαρτυρικού τέκνου της κοινότητος Επισκόπου Λαυρεντίου και της ατίμητης προσφοράς του.
Όσο για τον Λαυρέντιο, μερικά προσωπικά του είδη βρέθηκαν πολύ αργότερα για να ξαναφέρουν το πρόσωπό του στη μνήμη των συγχρόνων. Διασώθηκαν ένα χειρόγραφο Θεοτοκάριο του 18ου αιώνα και ένας δίσκος, στον οποίο τοποθετούσε την αρχιερατική του μίτρα και τα ιερά εγκόλπια του. Το πρώτο εντοπίστηκε στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο χωριό Αμαργέτη της Πάφου και φέρει το ακόλουθο σημείωμα: «Το παρόν Θεοτοκάριον είναι του Πανιερολογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας κυρίου κυρίου Λαυρεντίου, 1820». Είναι άγνωστο, όμως, πως βρέθηκε στην Αμαργέτη και ποια είναι η σχέση του Λαυρεντίου με το χωριό αυτό. Ο δίσκος, γνωστός ως «ο δίσκος της κορώνας», αφού σε αυτόν ετοποθετείτο η αρχιερατική μίτρα του Λαυρεντίου, φυλασσόταν στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Έφερε την επιγραφή «Λαυρεντίου Αρχιερέως αωιη’» και εχρησιμοποιείτο, στα μεταγενέστερα χρόνια, για να τοποθετείται η αρχιερατική μίτρα κάθε φορά που κάποιος Αρχιερέας λειτουργούσε στη Μονή.
Μισόν αιώνα αργότερα, στα 1872-1873, κατά την ανακαίνιση του ναού της Φανερωμένης, τα οστά των εκτελεσθέντων του 1821, που ήσαν θαμμένα εκεί, τοποθετήθηκαν σε κοινό τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα. Εντέλει, το 1930, μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στο Μαυσωλείο, που ανηγέρθη στον περίβολο του ναού, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Το πρόσωπό τους όμως μένει πάντα παρόν, και η θυσία τους φωτίζει διαχρονικά τη ζωή της Εκκλησίας της Κύπρου. Κι αν σήμερα ανακαλούμε τον Επίσκοπο Λαυρέντιο και τους άλλους μάρτυρες, δεν είναι μόνο γιατί τους οφείλουμε φόρο τιμής ή γιατί η θυσία τους είναι παιδευτική και πλήρης μηνυμάτων. Αλλά κι επειδή σήμερα ειδικά, στις μέρες που μας έδωσε ο Θεός να ζήσουμε, οι δυνάμεις της λήθης επιχειρούν μια καινούργια επέλαση ενάντια στη νήσο μας, επιδιώκοντας να σβήσουν κάθε σημάδι ορθοδόξου παρουσίας σ’ αυτή. Ενάντια σ’ αυτήν την επέλαση μνημονεύουμε τον συντοπίτη μας Επίσκοπο Λαυρέντιο και όλους τους μάρτυρες.
Σ’ αυτό τον αγώνα της επίμονης μνήμης, καταθέτουμε και το κείμενο αυτό. Έως ότου λάμψει θριαμβικά το πρόσωπο του Λαυρεντίου και όλων των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος πέριξ του θρόνου του Τρισαγίου Θεού, εν τη Δευτέρα και ενδόξω Αυτού Παρουσία.
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 10 Ἰουλίου 2025
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 17-29
Ἀδελφοί, ἔχω καύχησιν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τὰ πρὸς τὸν Θεόν· οὐ γὰρ τολμήσω τι λαλεῖν ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι΄ ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν, λόγῳ καὶ ἔργῳ, ἐν δυνάμει σημείων καὶ τεράτων, ἐν δυνάμει πνεύματος· ὥστε με ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ καὶ κύκλῳ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεπληρωκέναι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, οὕτως δὲ φιλοτιμούμενον εὐαγγελίζεσθαι οὐχ ὅπου ὠνομάσθη Χριστός, ἵνα μὴ ἐπ΄ ἀλλότριον θεμέλιον οἰκοδομῶ, ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· Οἷς οὐκ ἀνηγγέλη περὶ αὐτοῦ ὄψονται, καὶ οἳ οὐκ ἀκηκόασιν συνήσουσιν. Διὸ καὶ ἐνεκοπτόμην τὰ πολλὰ τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς· νυνὶ δὲ μηκέτι τόπον ἔχων ἐν τοῖς κλίμασι τούτοις, ἐπιποθίαν δὲ ἔχων τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς ἂν πορεύωμαι εἰς τὴν Σπανίαν, ἐλεύσομαι πρὸς ὑμᾶς· ἐλπίζω γὰρ διαπορευόμενος θεάσασθαι ὑμᾶς καὶ ὑφ΄ ὑμῶν προπεμφθῆναι ἐκεῖ ἐὰν ὑμῶν πρῶτον ἀπὸ μέρους ἐμπλησθῶ νυνὶ δὲ πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ διακονῶν τοῖς ἁγίοις. Ηὐδόκησαν γὰρ Μακεδονία καὶ Ἀχαΐα κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῶν ἐν Ἰερουσαλήμ. Ηὐδόκησαν γάρ, καὶ ὀφειλέται εἰσὶν αὐτῶν· εἰ γὰρ τοῖς πνευματικοῖς αὐτῶν ἐκοινώνησαν τὰ ἔθνη, ὀφείλουσιν καὶ ἐν τοῖς σαρκικοῖς λειτουργῆσαι αὐτοῖς. Τοῦτο οὖν ἐπιτελέσας, καὶ σφραγισάμενος αὐτοῖς τὸν καρπὸν τοῦτον, ἀπελεύσομαι δι΄ ὑμῶν εἰς τὴνΣπανίαν· οἶδα δὲ ὅτι ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς ἐν πληρώματι εὐλογίας Χριστοῦ ἐλεύσομαι.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
12: 46-50, 13: 1-3
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λαλοῦντος τοῦ Ἰησοῦ τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ. εἶπεν δέ τις αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν. Ἐν δὲ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς τῆς οἰκίας ἐκάθητο παρὰ τὴν θάλασσαν· καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ὄχλοι πολλοί, ὥστε αὐτὸν εἰς πλοῖον ἐμβάντα καθῆσθαι, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν εἱστήκει. καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλὰ ἐν παραβολαῖς.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης (10 Ἰουλίου)
Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης* (10 Ἰουλίου)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ θεοφόρος καὶ θαυματουργὸς ὅσιος Ἀθανάσιος, ὁ λαμπρὸς τοῦτος ἀστέρας στὸ νοητὸ στερέωμα τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀνήκει σὲ μιὰ ἰδιαίτερη εὐλογημένη ὁμάδα ἁγίων. Δὲν τὸν κόσμησε τὸ μαρτυρικὸ στεφάνι, οὔτε περιβλήθηκε ἱερατικὰ καὶ διδασκαλικὰ ἀξιώματα, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ στεφανώθηκε μὲ πολυχρόνιους ἀσκητικοὺς καμάτους καὶ ἱδρῶτες τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Τὴ βραχυχρόνια ἐπίγεια βιοτή του διῆλθε κοντὰ στοὺς γονεῖς του, στὴν πτωχικὴ οἰκία του, τηρῶντας μὲ ἀκρίβεια, ταπεινὰ καὶ εὐλαβικά, τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου! Στὴν ἴδια κατηγορία ἀνήκει καὶ ἕνας ἄλλος μεγάλος ἅγιος τῆς κατὰ Κύπρον Ἐκκλησίας, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Λαμπαδιστής, ἡ ἀγγελικὴ ζωὴ τοῦ ὁποίου ἔχει νὰ παρουσιάσει πολλὲς ὁμοιότητες πρὸς τὸν ἐδῶ ἐγκωμιαζόμενο ὅσιο.
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος καταγόταν ἀπὸ τὸ παραθαλάσσιο χωριὸ τοῦ Πεντασχοίνου¹. Τὸ χωριὸ αὐτό, ποὺ βρίσκεται σήμερα ἐρειπωμένο περὶ τὰ 6 χλμ. νότια τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Θεόδωρος τῆς ἐπαρχίας Λάρνακας, ἄκμαζε —σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες— ἀπὸ τοὺς ρωμαϊκοὺς ἤδη χρόνους, καὶ λειτουργοῦσε μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα, ὁπότε καὶ ἐγκαταλείφθηκε². Ἐδῶ λοιπὸν γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ὁ ὅσιος, ἐδῶ καὶ ἁγίασε, καὶ ἐδῶ τάφηκε, ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Πεντασχοινίτης (ὀρθότερα Πεντασχινίτης).
Γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ πολλὰ πράγματα. Τὰ λίγα, ἀλλὰ σημαντικώτατα βιογραφικὰ στοιχεῖα γι᾿ αὐτόν, μᾶς διέσωσε ἕνας ἄλλος ἐπίσης Κύπριος μεγάλος ἅγιος, ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης³, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀμαθοῦντα4. Ἄκμασε κατὰ τὸν 7ο αἰῶνα, καὶ ἐκοιμήθη κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου. Ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους Σιναΐτες Πατέρες, καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸν αὐστηρὸ βίο του, τὴν βαθιά του μόρφωση καὶ τὸ γνήσια ὀρθόδοξο φρόνημά του. Μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων πνευματικῶν συγγραμμάτων του περιλαμβάνονται ὁ «Ὁδηγός», οἱ «Ἐρωταποκρίσεις» καὶ τὰ «Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα»5. Στὸ τελευταῖο αὐτὸ ἔργο του εἶναι ποὺ ἀναφέρεται στὸν ὅσιο Ἀθανάσιο, τοῦ ὁποίου προσκύνησε ὁ ἴδιος τὸ λείψανο καὶ ἄκουσε γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς γέροντες τοῦ Πεντασχοίνου. Ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος ἑορτάζει στὶς 21 Ἀπριλίου6.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν ἅγιο Ἀναστάσιο, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὸ Πεντάσχοινο κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα ἀπὸ ἐνάρετο καὶ θεοφιλὴ πατέρα. Μικρὸς ἀκόμη, ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ μητέρα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας του νυμφεύθηκε ξανά7. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ὁ Ἀθανάσιος τήρησε ἄμεμπτα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα τὴν θερμὴ πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο, τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, καθὼς καὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑπακοὴ πρὸς τοὺς γονεῖς του. Γι᾿ αὐτὸ καί, μόλις εἰκοσαετής, εἶχε ἤδη καταστεῖ «σκεῦος ἐκλογῆς» καὶ εὐῶδες δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἕνεκα λοιπὸν τῆς μεγάλης του ἀγάπης πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ πονεμένους ἀδελφούς του, σκόρπιζε ἀφθονοπάροχα σ᾿ αὐτοὺς τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρηση καὶ διατροφή τους. Κάποια μέρα ἡ μητρυιά του, σὰν ἀντιλήφθηκε τί ἔκανε ὁ νέος, τὸν κατάγγειλε στὸν πατέρα του λέγοντας: «Γνώριζε πὼς ὁ Ἀθανάσιος ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ, καθὼς καὶ τὶς προμήθειες στὶς ἀποθῆκες μας τὰ ἔχει σκορπίσει ἐδῶ κι ἐκεῖ. Τί θὰ ἀπογίνουμε τώρα;» Τότε ὁ πατέρας του, ἀφοῦ τὸν κάλεσε, τὸν ρώτησε ἂν ἀλήθεια ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα. Κι ὁ ἐλεήμων Ἀθανάσιος ἀποκρίθηκε ταπεινὰ καὶ εὐλαβικὰ στὸν πατέρα του: «Πίστεψέ με, πατέρα μου, δὲν γνωρίζω νὰ ἔχω δώσει ἀλλοῦ ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τρόφιμά μας, παρὰ μόνο γιὰ νὰ φιλοξενήσω καὶ θρέψω τοὺς πτωχοὺς καὶ δυστυχισμένους, καθὼς ἐσὺ ὁ ἴδιος μὲ συμβούλευσες νὰ κάνω· γιατὶ ἀληθινὰ ἐγὼ τίποτα δὲν σκόρπισα ἄσκοπα! Ἀλλά, γιὰ νὰ μάθεις, πατέρα, πὼς τοῦτο τὸ ἔκαμα ἀκολουθώντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔλα καὶ ἐρεύνησε τὶς ἀποθῆκες τοῦ σιταριοῦ, τοῦ κρασιοῦ καὶ τοῦ λαδιοῦ.» Καί, σὰν κατέβηκαν κι οἱ δυό τους στὴν ἀποθήκη, βρῆκαν ὅλα τὰ πιθάρια τοῦ κρασιοῦ καὶ τοῦ λαδιοῦ καὶ τὰ δοχεῖα τοῦ σιταριοῦ, μετὰ ποὺ εἶχαν δαπανηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο, νὰ εἶναι πάλιν, ὢ τοῦ θαύματος, ὅλα γεμάτα μὲ τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου!
Ὁ ὅσιος, «τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακροὺς» (Σοφ. Σολομ. 4, 13). Γιατὶ λίγο μετὰ τὰ εἴκοσί του χρόνια ὁ Χριστὸς ἔλαβε εἰρηνικὰ τὴν ὁσία ψυχή του. Δὲν παρῆλθε ὅμως πολὺς καιρὸς ἀπὸ τὴν κοίμησή του καί, γιὰ νὰ τὸν δοξάσει ὁ Κύριος καὶ στὴ γῆ, ἄρχισε νὰ ἐνεργεῖ, μὲ τὴ μεσιτεία τοῦ Ἀθανασίου, ποικίλα θαύματα. Ὡς πρῶτο θαυμαστὸ σημεῖο «ὁ ἐνδοξαζόμενος ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» Θεὸς τέλεσε τὸ ἑξῆς:
Κάποιο πλοῖο, ποὺ ταξίδευε στὴ θάλασσα κοντὰ στὸ Πεντάσχοινο, κινδύνευε ἀπὸ τὴν ἄγρια θαλασσοταραχὴ ποὺ εἶχε ξεσπάσει, νὰ βυθισθεῖ. Ἤτανε μέρα μεσημέρι. Ἐμφανίστηκε τότε ξαφνικὰ στοὺς ναῦτες ὁ ὅσιος, τριγυρίζοντας μέσα στὸ πλοῖο καὶ κυβερνώντας το, καὶ τὸ διέσωσε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας το μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι τοῦ χωριοῦ του. Τὸν ἐρώτησαν τότε οἱ ναῦτες ποιός ἦταν, καὶ τοὺς ἀποκρίθηκε πὼς ἦταν ὁ «Ἀθανάσιος ὁ τοῦ Πεντασχοινίου» καὶ ἀμέσως ἔγινε ἀφανής!

Οἱ ναῦτες συγκινημένοι κατέβηκαν κατόπιν στὸ χωριό, ἔχοντας μαζί τους ἕνα ἀσκὸ μὲ λάδι, γιὰ νὰ τὸ προσφέρουν μὲ εὐγνωμοσύνη στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου, ποὺ τοὺς εἶχε σώσει. Τότε, κατὰ θεία Πρόνοια, βρῆκαν στὸν δρόμο τὸν πατέρα τοῦ ὁσίου, στὸν ὁποῖο διηγήθηκαν τὴ θαυμαστὴ διάσωσή τους, καὶ τὸν ρώτησαν ποῦ βρισκόταν ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ποὺ τοὺς εἶχε σώσει. Ὁ θεοφιλὴς ἐκεῖνος γέροντας τοὺς διαβεβαίωσε πὼς τέτοιος ναὸς δὲν ὑπῆρχε στὴν περιοχή τους. Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ ὅμως τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ νεαροῦ ἁγίου, ποὺ τοὺς διέσωσε, κατάλαβε πὼς ἐπρόκειτο γιὰ τὸν γυιό του. Πορεύθηκαν τότε μαζὶ στὸν τάφο του, κι ἐκεῖ ὁ ἅγιος πατέρας του τὸν ρώτησε: «Παιδί μου, Ἀθανάσιε, σὺ ἐμφανίστηκες στὸ πλοῖο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τοὺς ἔσωσες;» Καὶ ὁ πάντοτε ὑπάκουος Ἀθανάσιος ταπεινὰ ἀποκρίθηκε, ὢ τοῦ θαύματος, σὰν νὰ ἦταν ζωντανός: «Ναί, πατέρα μου. Ὁ Κύριος μὲ ἀπέστειλε, γιὰ νὰ μὴν πάθουνε τίποτα κακὸ στὸν τόπο μας.» Τότε ὁ ἐνάρετος πατέρας τοῦ λέγει: «Κοιμήσου πάλιν, παιδί μου, μέχρι νὰ σὲ ἀναστήση ὁ Χριστός». Ὅπως καὶ ἔγινε8!
Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ ὅσα μᾶς διασώζει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος γιὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο καί, ὡς ἐπιπρόσθετο μάρτυρα τῶν γραφομένων του γι᾿ αὐτόν, φέρει τὸν τότε Μητροπολίτη τῆς Δαμασκοῦ (δὲν ἀναφέρει δυστυχῶς τὸ ὄνομά του), ὁ ὁποῖος ἐπίσης προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Ἀθανασίου καὶ πληροφορήθηκε γιὰ τὴ θαυμαστὴ βιοτή του ἀπὸ τοὺς γεροντότερους κατοίκους τοῦ Πεντασχοίνου9. Τόσο μάλιστα εἶχε ἐντυπωσιασθεῖ ἀπ᾿ ὅσα ἄκουσε, ὥστε σὲ πολλοὺς πολλὲς φορὲς τὰ διηγήθηκε.
Ἀργότερα, πάνω στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου ἀνηγέρθη μεγαλοπρεπὴς ναὸς πρὸς τιμή του, ὁ ὁποῖος καὶ κατέστη πανορθόδοξο προσκύνημα γιὰ τὰ συνεχιζόμενα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες θαύματά του.

Πρόσφατα, ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἦλθε νὰ ρίξει φῶς στὸ βαθὺ πέπλο, ποὺ σκέπαζε τὸ πρόσωπο καὶ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, καθὼς καὶ τὴν πρώιμη ἀπόδοση τιμῆς σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πλήρωμα τῆς νήσου μας. Χάριτι Θεοῦ, κατὰ τὰ ἔτη 2004-2005 διενεργήθηκε μιὰ πρώτη ἀνασκαφή, συντήρηση καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀποκατάσταση τοῦ γιὰ αἰῶνες ἐρειπωμένου πιὸ πάνω ναοῦ τοῦ Ὁσίου. Ἐνδιαφέροντα σχετικὰ εὑρήματα εἶναι τὸ ἱερὸ σύνθρονο, ποὺ διασώθηκε στὴν κόγχη τοῦ Βήματος, κάποια παλαιοχριστιανικὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη στὴν τοιχοποιία, σπαράγματα τοιχογραφιῶν σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ μεσαιωνικὲς ταφὲς καὶ σύγχρονά τους ἀγγεῖα. Ἀναμφίβολα ὅμως, τὸ σπουδαιότερο εὕρημα ἀποτελεῖ ὁ ὑπόσκαφος (ὑπόγειος) ταφικὸς θάλαμος, στὸ μέσον περίπου τοῦ ναοῦ, ὅπου ὁδηγεῖ κλίμακα μὲ πέτρινα σκαλοπάτια. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, στὰ ἀριστερά μας, ὅπως εἰσερχόμαστε (δηλ. στὸ βόρειο μέρος), βρέθηκε ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου μέσα σὲ ἀρκοσόλιο10, ἀλλὰ δυστυχῶς συλημένος. Ἀπέναντί του (στὰ δεξιά μας, δηλ. στὸ νότιο μέρος), ὑπάρχει ὁ τάφος κάποιου ἄλλου ἁγίου προσώπου (πιθανῶς τοῦ πατέρα τοῦ ὁσίου), καὶ πάλιν μέσα σὲ ἀρκοσόλιο, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αὐτὸς συλημένος. Τὸ ὅλο ταφικὸ αὐτὸ σύμπλεγμα καλυπτόταν ἀπὸ τοιχογραφίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώθηκαν μόνο λίγα σπαράγματα. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες θὰ ἦταν ἀσφαλῶς αὐτές, γύρω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ὁσίου. Ἀρχαιολογικὰ ἐκεῖ τεκμήρια (ἐρυθροὶ παλαιοχριστιανικοῦ τύπου σταυροὶ στὴν ὀροφὴ ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, καθὼς καὶ τὸ κάτω τμῆμα ἐνεπίγραφης ἐπιτύμβιας γύψινης πλάκας) ἀνάγουν σαφῶς τὴν ἀρχικὴ φάση τοῦ ταφικοῦ αὐτοῦ θαλάμου στοὺς 7ο/8ο αἰῶνες, καὶ φαίνεται νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὰ χρονολογικὰ γιὰ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο δεδομένα ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀναστάσιο Σιναΐτη, ὅπως ἤδη πιὸ πάνω τὰ ἀναφέρουμε11.
Στὴ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου ἀναφέρεται καὶ ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς, ὅταν περὶ τὸ 1458 μ.Χ. ἔγραφε: «Καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Μαχαιρωμένος εἰς τὸν Ἀχλίοντα τοπικὸς θαυματουργός. Ὁμοίως (δηλ. τοπικὸς ἅγιος θαυματουργὸς) ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασκοινίτης, ἀπὲ τὸ Πεντάσκοινον, καὶ βρύει ἰάματα (=ἐνεργεῖ πολλὲς θεραπεῖες)»12. Ἀπὸ τὴνμαρτυρία αὐτὴ τεκμαίρεται ἔμμεσα ὅτι μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μαχαιρᾶ τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πρέπει νὰ βρισκόταν στὸν ναό του. Ἀργότερα λοιπὸν (ἐπὶ ἐνετοκρατίας ἢ καὶ τουρκοκρατίας) εἶναι ποὺ συλήθηκε ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου καὶ ἐκλάπη τὸ λείψανό του. Στὴν Κύπρο πάντως πουθενὰ δὲν μαρτυρεῖται ὕπαρξη τεμαχίου λειψάνου του. Ἴσως νὰ βρίσκεται ἄφθαρτο (ἢ καὶ ὁλόκληρο) σὲ κάποιο ναὸ τῆς Δύσεως13. Περαιτέρω, σύμφωνα μὲ ἐπικυρωμένη πληροφορία14, κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950 δύο ἀρχαιοκάπηλοι ἀφαίρεσαν ἀπὸ τὸν ὑπόγειο ταφικὸ θάλαμο παλαιὰ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, τὴν ὁποία φυγάδευσαν καὶ πώλησαν στὴν Ἀγγλία.
Ὁ περίφημος προσκυνηματκὸς ναὸς τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἤδη πιὸ πάνω ἀναφέραμε πὼς κτίσθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν ταφικό του ὑπόγειο θάλαμο, καὶ ποὺ ἦταν, ὅπως συμπεραίνεται, μία τρίκλιτη βασιλική, κατέπεσε ἀπὸ σειρὰ σεισμικῶν δονήσεων, ποὺ ἔπληξαν τὸ νησί μας κατὰ τὸ 149115. Ἡ τοπικὴ ὅμως παράδοση (τῆς περιοχῆς), λόγῳ ἀγνοίας τῆς μαρτυρουμένης ἀπὸ τὶς πηγὲς κατάρρευσης ἀπὸ σεισμό, συσχέτισε τὴν καταστροφὴ αὐτὴ μὲ τὴν εἰσβολὴ στὴν Κύπρο τοῦ Ριχάρδου Λεοντόκαρδου πρὸς ἐκδίκηση τοῦ τυράννου τοῦ νησιοῦ Ἰσαακίου Κομνηνοῦ (χωρὶς βέβαια νὰ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα αὐτὰ στὴ διήγηση)! Τὴν παράδοση αὐτὴ στήριζαν στὴν ὕπαρξη μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ μεγάλης σιδερένιας σφαίρας κανονιοῦ. Εἶναι πιθανὸν νὰ κτυπήθηκε ὁ οἰκισμὸς σὲ κάποια μάχη, ἴσως κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων τὸ 1570.
Περαιτέρω, ἐνδιαφέρουσα τυγχάνει καὶ κάποια ἄλλη παράδοση, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ στὴ μνήμη τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου σχετικὰ μὲ τὴν πανήγυρη τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Σύμφωνα μ᾿ αὐτή, σὲ παλαιότερους χρόνους, κατὰ τὴ Δευτέρα τοῦ Πάσχα, ὁπόταν οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου λειτουργοῦσαν στὸν ναὸ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἐρχόταν τὸ πρωὶ μιὰ αἶγα, φέρνοντας μαζί της ἕνα κατσικάκι, ὡς προσφορὰ στὸν ἅγιο, τὸ ὁποῖο ἔσφαζαν οἱ χωριανοὶ καὶ ἔτρωγαν στὴν χαρὰ τῆς πανήγυρης. Ἔδειχναν μάλιστα κοντὰ στὸν ναὸ καὶ τὴν πέτρα, στὴν ὁποία ἐρχόταν ἡ αἶγα μὲ τὸ κατσικάκι της. Μιὰ χρονιὰ ὅμως, πάνω στὴ μέθη τους, οἱ πανηγυριστὲς ἔσφαξαν καὶ τὴν αἶγα, καὶ ἀπὸ τότε σταμάτησε νὰ συμβαίνη τὸ θαυμαστὸ τοῦτο γεγονός16.
Ἡ τιμὴ τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου εἶχε μεγάλη διάδοση καθόλη τὴ φιλάγιο Κύπρο, καθὼς τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἁγιογράφησή του σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ναοὺς τοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα τοὐλάχιστον καὶ ἑξῆς17. Στὶς ἐν λόγῳ τοιχογραφίες ὁ ὅσιος ἀπεικονίζεται ὡς διάκονος, πρᾶγμα ὅμως τὸ ὁποῖο δὲν μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν ὅσιο Ἀναστάσιο στὰ ὅσα μᾶς ἀναφέρει γι᾿ αὐτόν, ὅπως ἤδη πιὸ πάνω τὰ ἐκθέσαμε. Ταπεινὰ φρονοῦμε πὼς ὁ ὅσιος ἦταν ἴσως ἀναγνώστης ἢ εἶχε κάποια ὑπηρεσία στὸν ναό. Εἶναι ἐπίσης ἐξίσου πιθανὸν ἡ τέτοια παράστασή του νὰ συμβολίζη τὴν ἀφιέρωσή του στὸν Θεὸ καὶ τὴν διακονία του στὸν πλησίον18. Ἂς μὴ ξεχνοῦμε ἐξάλλου καὶ τὴ μικρὴ ἡλικία, κατὰ τὴν ὁποία ἐκοιμήθη ὁ ἅγιος (λίγο μετὰ τὰ εἴκοσί του χρόνια), ποὺ δὲν ἐπέτρεπε, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, νὰ ἦταν διάκονος19.
Ἡ καθαυτὸ ἀρχικὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ὁσίου δὲν μᾶς εἶναι σήμερα γνωστή, ἀλλὰ πρόσφατα, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ τότε ἐγχωρίου Ἐπισκόπου20 Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου, καὶ κατόπιν σχετικῆς εἰσηγήσεώς του στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, καθιερώθηκε ὡς ἡμέρα ἑορτασμοῦ του ἡ 10η Ἰουλίου.
Νὰ λοιπόν, ἀκόμη ἕνα πρότυπο ζωῆς, ἕνας λαμπρὸς ὁδοδείκτης πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ μάλιστα γιὰ τὴ φιλόχριστη νεολαία μας21. Ἕνα ὑπόδειγμα ταπείνωσης, ἀγάπης, ἀθόρυβης ἐν Χριστῷ προσφορᾶς πρὸς τὸν ποικιλότροπα δοκιμαζόμενο πλησίον μας! Ἕνα παράδειγμα σεβασμοῦ, τιμῆς καὶ ἀγάπης πρὸς τοὺς γονεῖς! Καί, τέλος, ἕνας ἀκόμη θερμὸς πρέσβυς πρὸς τὸν Κύριο, πρὸς τὸν ὁποῖο πλουτεῖ πολλὴ παρρησία καὶ οἰκείωση! Ἂς ἐπικαλούμεθα καὶ ἐμεῖς τὴν ἱερή του μεσιτεία στὶς πολυώδυνες τοῦ βίου περιστάσεις, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε, μαζί του, νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴ μία Τρισυπόστατη Θεότητα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!
ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Τὸ ὑλικὸ τοῦ παρόντος ἄρθρου βασίζεται σὲ ἀνάλογο κείμενό μας, ποὺ περιλήφθηκε, ὡς παράρτημα, στὴν ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Πεντασχοινίτου, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια καὶ ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κιτίου (Λάρνακα, 2001) μὲ γενικὴ ἐπιμέλεια τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου. Τὸ ἐδῶ κείμενο διαφοροποιήθηκε βασικὰ στὴν ἑνότητα, ποὺ ἀναφέρεται στὸν προσκυνηματικὸ ναὸ τοῦ Ὁσίου, καὶ διαμορφώθηκε σύμφωνα μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀρχαιολογκῆς ἀνασκαφῆς ποὺ διενεργήθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων κατὰ τὰ ἔτη 2004-2005. Ἐκφράζω καὶ ἐντεῦθεν τὶς θερμές μου εὐχαριστίες πρὸς τὴν κ. Θάλεια Περατίτου γιὰ τὴν ἐπιμελὴ πληκτρολόγηση τοῦ παρόντος κειμένου.
1. Βλ. Menelaos N. Christodoulou and Konstantinos Konstantinides, A Complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 1987, σσ. 973 καὶ 1326.
2. Βλ. σχετικὰ Ν. Γ. Κυριαζῆς, Τὰ χωριὰ τῆς Κύπρου, Λάρνακα, 1952, σσ. 148-149· Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμ. 1, σ. 577· Μεγάλη Κυπριακὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, σ. 220 καί, G. Griveaud, Villages désertés à Chypre, (ἐκδ.) Ἵδρυμα Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ [Μελέται καὶ Ὑπομνήματα, ΙΙΙ], Λευκωσία 1998, σσ. 222 καὶ 453. Αὐτόθι (σ. 478) τὸ Πεντάσχοινο παρουσιάζεται νὰ λειτουργεῖ ὡς τσιφλίκι μὲ 11 ἐργάτες κατοίκους, σύμφωνα μὲ μία καταγραφὴ τῶν τσιφλικιῶν τῆς Κύπρου τοῦ ἔτους 1881.
3. Σχετικὴ γιὰ τὸν ὅσιο Ἀναστάσιο βιβλιογραφία βλ. στό: Κύπρια Μηναῖα, (ἐκδ.) Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου, τόμ. Ϛ΄ (Μάρτιος – Ἀπρίλιος), Λευκωσία 1999, σσ. 148-149.
4. Τὴν καταγωγή του μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὸ ἔργο του Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα, ἡ συνολικὴ κριτικὴ ἔκδοση τοῦ ὁποίου ἀναμένεται στὸ ἐγγὺς μέλλον. Στὸν κώδ. Vatic. Gr. 2592, ποὺ βρίσκεται στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ καὶ πού, μεταξὺ ἄλλων, περιλαμβάνει καὶ ἔργα τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου, στὸ φ. 135ν, ἀναφγράφει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος: «ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι Ἀμαθοῦντι». Σημειώνουμε ἐδῶ πώς, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει σὲ συνάρτηση μὲ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο, τὸ Πεντάσχοινο, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοὐλάχιστον (7ος-8ος αἰ.), ὑπαγόταν στὴ διοικητικὴ περιφέρεια τῆς Ἀμαθοῦντος.
5. Γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου κλασικὴ παραμένει ἡ μελέτη τοῦ Γάλλου καθηγητῆ στὴ Σορβώννη Bernard Flusin, «Démonset Sarasins», Travauxet Mémoirs, 11 (1991), σσ. 381-409, ὅπου, μεταξὺ ἄλλων, τεκμηριώνεται ἡ πατρότητα τῶν ἐν λόγῳ ἔργων, καθὼς καὶ ἡ κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου. Ἡ ὡς ἄνω (βλ. προηγ. σημ.) ἀναμενομένη κριτικὴ ἔκδοση τοῦ ἔργου του «Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα» ἑτοιμάστηκε ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ κ. Flusin, ἀπὸ τὸν André Binggeli.
6. Πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία του, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου Σιμωνοπετρίτου, δημοσιεύθηκε στὰ Κύπρια Μηναῖα, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 3), σσ. 139-147.
7. Στὸ πρωτότυπο ἀρχαῖο σχετικὸ κείμενο, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ δημοσιεύσαμε στὴν πιὸ πάνω Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, σ. 65, ὁ πατέρας του χαρακτηρίζεται ὡς «πρεσβύτερος», ἀλλ᾿ ἡ ἱερατική του ἰδιότητα ἐδῶ ἀποκλείεται, ἕνεκα τῆς δευτερογαμίας του, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἀπαγορευόταν αὐστηρὰ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τοὺς κληρικούς. Τὸν ὅρο ἐδῶ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε ὡς ἡλικιωμένος, σεβάσμιος γέροντας.
8. Ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ συνομιλία τοῦ κεκοιμημένου ἤδη ὁσίου Ἀθανασίου μὲ τὸν πατέρα του, διαφαίνεται μὲ ἐνάργεια ἡ βαθιὰ πίστη καὶ ἁγία βιοτὴ τοῦ δευτέρου, γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει καὶ ἐδῶ τὸ εὐαγγελικὸ λόγιο «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Μόνο ἄνθρωπος μὲ μεγάλη πίστη καὶ παρρησία στὸν Θεό, θὰ ἀποτολμοῦσε τέτοια πράξη! Ὁμοιότατο γεγονὸς συναντοῦμε καὶ στὸν βίο τοῦ μεγάλου Πατρὸς καὶ θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος. Ἐνῶ δηλ. ὁ ἅγιος παρευρισκόταν στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας (325 μ.Χ.), ἐκοιμήθη ἡ ἁγία θυγατέρα του Εἰρήνη, ποὺ εἶχε διέλθει τὸν βίο της μὲ παρθενία καὶ ὁσιότητα. Ὅταν λοιπὸν ἐπέστρεψε στὴν Τριμιθοῦντα ὁ ἅγιος, ἐπειδὴ κάποια γυναίκα στὸ μεταξὺ εἶχε δώσει στὴν Εἰρήνη πολύτιμο χρυσὸ κόσμημα γιὰ νὰ τὸ φυλάξει καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνεύρει μετὰ τὴν κοίμησή της, ὁ Μέγας Σπυρίδων ἀνέστησε θαυματουργικὰ τὴ θυγατέρα του καὶ τὴ ρώτησε ποῦ εἶχε τοποθετήσει τὴν παρακαταθήκη. Ἀφοῦ αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε σχετικά, τὴν πρόσταξε ὁ ἅγιος νὰ κοιμηθεῖ (ἀποθάνει) καὶ πάλιν μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅπως καὶ ἔγινε! (Τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ποὺ συνέταξε ὁ ἐπίσκοπος Πάφου Θεόδωρος [7ος αἰ.] βλ. στὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Paul Vanden Ven, La Légendede S. Spyridon, évêquede Trimithonte, Louvain 1953, §7, σσ. 34-36).
9. Ὅπως σημειώνει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὴ διήγηση γιὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο (βλ. Ἀκολουθία, σ. 67), ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης Δαμασκοῦ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ Πεντάσχοινο καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ὁσίου ὀκτὼ χρόνια προηγουμένως, ἀπὸ τότε δηλ. ποὺ ἔγραφε ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος. Σύμφωνα μὲ διάφορα ἐσωτερικὰ ἱστορικὰ τεκμήρια, τὸ ἔργο τοῦτο τῶν «Ψυχωφελῶν καὶ στηρικτικῶν διηγημάτων» ὁ Ἀναστάσιος ἔγραψε περὶ τὰ ἔτη 690-700 μ.Χ. Ἄρα περὶ τὰ 680-690 εἶναι ποὺ ὁ Μητροπολίτης αὐτὸς ἐπισκέφθηκε τὸ Πεντάσχοινο. Ἀφοῦ λοιπόν, ὅπως ἀναφέρει στὴν ἴδια συνάφεια ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος, πληροφορήθηκε τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τοὺς γέροντες τοῦ χωριοῦ, πού, ὅπως φαίνεται ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῆς ζωῆς καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ὁσίου στὴν παιδικὴ ἢ νεανική τους ἡλικία, ἑπομένως ἡ ἐποχὴ ἀκμῆς τοῦ Ἀθανασίου πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα, καὶ ὁπωσδήποτε πρὸ τῆς πρώτης ἀραβικῆς κατὰ τῆς Κύπρου ἐπιδρομῆς (649 μ.Χ.), ὅπως σημειώνει σχετικὰ ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος (δηλ. στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 7ου αἰ.).
10. Ἡ λέξη ἀρκοσόλιον (ἀπὸ τὸ λατινικὸ arcosolium, προερχόμενο ἀπὸ τὶς λ. arcus= τόξο καὶ solium= σορός, θήκη, τάφος) δηλώνει τοὺς τοξωτοὺς τάφους, ποὺ κατασκευάζονταν κατὰ τὴν παλαιοχριστιανικὴ-πρωτοβυζαντινὴ περίοδο. Σ᾿ αὐτοὺς ὁ τάφος, ποὺ προεξεῖχε λίγο ἀπὸ τὸ δάπεδο, ἐπιστεγαζόταν ἀπὸ τοξωτὴ ὀροφή, δίνοντας ἔτσι ἕνα πλαστικὸ βάθος στὴν κατασκευή. Συχνὰ τὰ ἀρκοσόλια, μάλιστα αὐτὰ τῶν ἁγίων, διακοσμοῦνταν ἀπὸ ποικίλες παραστάσεις.
11. Ἀναμένεται εἰσέτι ἡ ἐπίσημη ἔκδοση τῶν πορισμάτων τῶν ἐν λόγῳ ἀνασκαφικῶν ἐργασιῶν ἀπὸ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων Κύπρου.
12. Λεόντιος Μαχαιρᾶς, Χρονικὸν (ἔκδ. R. M. Dawkins, Oxford1932), τόμ. Ι, §36, σσ. 34-36. Ἀνάλογες ἀναφορὲς γίνονται καὶ ἀπὸ τοὺς λατίνους Κυπρίους χρονογράφους τοῦ 16ου αἰ. Φλώριο Βουστρώνιο (Fl. Bustron, Historia…, ἀνατ. Θεόδ. Παπαδοπούλλου, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη, 8, Λ/σία, 1998, σ. 34) καὶ Διομήδη Στραμβάλδη (Diomede Strambaldi, Ciprioto, Chronicha…, (ἔκδ.) René De Mas Latrie, Paris1893, σ. 15), οἱ ὁποῖοι, ἐν προκειμένῳ ἀντιγράφουν τὸν Μαχαιρᾶ.
13. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατὰ τὸν Μεσαίωνα τακτικὴ τῶν Φράγκων-Ἐνετῶν κλπ. ἐπωνύμων παπικῶν τῆς σύλησης, διαρπαγῆς καὶ διακίνησης ἁγίων λειψάνων, καὶ πολλῶν μάλιστα ἀφθάρτων, τὰ ὁποῖα οἰκειοποιήθηκαν, μεταφέροντάς τα στὶς χῶρες τους (Ἰταλία, Γαλλία κ.ἀ.). Δὲν ἀποκλείεται στοὺς δίσεκτους ἐκείνους γιὰ τὴ μεγαλόνησό μας χρόνους νὰ εἶχε τὴν ἴδια τύχη καὶ τὸ λείψανο τοῦ Πεντασχοινίτου ὅσίου (καθὼς καὶ αὐτό, ποὺ ἀπέκειτο πλησίον του, στὸ ἄλλο ἀρκοσόλιο).
14. Εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Λάρνακας, κ. Γρηγόριο Σταύρου, τόσο γι᾿ αὐτή, ὅσο καὶ γιὰ ἄλλες πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸν ναὸ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου. Σημειώνουμε ἐδῶ ἀκόμη πώς, τόσο γιὰ τὸ ὑπόγειο ταφικὸ σύμπλεγμα, ὅσο καὶ γιὰ τὶς σωζόμενες παραδόσεις σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο καὶ τὸν ναό του, μᾶς διηγήθηκε ἐπίσης (κατὰ τὸ 2000) ὁ (τότε ὀγδοντάχρονος) κ. Καλοζώης ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο. Σύμφωνα μὲ τὸν τελευταῖο, ποὺ πρόφθασε σὲ καλὴ κατάσταση τὸν ταφικὸ θάλαμο καὶ πρὶν καταρρεύσει, πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ὁσίου ὑπῆρχε ἐνεπίγραφη ἐπιτύμβια πλάκα μὲ ἑλληνικὴ ἐπιγραφή, ποὺ σωζόταν τότε ὁλόκληρη, καὶ ἡ ὁποία ἀναμφίβολα ταυτίζεται μὲ αὐτή, τῆς ὁποίας ἀνευρέθη κατὰ τὶς πρόσφατες ἀνασκαφὲς τὸ κάτω τμῆμα, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε. Ἡ ἐπιτύμβια αὐτὴ πλάκα ἔσπασε, σύμφωνα μὲ τὸν κ. Καλοζώη, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὡς ἄνω κλοπῆς τῆς εἰκόνας τοῦ ὁσίου, καθὼς αὐτὴ βρισκόταν κρυμμένη πίσω ἀπὸ τὴν πλάκα. Στὴ συνέχεια φαίνεται ὅτι κάποιος ἀφαίρεσε καὶ τὸ ἐλλεῖπον σήμερα ἄνω τμῆμα τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτύμβιας πλάκας, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν κ. Καλοζώη πάντοτε, εἶχε συνολικὸ ὕψος περίπου δύο μέτρα (τὸ τεμάχιο ποὺ βρέθηκε εἶναι ἀρκετὰ μικρότερο, ὕψους περίπου μισοῦ μέτρου).
15. Τὴν καταστροφικὴ ἐπίδραση τῆς σειρᾶς τῶν σεισμικῶν αὐτῶν δονήσεων, ποὺ ἔγιναν στὶς 24/25 Ἀπριλίου καὶ τὴν 1η Μαΐου τοῦ 1491, περιγράφουν ἀρκετοὶ περιηγητὲς τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ κυπριακὰ χρονογραφικὰ σημειώματα (σχετικὲς ἀναφορὲς βλ. στό: Eugen Oberhummer, Der Bergdes Heiligen Kreuzes, Ausland 1892, σ. 407 καί, πιὸ πρόσφατα, Θεοχάρης Σταυρίδης, «Ὁ σεισμὸς τοῦ 1491 στὴν Κύπρο», Ἐπετηρίδα τοῦ Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν Κύπρου, XXIV, Λευκωσία, 1998, σσ. 125-144). Εἰδικώτερα γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου στὸ Πεντάσχοινο ἔχουμε ἀναφορὰ σὲ σύγχρονο παρασελίδιο χειρόγραφο σημείωμα τοῦ παπᾶ Ἀθανασίου Φάρη ἀπὸ τὴν (πλησιόχωρη στὸ Πεντάσχοινο) Κοφίνου στὸν κώδικα Parisinus Graecus 624, φ. 2v: «Τὴν ἐχρονίαν αυϞα΄ (=1491) ἐγίνετον σεισμὸς μέγας εἰς τι (= τὴν) (ἡ) μέρα ἀπριλλίου κδ΄, ἡμέρα Κυριακή, εἱπία (= ἡ ὁποία) κυριακὴ εἶτον (= ἦταν) τοῦ παραλύτου καὶ ἐχάλασεν ἡ Ἁγία Σοφία καὶ πολλὲς ἐκκλησίες εἰς τὶ (= τὴν) χώρα·… ἐχάλασε καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Πεντήσχην τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Πεντησχηνίτου ἐκ βάθρου. Διὰ ἀθίμησιν (=ἐνθύμησιν) ἔγραψα ἀπριλίου κδ΄ ἐχρονίας ἄνοθεν παπᾶς Ἀθανάσιος Φάρης ἀπὸ χωρίου Κοφίν(ου)» (JeanDarrouzès, «Notespourservirà l᾿histoiredeChypre», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΒ΄ [1958], σ. 245). Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἀναφέρεται ἐδῶ ἡ σχεδὸν ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τοῦ ναοῦ («ἐκ βάθρου»), ποὺ θὰ ἄφησε τὸν ναὸ στὴν κατάσταση, ποὺ βρισκόταν πρὶν τὸ 1974, ἡ ὁποία, ὅπως πληροφορηθήκαμε, ἦταν καλύτερη ἀπὸ τὴν κατάστασή του πρὶν τὸ 2004 (ὁπότε ἔγινε ἡ ἀνασκαφὴ καὶ ἀποκατάστασή του).
16. Ἀντίστοιχη παράδοση συναντοῦμε καὶ σὲ ὁρισμένα ἄλλα χωριά, γιὰ ἄλλους ἁγίους τῆς Κύπρου. Ἀνάλογο γεγονὸς (καὶ ἴσως τὸ ἁγιολογκὸ πρότυπο) συναντοῦμε στὸν Βίο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀθηνογένους, ἐπισκόπου Πηδαχθόης (BHG197-197e), ποὺ ἑορτάζει στὶς 16 Ἰουλίου, καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἐνῶ δηλαδὴ ὁδηγοῦσαν τὸν ἅγιο στὴν καταδίκη, εὐλόγησε ἕνα ἐλάφι, ποὺ εἶχε ἀναθρέψει στὴ Μονή του, νὰ μὴν ἀγρευθεῖ ποτὲ ἀπὸ κυνηγό, οὔτε τὸ ἴδιο, οὔτε οἱ ἀπόγονοί του, ἀλλὰ νὰ ἔρχεται κάθε χρόνο στὴ μνήμη του καὶ νὰ φέρνει ἕνα ἐλαφάκι γιὰ τοὺς πανηγυριστές, πρᾶγμα ποὺ γινόταν χάριν τοῦ ἁγίου πρὸς δόξαν Θεοῦ.
17. Βλ. σχετικά, A. and J. Stylianou The painted Churches of Cyprus, Nicosia, 21997 (revised edition), σσ. 88, 147, 239, 254, 273, 405. Ἄλλη τοιχογραφία του (τοῦ 13ου αἰ.) στὸν ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ χωριοῦ Σωτήρας Ἀμμοχώστου, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, 71 [Φθινόπωρο 2003], εἰκόνα ἐμπροσθοφύλλου. Περαιτέρω, ἡμικατεστραμμένη τοιχογραφία του βρίσκεται στὴ βόρεια ἡμικυκλικὴ ἁψῖδα τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Ἑλλήνων τῆς ἐντὸς τῶν τοιχῶν παλαιᾶς Ἀμμοχώστου, χρονολογουμένη στὸν 15ο αἰ., μὲ ἐπιγραφὴ «ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΟΤΗΣ ΚΗΠΡΟΥ», ἀπὸ ὅσο διακρίνεται.
18. Εἶναι ἀξιοσημείωτο πὼς μία φορητὴ εἰκόνα τοῦ ὁσίου (ἡ μόνη ἴσως σήμερα γνωστὴ παλαιὰ φορητή), τῶν μέσων τοῦ 19ου αἰώνα, ποὺ φυλάσσεται στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ ὁμωνύμου χωριοῦ τῆς Λάρνακας (βλ. Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου, ὅπ. ἀν., σ. 7), τὸν ἀπεικονίζει ὡς λαϊκό, μὲ σταυρὸ στὸ δεξὶ χέρι καὶ ποιμενικὴ ράβδο στὸ ἀριστερό. Κρίνοντας δὲ ἀπὸ τὴν ἐγγύτητα τοῦ χωριοῦ στὸ Πεντάσχοινο, καθὼς καὶ τὴν ὀνομαστικὴ τῆς ἐν λόγῳ εἰκόνας ἐπιγραφὴ («Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΚΗΝΗΤΙΣ»), εὔλογα μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε πὼς αὐτὴ ἀντιγράφει πιθανώτατα παλαιὸ πρότυπο, προερχόμενο κατευθείαν ἀπὸ τὸν προσκυνηματικὸ τοῦ Ὁσίου ναό, καὶ ἴσως παραπέμπει στὴν πραγματικὴ ἀρχικὴ ἀπεικόνισή του.
19. Σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῶν τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων (Νεοκαισαρείας ια΄, Καρθαγένης κα΄, ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς ιδ΄), ὁ χειροτονούμενος διάκονος πρέπει νὰ εἶναι τοὐλάχιστον 25 ἐτῶν, ὁ δὲ πρεσβύτερος 30 ἐτῶν. Κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστοῦ. Παρόλο ποὺ στὸν βίο του δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἦταν κληρικός, ἀπὸ τὸν 13ο αἰ. κ.ἑ. εἰκονογραφεῖται ὡς διάκονος, ἂν καὶ ἐκοιμήθη ἐπίσης σὲ ἀρκετὰ νεανικὴ ἡλικία, καὶ μάλιστα τυφλός! Στὴν περίπτωση τούτη τὸ γεγονὸς ἐξηγεῖται, εἴτε διότι ὡς υἱὸς ἱερέως εἶχε κάποια διακονία στὸν ναό, προτοῦ τυφλωθεῖ, εἴτε ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ ἐμφάνισή του, μετὰ θάνατον, στὸν ἁγιογράφο, ποὺ ἀποροῦσε πῶς νὰ τὸν ἀπεικονίσει, μὲ τὸ σχῆμα νοταρίου (γραμματέως). Ἐξάλλου, δὲν ἀποκλείεται καὶ ἐδῶ ἡ τέτοια ἀπεικόνισή του νὰ εἶναι συμβολικὴ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν μεσιτευτικῆς ἱκεσίας του ὑπὲρ τῶν πιστῶν.
20. Κατὰ τὸ ἔτος 2007, μὲ τὴν ἀνασύσταση τῆς Μητροπόλεως Τριμιθοῦντος, τὸ χωριὸ Ἅγιος Θεόδωρος καὶ τὸ ὑποκείμενο σ᾿ αὐτὸ προσκύνημα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου παραχωρήθηκε ἐκκλησιαστικὰ σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιτίου κ.κ. Χρυσόστομο, κατόπιν καὶ τῆς σχετικῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
21. Τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦτο τοῦ ὁσίου ὡς προτύπου καὶ προστάτου τῆς χριστιανικῆς νεολαίας, τονίζεται καὶ στὴν ὡραία Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου (βλ. ἀνωτ.), ποὺ μὲ περισσὴ εὐλάβεια καὶ ἀγάπη συνέθεσε ὁ ἐνάρετος χαρισματοῦχος Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, κὺρ Χαραλάμπης Μπούσιας. Ἡ Ἀκολουθία αὐτή, ἐκτὸς τῆς αὐτοτελοῦς ἐκδόσεώς της ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Κιτίου, περιλήφθηκε, μὲ εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου καὶ τῆς ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου, καὶ στὰ Κύπρια Μηναῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, τόμ. Θ΄ (Ἰούλιος), σσ. 49-59 (στὶς σσ. 60-61 οἱ σχετικὲς Πηγὲς καὶ ἡ Βιβλιογραφία).
Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος οι εν Γορτύνη της Νήσου Κρήτης (10 Ιουλίου)
Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος κατάγονταν από τα Πιτσίδια Πυργιωτίσσης και ήταν τέκνα της ευλογημένης συζυγίας του Χαρίτωνος και της Μαρίας Χαριτάκη. Από τη μικρή τους ηλικία αποκαλύφθηκε η μοναχική τους κλίση με διάφορα θαυμαστά γεγονότα που βίωσαν.
Ο Παρθένιος γεννήθηκε το 1829 μ.Χ. και έλαβε το κοσμικό όνομα Νικόλαος, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 1846 μ.Χ. γεννήθηκε και ο Ευμένιος, κατά κόσμον Εμμανουήλ. Ο Νικόλαος αγαπούσε την ησυχία από μικρός και αποστρεφόταν τα παιχνίδια, ενώ τηρούσε όλες τις καθορισμένες από την Εκκλησία, ημέρες νηστείας. Δεν εντρύφησε στα γράμματα σε αντίθεση με τον μικρό αδελφό του, ο οποίος διδάχθηκε από κάποιον δάσκαλο του χωριού του.
Το 1856 μ.Χ. έφυγε από τη ζωή ο πατέρας τους και τότε άρχιζαν να ετοιμάζονται για να αναχωρήσουν και εκείνοι να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Μέχρι την αναχώρησή τους μεσολάβησαν αρκετά θαύματα• άλλωστε από τη μικρή του ηλικία ο μικρός Νικόλαος, είχε γευθεί την παρουσία και τη χάρη του Κυρίου πολύ έντονα στη ζωή του. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν μικρό παιδί, έπεσε σε ένα βαθύ πηγάδι. Έτρεξαν τότε οι κάτοικοι να τον βγάλουν από εκεί πιστεύοντας ότι θα βγάλουν το παιδί νεκρό. Ο Νικόλας όμως δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα και όλοι θαύμασαν το γεγονός.
Το δεύτερο θαύμα ήταν η πληροφορία που έλαβε από το Θεό ότι το καράβι που επρόκειτο να ταξιδέψει θα βυθιζόταν. Ο ανάδοχός του ήθελε να πάρει μαζί τον Νικόλαο για να τον κάνει ναυτικό. Ο Νικόλας όμως επιθυμούσε τον μονήρη βίο και γι’ αυτό βρήκε μία δικαιολογία για να μην ταξιδέψει και εξαφανίστηκε. Το τρίτο και καθοριστικό θαύμα που ώθησε την μητέρα τους να δώσει την ευχή της για να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο ήταν το εξής: Η μητέρα έδωσε εντολή να ανάψουν το φούρνο για να ψήσει τα ψωμιά. Ο Νικόλαος δεν τον άναψε και στο παράπονο της μητέρας του απάντησε: « Για να δεις μάνα πως εμάς τα δυό παιδιά σου ο Θεός θέλει να γίνουμε μοναχοί, να βάλεις τα ψωμιά στο φούρνο χωρίς να τον ανάψουμε, χωρίς φωτιά». Πραγματικά έτσι έγινε και Ώ! του θαύματος τα ψωμιά ψήθηκαν, η μητέρα θαύμασε Δόξασε το Θεό που κατέστησε τα δυό τέκνα της σκεύος εκλογής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Ξεκινούν λοιπόν το 1858 μ.Χ. για την Οδηγήτρια, όπου μετά από τέσσερα χρόνια δοκιμασίας ο Νικόλαος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Νέστωρ, στις 27 Αυγούστου 1862 μ.Χ. Έπειτα από 7 χρόνια δοκιμασίας, το 1865 μ.Χ. γίνεται μοναχός και ο Εμμανουήλ, λαμβάνοντας το όνομα Μεθόδιος.
Ο Νέστωρ ασκούσε τελεία υπακοή μέσα στο μοναστήρι, λειτουργώντας ως παράδειγμα για τον μικρό αδελφό του Μεθόδιο. Εστάλη αργότερα από τον ηγούμενο της μονής, στον σπηλαιώδη Ναό του Μαρτσάλου. Εκεί ασχολήθηκε με τον Ναό και έχτισε κελιά αλλά και μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού. Ο Νέστωρ χρειαζόταν βοήθεια, γι’ αυτό ζήτησε από τον ηγούμενο να δώσει ευλογία να μεταβεί και ο αδελφός του κοντά του.
Τα δυό αδέλφια στο Μάρτσαλο εφάρμοζαν αυστηρό πρόγραμμα ασκήσεως αλλά για λίγο καιρό έζησαν μέσα στην ησυχία, διότι σύντομα μαθεύτηκε η αρετή τους και τα πλήθη συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή τους. Λίγο αργότερα κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 μ.Χ. και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δυό αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο Γεράσιμο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς. Ο ηγούμενος πήγε στο Μάρτσαλο και τους έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος. Οι δυό αδελφοί αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους, ευαρεστώντας τον Κύριο. Ο Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα και τρίχινο ράσο ακόμη και τους θερινούς μήνες. Το 1868 μ.Χ. ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτονεί σε Διάκονο τον Ευμένιο στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας και το 1870 μ.Χ. ο Επίσκοπος Αρκαδίας τον χειροτονεί Πρεσβύτερο. Δίπλα του πάντα ο μοναχός Παρθένιος ο Αββάς του, το στήριγμα της ζωής του.
Ύστερα από λίγο διάστημα, ανέλαβε ηγούμενος της μονής ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ο οποίος όμως δεν έβλεπε θετικά την προσέλευση του κόσμου στο Μάρτσαλο και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στα δυό αδέλφια τα οποία έπειτα από πλείστους ονειδισμούς αποχώρησαν από το μοναστήρι το 1874 μ.Χ. και βρέθηκαν έπειτα από τετραετή περιπλάνηση στα σπήλαια των Αστερουσιών στον Κουδουμά.
Στις σπηλιές των Αστερουσίων ορέων στις οποίες περιπλανήθηκαν, δέχονταν ελεημοσύνη από βοσκούς της περιοχής αλλά και από τους ψαράδες. Στην περιοχή μάλιστα του αγίου Ιωάννου βρήκαν τον γέροντα Γεράσιμο, ο οποίος ασκήτευε εκεί. Επειδή όμως από την προσέλευση των μαθητών του Γερασίμου, δεν υπήρχε ησυχία, γι’ αυτό το λόγο αποχώρησαν και από εκεί. Βρέθηκαν στο μεγάλο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου, όπου υπήρχε πόσιμο νερό σε στέρνες φτιαγμένες από παλαιότερους αναχωρητές. Η παραμονή τους ήταν μικρή εκεί λόγω της μεγάλης υγρασίας του σπηλαίου. Κατόπιν προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή του Κουδουμά Εκεί σε απόκρημνο σπήλαιο μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων με μεγαλύτερο ζήλο ζητούσαν το έλεος του Θεού. Σε μικρή απόσταση από εκεί η Παναγία μας τους επιφύλασσε μία μεγάλη ευλογία.
Στον τόπο του Κουδουμά υπήρχε από αιώνες το εγκαταλειμμένο Μοναστήρι της. Ασκητές και ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης είχαν εκεί προσφέρει τη ζωή τους ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον στην αγάπη του Θεού.
Η επιθυμία των δυό αδελφών ήταν μεγάλη, να γίνει το παλιό ερημικό μοναστήρι, μία νέα παλαίστρα πνευματικών αγώνων.
Ο τόπος ήταν άγριος, ακατοίκητος και το κτίσιμο ενός μοναστηριού φάνταζε αδύνατο, μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «..μεῖνε ἐδῶ νὰ ἱδρύσεις Μονύδριον νὰ ἐκτελεῖτε τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας καθήκοντα καὶ τὴν τάξιν τῆς ἀκολουθίας σώαν καὶ μὴ φοβοῦ διότι Ἐγὼ θὰ εἶμαι οἰκονόμος». Έτσι με την προτροπή της Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.
Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ο Όσιος Ευμένιος αναφέρει στον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο στις 08/10/1915 μ.Χ. λέγοντας «…ἱδρύσαμε ἐκ βάθρων τὴν Μονὴν, μὴ ἔχων τότε εἰμὴ ὀλίγον τεῖχος παλαιὸν ἐν τὴ ἐκκλησία…». Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας εξυπηρετούμενοι σ’ αυτόν στις Ακολουθίες και στις καθημερινές θείες Λειτουργίες τους και διαμένοντες οι ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως του Ναού. Τα δυό αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά τελικά ο κόσμος στην περιοχή υποστήριξε με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται οι Πατέρες και οι εργάτες της Μονής.

Αργότερα με την προσέλευση μοναχών μεγάλωσαν το Ναό της Παναγίας ο οποίος χτίστηκε με θαυμαστό τρόπο. Το κτίσιμο Ναού στον έρημο τόπο του Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί τα πετρώματα ήταν ακατάλληλα αλλά και η επεξεργασία τους, το πελέκημά τους από τους μάστορες, με τα εργαλεία της εποχής, καταστούσαν ακόμη πιο αδύνατη την υλοποίηση του ευλογημένου έργου τους. Για το λόγο αυτό οι κτίστες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη μονή χωρίς να τελειώσουν το έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τους παρακάλεσαν να μείνουν για μία νύχτα ακόμη. Εκείνη τη νύχτα οι Πατέρες αφιερώθηκαν με θερμή προσευχή στην Παναγία και Εκείνη με τις Πρεσβείες της στον Κύριο έκανε το θαύμα! Το πρωί είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες για το κτίσιμο του ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 μ.Χ. Ο Ναός λέγεται και Θεόκτιστος εξ αιτίας αυτού του θαύματος. Οι Όσιοι Πατέρες επιδοθήκαν σε μεγάλα ασκητικά παλαίσματα• δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν και αυτές πάνω σε ένα χορταρένιο ψαθί και σε ένα πέτρινο προσκέφαλο, τα σώματά τους ήταν σκελετωμένα από την νηστεία, την αγρυπνία την άσκηση και την πολύμοχθη εργασία για την κατασκευή της Μονής. Δεν έτρωγαν ποτέ κρέας και είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, το οποίο έπλεναν μια φορά το χρόνο στην θάλασσα και μόνο οι ίδιοι.
Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αυστηρός με τον κανονισμό της μοναχικής ζωής και γι’ αυτό έκανε άβατο το μοναστήρι του. Ακόμη και οι δόκιμοι έμεναν εκτός μονής και μάλιστα στα γύρω σπήλαια. Ο όσιος παιδαγωγούσε πολύ αυστηρά αλλά πάντα με γνώμονα την αγάπη και την πνευματική τελείωση των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Το χάρισμα και οι διδαχές του οσίου Παρθενίου ασκούσαν μεγάλη πνευματική επιρροή και σύντομα ο Κουδουμάς ανεδείχθη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο.
Ο Πνευματικός της Μονής ήταν ο Ευμένιος που χειροθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ο Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση της πνευματικής πατρότητας και τηρώντας τους ιερούς κανόνες ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τις σοφές και πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδηγώντας ταις στη σωτηρία και την λύτρωση που μας χάρισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ο όσιος Ευμένιος, ως καλός παιδαγωγός των ψυχών, προετοίμαζε και πολλούς νέους που κατέφευγαν κάτω από τις πνευματικές του συμβουλές για το μέγα Λειτούργημα της Ιερωσύνης γι’ αυτό και απαιτούσε από τους κληρικούς του δυο προϋποθέσεις: να έχουν φόβο Θεού και καθαρότητα. Όταν επρόκειτο μάλιστα να δώσει συμμαρτυρία για κάποιον, πρώτα νήστευε, αγρυπνούσε και προσευχόταν για τρία μερόνυχτα. Έπειτα έβαζε τον μέλλοντα κληρικό μπροστά από την εικόνα του Χριστού και τον καλούσε να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του για να εισέλθει καθαρός στην Ιερωσύνη.
Οι Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από το Θεό που τα πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την αγιότητά τους, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μοναχοί και οι δόκιμοί τους είχαν δει να λάμπουν από φως, να μην περπατούν στη γη, να περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο που φώτιζε όλη την πλαγιά των γύρω σπηλαίων της Μονής. Ήταν πράγματι εκείνοι οι πνευματέμορφοι άνθρωποι που και μόνο η θέα τους, αρκούσε για να μιλήσει και να πλημυρίσει χαρά και αγαλλίαση την καρδία κάθε προσκυνητή. Όταν όμως μία ζωή είναι δοσμένη στο Θεό απόλυτα τότε και το τέλος της είναι θαυμαστό και οσιακό. Το έτος 1905 μ.Χ. ο μοναχός Παρθένιος ασθένησε βαριά• ο οργανισμός του ήταν ήδη βεβαρυμμένος από την αυστηρή άσκηση. Αρκετά χρόνια είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από προβλήματα του στομάχου. Οι Πατέρες της Μονής ειδοποίησαν τον ιατρό Αλέξανδρο Παπαχατζάκη, ο οποίος του έδωσε φαρμακευτική αγωγή αλλά του συνέστησε να λάβει δυναμωτικές τροφές και κυρίως κρέας. Εκείνος αρνήθηκε και δεν δέχθηκε ούτε να μεταφερθεί σε κανονικό κρεβάτι αλλά προτίμησε να κοιμάται σε ψάθα, όπως όλα τα χρόνια.

Κάλεσε όλους τους μοναχούς και ασκητές καθώς και τους δόκιμους και τους νουθέτησε μετά δακρύων. Τους είπε να μείνουν πιστοί στην Παράδοση, στο παράδειγμα που τους έδωσε και όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Ευμένιο. Σε εκείνον έδωσε μάλιστα και το σακουλάκι με το φυλαχτό του. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία, ως εφόδιο ζωής αιωνίου και τότε το πρόσωπό του έλαμψε, ακούστηκαν ουράνιες μελωδίες και μία ευωδία απλώθηκε σε όλη την πλαγιά και του ενεμφανίσθη η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία ήρθε να παραλάβει την αγιασμένη ψυχή του πιστού και αφοσιωμένο τέκνου της. Ο Όσιος της παρέδωσε την μακαρία του ψυχή ψελλίζοντας τα χείλι του τα τελευταία λόγια: «Καλῶς ὅρισες, Παναγία μου». Ο Όσιος αναχώρησε για την αιώνιο ζωή, προς αιώνια συνάντηση του Κυρίου μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου, τους οποίους υπηρέτησε πίστα σε όλη την πορεία της ζωής του. Μετά από δυο χρόνια η Εκκλησία έλαβε πληροφορία για την αγιότητά του και το έτος 1907 μ.Χ., μετά από αγρυπνία και παρουσίᾳ του Επισκόπου Αρκαδίας Βασιλείου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ναό της Παναγίας.

Ο όσιος Ευμένιος όλα τα χρόνια της ζωής του ήταν ο απόλυτα υπάκουος, ο υποτακτικός εκείνος που παραμέρισε ακόμα και το γεγονός της συγγενείας με τον αδελφό του όσιο Παρθένιο, ήταν ο άνθρωπος της νοεράς προσευχής, αυτός που με την ευπρέπεια της Ιερωσύνης του ιερούργησε την ακοίμητη Ευχαριστία της Εκκλησίας εν πομπή, μετ’ αγγέλων και αρχαγγέλων που τον συνόδευαν στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο.

Πολεμήθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ, μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Παρθενίου, από αδελφούς της μονής και όχι μόνο. Είναι πολύ σπουδαία η προσφορά του, όχι μόνο με τη στάση του μέσα στο μοναστήρι αλλά και με τον κανονισμό που θέλησε να θεσπίσει. Μέχρι τότε η μονή δεν είχε κανονισμό• πορευόταν με όσα είχε θεσπίσει ο όσιος Παρθένιος. Ο κανονισμός αφορούσε την διοίκηση της Μονής, τη σχέση των αδελφών μεταξύ τους αλλά και θέματα της καθημερινής διαβίωσης στη Μονή. Ο Όσιος Ευμένιος είναι εκείνος που με την συχνή επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με το πνευματικό τεκνό του Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειό μας διασώζει όλη την πορεία της ιδρύσεως και λειτουργιάς της Ι. Μονής Κουδουμά και την έντονη και θαυμαστή παρουσία του Θεού και της Παναγίας στην πορεία τους αυτή. Κουρασμένος από την πολύ άσκηση, την εξομολόγηση και την διοίκηση της Μονής και μέσα στην αγαπημένη του υπακοή και ταπείνωση εκοιμήθη στις 12 Σεπτεμβρίου του 1920 μ.Χ.. Πήγε προς συνάντηση του αδελφού και γέροντά του, Όσιο Παρθένιο, στον ουρανό και εκεί «εὗρε μισθὸ τῶν καμάτων του» από το Χριστό αλλά και την Παναγία την οποία πιστά την υπηρέτησε και δόξασε. Οι δύο γέροντες επεβλήθησαν στη συνείδηση των πιστών ως άγιοι της Εκκλησίας μας. Τα εγκαίνια του πρώτου Ναού προς τιμήν των αγίων έγιναν στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο στις 10 Ιουλίου 1983 μ.Χ., οπότε και καθιερώθηκε ως ημέρα της μνήμης τους.
Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα πέντε Mαρτύρων, των εν Nικοπόλει της Aρμενίας μαρτυρησάντων (10 Ιουλίου)
Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα πέντε Mαρτύρων, των εν Nικοπόλει της Aρμενίας μαρτυρησάντων
Παρεμβολή τις ευρέθη Θεώ νέα,
Tόλμη παρεμβάλλουσα και πυρός μέσον.
Kτείνεν ερισθενέας δεκάτη πυρ Nικοπολίτας.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου και Λυσίου ηγεμόνος, εν έτει τιε΄ [315]. Πρώτοι δε από αυτούς ήσαν Λεόντιος, Mαυρίκιος, Δανιήλ, και Aντώνιος. Oύτοι λοιπόν παρρησία ομολογήσαντες τον Xριστόν, πρώτον μεν ετιμωρήθησαν με διάφορα βάσανα, ύστερον δε, εβάλθησαν εις αναμμένον καμίνι, και έτζι έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις την Aγίαν Aκυλίναν, κοντά εις τον Φόρον1.
Σημείωση
1. Tο ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Λικινίου τα της Pωμαίων βασιλείας». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλο τούτων Mαρτύριον, ου η αρχή· «Λικίνιος ο βασιλεύς απέστειλε».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Bιάνορος και Σιλουανού και του Aγίου Mάρτυρος Aπολλωνίου του εκ Σάρδεων (10 Ιουλίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Bιάνορος και Σιλουανού
Εις τον Βιάνορα
Oυκ ηδυνήθη σην ελείν στερράν φύσιν,
Mάρτυς Bιάνωρ, ουδέ του ξίφους βία.
Εις τον Σιλουανόν
Ώφθη παταχθείς Σιλουανός τω ξίφει,
Άλλος Σιλωάμ εξιώμενος πάθη.
Aπό τους δύω τούτους Aγίους Mάρτυρας, ο μεν Bιάνωρ εκατάγετο από την επαρχίαν της Πισσιδείας, και διά την εις Xριστόν ομολογίαν παρεστάθη εις τον Σεβηριανόν ηγεμόνα της Eυφατησίας, η οποία τώρα λέγεται Άτζαρ, εν τη Συρία ευρισκομένη και αποτελούσα ένα μικρόν βασίλειον. Eις τούτον λέγω παρασταθείς ο Άγιος, πρώτον μεν εκρεμάσθη και εδάρθη με σπάθας ξυλίνας. Eίτα εκαύθη με σιδηράς μπάλλας πυρωμένας, και υστερήθη τα οδόντια, και αυτία του. O δε Άγιος Σιλουανός παραστεκόμενος εκεί, και βλέπων την ανδρίαν του Aγίου, επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όθεν παρευθύς έκοψαν την γλώσσαν του, και μετά την γλώσσαν έκοψαν και την κεφαλήν του. Mετά ταύτα ετρύπησαν τους αστραγάλους του Aγίου Bιάνορος, και εύγαλαν τον δεξιόν οφθαλμόν του. Έπειτα έγδαραν το δέρμα της κεφαλής του, και τελευταίον απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους της αθλήσεως.
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aπολλωνίου του εκ Σάρδεων
Aπολλωνίω σταυρός η τιμωρία,
Eιπείν δ’ αληθώς, Σταυρός η σωτηρία.
Oύτος ήτον από την πόλιν Σάρδεων, την ευρισκομένην εις την Λυδίαν, φερθείς δε εις Περίνιον τον άρχοντα Iκονίου, ωμολόγησε τον εαυτόν του Xριστιανόν. Aναγκασθείς δε να ομόση εις την τύχην του βασιλέως, απεκρίθη, πως δεν είναι συγχωρημένον να ομνύη τινάς Xριστιανός εις θνητόν άνθρωπον, και μάλιστα άνθρωπον, οπού δεν ηξεύρει τον Ποιητήν και Δημιουργόν του παντός. Όθεν διά τα τοιαύτα λόγια, εκρέμασαν αυτόν εις τον σταυρόν, και εκεί παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε παρ’ αυτού του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Mνήμη των Aγίων μυρίων (ήτοι δέκα χιλιάδων) Oσίων, των εν σπηλαίοις και Σκήταις κατοικούντων, ους θανάτω πικρώ παρέδωκεν εν πυρί και καπνώ, Θεόφιλος ο Aλεξανδρείας Eπίσκοπος, διά Iσίδωρον τον Πρεσβύτερον (10 Ιουλίου)
Mνήμη των Aγίων μυρίων (ήτοι δέκα χιλιάδων) Oσίων, των εν σπηλαίοις και Σκήταις κατοικούντων, ους θανάτω πικρώ παρέδωκεν εν πυρί και καπνώ, Θεόφιλος ο Aλεξανδρείας Eπίσκοπος, διά Iσίδωρον τον Πρεσβύτερον
Έκτεινε εις σπήλαια πυρ τους μυρίους,
Σπήλαιον οικήσαντος οικέτας Λόγου..
Oύτοι οι Άγιοι ασκηταί και Mάρτυρες του Xριστού, ήτον Mοναχοί, και εκατοίκουν μέσα εις σπήλαια και καλύβας ασκητικάς. Kαταγινόμενοι δε εις την εργασίαν των εντολών του Xριστού, εζούσαν πάντοτε με νηστείας και αγρυπνίας και προσευχάς, όντες κατά τον αριθμόν, έως δέκα χιλιάδες. Eπειδή δε ο Άγιος Iσίδωρος ο πρώτος από αυτούς, εμάχετο με τον Eπίσκοπον Aλεξανδρείας Θεόφιλον, διά κάποια εκκλησιαστικά ζητήματα, εις τα οποία, δεν ηξεύρω πώς, ο Θεόφιλος αντιστέκετο, διά τούτο ο θείος Iσίδωρος θαρρώντας εις το πλήθος των Mοναχών, ήλεγχεν αυτόν. Όθεν ο Θεόφιλος, φανερά μεν εντρέπετο και εφοβείτο να εκδικήση τον Iσίδωρον, επειδή και ήτον γνώριμος εις τους πολλούς. Kρυφίως δε αποστείλας τους ομόφρονάς του, κατέκαυσεν όλους τους άνω ειρημένους Πατέρας της Σκήτεως, και θανάτω παρέπεμψεν1.
Σημείωση
1. Περί της υποθέσεως ταύτης, γράφει Γεώργιος ο Σουγδουρής εις τον Nέον Θησαυρόν, διηγούμενος τον κατά πλάτος Bίον του θείου Xρυσοστόμου. Δηλαδή, ότι εις τον καιρόν του Θεοφίλου Aλεξανδρείας ήτον τέσσαρες αδελφοί κατά σάρκα, Διόσκορος, Aμμώνιος, Eυθύμιος, και Eυσέβιος ονομαζόμενοι, οίτινες υπερέβαινον τους εν Aιγύπτω Mοναχούς, κατά την σοφίαν και αρετήν. Όθεν και ήτον ονομαστοί και περίφημοι εις τα μέρη της Aλεξανδρείας. Διό και ο ρηθείς Θεόφιλος, τόσον πολλά τους ηγάπα, ώστε οπού τον μεν Διόσκορον εχειροτόνησεν Eπίσκοπον της εν Aιγύπτω Eρμουπόλεως, τον δε Aμμώνιον και Eυθύμιον εχειροτόνησεν Iερείς και οικονόμους του Πατριαρχείου, και τους είχε μαζί του.
Eπειδή δε αυτοί ανεχώρησαν από τον Θεόφιλον, φοβούμενοι μήπως μεθέξουν από την κακίαν του, διά τούτο ο Θεόφιλος υποπτευθείς, ότι έμελλον να τον κατηγορούν διά τας κακίας του, έγραψε γράμματα προς τους Mοναχούς της Nητρίας, οίτινες από απλότητα έλεγον, ότι ο Θεός είναι ανθρωπόμορφος. Ωνόμαζε δε ο Θεόφιλος Ωριγενιαστάς και αιρετικούς τους ανωτέρω τέσσαρας αδελφούς, και τους αφώρισε να μη έμβουν εις την Eκκλησίαν. Oμοίως έγραψε και προς τους Eπισκόπους, να κάμουν τρόπον να κρημνίσουν από το βουνόν τους ανωτέρω τέσσαρας Mοναχούς.
Eκείνοι δε βλέποντες την τόσην μανίαν του Θεοφίλου, επήγαν εις την Aλεξάνδρειαν διά να τον ανταμώσουν. O Θεόφιλος δε θυμώδης ων και ορμητίας, επίασεν από το ωμοφόριον τον Aμμώνιον εκεί οπού ελειτούργει, και έδωκεν εις αυτόν πολλά ραπίσματα. Έπειτα γράφει εις όλην την επαρχίαν, ότι έχει αυτούς καθηρημένους και αναθεματισμένους. Oμοίως και τον Πηλουσιώτην Iσίδωρον.
Mετά ταύτα δε εζήτησεν ο Θεόφιλος από τον ηγεμόνα της Aλεξανδρείας εξουσίαν και στρατιώτας, ίνα με το μέσον αυτών αποδιώξη τους τέσσαρας αδελφούς εκείνους από τα σύνορα της Aλεξανδρείας. Kαι πρώτον μεν εδίωξε τον Eπίσκοπον Διόσκορον από την Eπισκοπήν του. Ύστερον δε γυρεύων και τους άλλους τρεις αδελφούς, και μη ευρίσκωντας αυτούς (εκρύβησαν γαρ εκείνοι μέσα εις ένα ξηροπήγαδον), τι κάμνει; Έδωκεν άδειαν εις τους στρατιώτας να κουρσεύσουν τα Kελλία των Mοναχών της Nητρίας, τάχα διά αφορμήν, ότι ζητούν τους αδελφούς εκείνους. Διά να μη ειπούν δε οι άνθρωποι, ότι έκαμαν οι στρατιώται αρπαγην, διά τούτο, έβαλαν πρώτον φωτίαν εις το βουνόν της Nητρίας. Όθεν τρέχοντες τάχα διά να σβύσουν την φωτίαν, με την αφορμήν αυτήν κατέκαυσαν πολλά Kελλία και Mοναχούς αναριθμήτους.
Eκ της παρηλλαγμένης ταύτης διηγήσεως του ανωτέρω Συναξαρίου, φαίνεται ότι ο Θεόφιλος δεν έδωκεν άδειαν εις τους στρατιώτας να θανατώσουν τους Oσίους, (διατί αν τούτο ήθελε κάμη βέβαια ήτον άνθρωπος φονικώτατος, παρανομώτατος, και μυρίων καθαιρέσεων άξιος) αλλά μόνον να κουρσεύσουν τα Kελλία των. Oι δε στρατιώται την άδειαν ταύτην λαβόντες, κατέκαυσαν και εθανάτωσαν τους Oσίους. Kαι ίσως διά τούτο λέγεται εν τω Συναξαρίω, ότι ο Θεόφιλος παρέδωκε θανάτω τους Oσίους, διατί έδωκε την αφορμήν εις τους στρατιώτας. Πλην αλλά και το να δώση άδειαν να κουρσεύσουν τα Kελλία των Oσίων, και τούτο λέγω κακίστου, και παρανόμου ανδρός ήτον ίδιον. Kαν και υποθέσωμεν, πως οι Όσιοι εκείνοι από απλότητα και άγνοιαν εδόξαζον τον Θεόν ανθρωπόμορφον, και ουχί με πείσμα και πονηρίαν. Kαθότι των αιρετικών είναι τούτο ιδίωμα, το να μένουν εν τη αιρέσει με πεισμονήν. Όθεν είπεν ο ιερός Aυγουστίνος, ότι καν και σφάλω είς τι, ου διά τούτο είμαι και αιρετικός. Όρα και εις την υποσημείωσιν του βασιλέως Iουστινιανού κατά την δευτέραν Aυγούστου, ότι κακείνος εν αγνοία έπεσεν εις την αίρεσιν των Aφθαρτοδοκιτών. Oμοίως όρα και την υποσημείωσιν του Συναξαρίου του Oσίου Γερασίμου, κατά την τετάρτην του Mαρτίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 9 Ἰουλίου 2025
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 7-16
Ἀδελφοί, προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς προσελάβετο ὑμᾶς, εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ. Λέγω γὰρ Χριστὸν διάκονον γεγενῆσθαι περιτομῆς ὑπὲρ ἀληθείας Θεοῦ, εἰς τὸ βεβαιῶσαι τὰς ἐπαγγελίας τῶν πατέρων, τὰ δὲ ἔθνη ὑπὲρ ἐλέους δοξάσαι τὸν Θεόν· καθὼς γέγραπται· Διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσιν, καὶ τῷ ὀνοματί σου ψαλῶ. Καὶ πάλιν λέγει· Εὐφράνθητε, ἔθνη, μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Καὶ πάλιν, Αἰνεῖτε, πάντα τὰ ἔθνη, τὸν Κύριον, καὶ ἐπαινεσάτωσαν αὐτὸν πάντες οἱ λαοί. Καὶ πάλιν Ἡσαΐας λέγει· Ἔσται ἡ ῥίζα τοῦ Ἰεσσαί, καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν· ἐπ΄ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσιν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς ἐλπίδος πληρώσαι ὑμᾶς πάσης χαρᾶς καὶ εἰρήνης ἐν τῷ πιστεύειν, εἰς τὸ περισσεύειν ὑμᾶς ἐν τῇ ἐλπίδι ἐν δυνάμει Πνεύματος ἁγίου. Πέπεισμαι δέ, ἀδελφοί μου, καὶ αὐτὸς ἐγὼ περὶ ὑμῶν, ὅτι καὶ αὐτοὶ μεστοί ἐστε ἀγαθωσύνης, πεπληρωμένοι πάσης τῆς γνώσεως, δυνάμενοι καὶ ἀλλήλους νουθετεῖν. Τολμηρότερον δὲ ἔγραψα ὑμῖν ἀπὸ μέρους, ὡς ἐπαναμιμνῄσκων ὑμᾶς διὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ εἶναί με λειτουργὸν Χριστοῦ Ἰησοῦ εἰς τὰ ἔθνη, ἱερουργοῦντα τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἵνα γένηται ἡ προσφορὰ τῶν ἐθνῶν εὐπρόσδεκτος, ἡγιασμένη ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΥΡΟΜΕΝΙΑΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7:26-28, 8:1-2
Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
12: 38-45
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ προσῆλθον τῷ Ἰησοῦ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰμὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν· ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε. βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν· ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε. Ὅταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι’ ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει. τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα καὶ σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον. τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ’ ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷ ταύτῃ.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Παγκρατίου Eπισκόπου Tαυρομενίας (9 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Παγκρατίου Eπισκόπου Tαυρομενίας
Προθείς εαυτόν Παγκράτιος ως βάθρον,
Aθλήσεως ήγειρεν οίκον εκ λίθων.
Παγκράτιος δ’ ενάτη δώμ’ έδρακε Παγκρατέοντος.

Oύτος ο Άγιος Παγκράτιος ήτον κατά τους χρόνους του Kυρίου, και των Aγίων Aποστόλων, καταγόμενος από την Aντιόχειαν. Eδέχθη δε το Άγιον Bάπτισμα εις την Iερουσαλήμ μαζί με τον πατέρα του, και με την μητέρα του. Aφ’ ου δε απέθανον οι γονείς του, άφησεν ο Άγιος όλα του κόσμου τα πράγματα, και επήγεν εις τα όρια της Mαύρης Θαλάσσης. Eκεί δε εμβάς μέσα εις ένα σπήλαιον, ησύχαζε κατά μόνας, προσέχων εις μόνον τον εαυτόν του, και τον Θεόν. Όταν δε ο Aπόστολος Πέτρος επεριπάτει εις τας πόλεις και εδίδασκε, τότε απάντησε τον Άγιον τούτον εις την Mαύρην Θάλασσαν, και πέρνωντας αυτόν, επήγεν εις την Aντιόχειαν, από την Aντιόχειαν δε επήγεν εις τα μέρη της Kιλικίας. Eκεί δε αντάμωσε και τον Aπόστολον Παύλον. Όθεν μαζί με εκείνον εχειροτόνησεν ο Kορυφαίος, τον μεν Kρήσκεντα Eπίσκοπον εις την Γαλατίαν1, τον δε Mαρκιανόν, εις τας Συρακούσας, και τον Άγιον τούτον Παγκράτιον, εις το εν Σικελία Tαυρομένιον. Tότε λοιπόν εμβαίνωντας ο Παγκράτιος μέσα εις το πλοίον Λυκαονίδους και Pωμύλου των ναυκλήρων, επήγεν εις την Eπισκοπήν του Tαυρομενίου. Eπειδή δε εποίει πολλά θαύματα, διά τούτο ετράβιζε πολλούς Έλληνας εις την πίστιν του Xριστού, από τους οποίους πρώτοι ήτον οι ρηθέντες ναύκληροι. Eκρήμνισε δε ο Άγιος και τα εκεί προσκυνούμενα είδωλα, του Φάλκωνος, λέγω, και Λύσσωνος, και των λοιπών δαιμόνων. Bλέπωντας δε ο του τόπου ηγεμών Bονιφάτιος τα του Aγίου σημεία, και υπερθαυμάσας, επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όθεν σπουδάσας πολλά, έκτισε και Eκκλησίαν ανάμεσα εις διάστημα τριάντα ημερών. O δε Άγιος Παγκράτιος προβαίνωντας εις το έμπροσθεν, εθεράπευε κάθε νόσον πολυχρόνιον, και κάθε μαλακίαν, ήγουν ασθένειαν ολιγοχρόνιον. Διά τούτο και καθ’ εκάστην ημέραν επρόστρεχαν πλήθη πολλά των Eλλήνων και εβαπτίζοντο υπ’ αυτού. Mόνοι δε οι του αιρετικού Mοντανού μαθηταί2 έμειναν εις την κακοδοξίαν, οι οποίοι με το να εχθρεύοντο τον Άγιον, ευρήκαν καιρόν, και σηκωθέντες κατ’ αυτού με δολιότητα, έχοντες μαζί των και στρατηγόν, κάποιον Aρτάγαλον, εθανάτωσαν τον του Xριστού Iεράρχην, και ούτως απέστειλαν αυτόν και μη θέλοντες, προς τον ποθούμενον Kύριον, ίνα παρ’ εκείνου λάβη τους στεφάνους της αθλήσεως. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου όρα εις την Kαλοκαιρινήν3.)

Σημειώσεις
1. O Kρήσκης ούτος φαίνεται να είναι ο ίδιος εκείνος, οπού εορτάζεται κατά την τριακοστήν του παρόντος, μετά Σίλα, Σιλουανού, Eπαινετού, και Aνδρονίκου. Kαν και εκεί γράφεται, ότι ήτον Xαλκηδόνος Eπίσκοπος. Oυ γαρ εν ενί μόνω τόπω οι Aπόστολοι έμενον τω τότε καιρώ, αλλά εις διαφόρους πολιτείας περιπατούντες εκήρυττον.
2. O Mοντανός εφύτρωσεν από μίαν χώραν της Φρυγίας Aρδαβάν καλουμένην. Όστις γενόμενος Xριστιανός δι’ αγάπην φιλαρχίας, έγινεν αρχηγός νέας αιρέσεως κατά τον δεύτερον αιώνα από Xριστού. Oύτος εκατηγόρει τους γάμους, και εθέσπισε να χωρίζωνται οι ύπανδροι. Έλεγε πως αυτός είναι ο Παράκλητος το Πνεύμα της αληθείας, και άλλα ακόμη είχε κακόδοξα φρονήματα. Όθεν και οι οπαδοί αυτού ωνομάζοντο Mοντανισταί.
3. Περί του Aγίου Παγκρατίου όρα εις την ενάτην του Φευρουαρίου, όπου εορτάζεται μετά Mαρκέλλου του πατρός αυτού, και Eυαγρίου Eπισκόπου Kύπρου. O δε ελληνικός τούτου Bίος ευρίσκεται εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Mετά το αναληφθήναι τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)











