Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴν ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (25.12.2019).
Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν
Ἀρχιμανδρίτου Φώτιου Ἰωακεὶμ
Μὲ τοὺς θεοπρεπεῖς αὐτοὺς καὶ πανηγυρικοὺς ὕμνους, δανεισμένους ἀπὸ τὴ θεολογικὴ γλῶσσα Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μᾶς καλεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, νὰ ἑορτάσουμε, νὰ συνεορτάσουμε σήμερα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸ κοσμοχαρμόσυνο γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὴ φθογγὴ τοῦ Θεολόγου Ἰωάννου, «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη χαρμόσυνη ἀγγελία, τὸ μεγαλύτερο δηλαδὴ «Εὐαγγέλιο», ποὺ ἦταν δυνατὸν νὰ δώσει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ οὐρανὸς στὴ γῆ. Θὰ μπορούσαμε ἀνεπιφύλακτα νὰ ποῦμε, κατὰ τὸν μακαριστὸ ἅγιο Σέρβο Γέροντα Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὅτι «ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς συνοψίζεται σὲ τέσσερις λέξεις: ῾῾ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο᾽᾽. Ἔξω ἀπ᾽ αὐτὸ καὶ χωρὶς αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμός, ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας, δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε σ᾽ αὐτόν, οὔτε στὸν ἄλλο κόσμο».
Μὲ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπώλεσε τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, τὴ δυνατότητα τῆς θέωσης, καὶ ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα, δηλαδὴ ἡ θεία εἰκόνα στὴν ὕπαρξή του. Ἀπὸ τὴν ἐξορία τοῦ Παραδείσου καὶ τὶς φοβερὲς καὶ θλιβερὲς συνέπειές της, κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ μᾶς λυτρώσει, «οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος», ἀλλὰ μόνον ὁ φιλάνθρωπος Δημιουργός. Γιὰ τοῦτο, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δηλαδὴ ὁ καιρός, ποὺ ἡ πάνσοφη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔκρινε κατάλληλη, τότε «ἐπεφάνη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ»: «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα … τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ ἦλθε τοῦτο «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὅταν βρέθηκε τὸ κατάλληλο πρόσωπο, τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας μας, ἡ Πανάχραντος Παρθένος Μαρία.
Ἡ Παναγία μας, ὡς γεννημένη κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ ὡς ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, κληρονόμησε μὲν τὴν προπατορικὴ ἐνοχή, ἀλλὰ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, μὲ τὸν ἀγώνα της κατὰ τῶν παθῶν, παρέμεινε ἀναμάρτητη καὶ ἄσπιλη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ καθαρώτατος Θεὸς εὐδόκησε νὰ τὴν κάνει Νύμφη Του, Νύμφη ὅμως ἀνύμφευτη. Καί, ὅταν ἀπέστειλε τὸν Γαβριήλ, νὰ τῆς εὐαγγελισθεῖ τὴν εὐδοκία τούτη τὴ μέγιστη τοῦ Κυρίου, αὐτή, μὲ ἄκρα εὐλάβεια καὶ ταπείνωση, ἔγινε ὑπήκοη στὸ Θεῖο θέλημα: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦτο, ἡ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος τελεσιούργησε στὴν παναγία μήτρα της τὴ σύλληψη τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», δηλαδὴ ἀμέσως ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεώς Του, ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος, δηλαδὴ Θεάνθρωπος, χωρὶς ὅμως ἁμαρτία. Καὶ ὅταν, κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἀνθρώπινης φύσης, παρῆλθαν οἱ ἐννέα μῆνες ἀπὸ τὴ Θεία σύλληψή Του, γεννήθηκε στὸν κόσμο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλά, ποῦ γεννήθηκε; Σὲ μιὰ κρύα σπηλιά, σ᾽ ἕνα σταῦλο, σὲ μιὰ φάτνη, ὅπου καὶ ζῶα ὑπῆρχαν, καὶ οἱ ἀκαθαρσίες τους, ὅπου φτώχεια καὶ εὐτέλεια, μὲ ἄκρα δηλαδὴ ταπείνωση καὶ ἀφάνεια. Ἕνα ἰσχυρότατο μάθημα ταπεινοφροσύνης, πολὺ ἀντίθετο πρὸς τὸ σημερινὸ ἐκκοσμικευμένο πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων. Οἱ πρῶτοι δὲ ποὺ εὐαγγελίσθηκαν τὸ χαρμόσυνο τοῦτο μήνυμα, ποιοί ἦταν ἆράγε; Φτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ βοσκοί, ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα πρόσεχαν στοὺς ἀγροὺς τὰ κοπάδια τους!
Ποιό λοιπὸν τὸ ἀληθινό, τὸ βαθύ, τὸ οὐσιῶδες καὶ κοσμοσωτήριο γεγονός, ποὺ σήμερα χαρμονικὰ ἑορτάζουμε; Ποιό τὸ πνεῦμα καὶ μήνυμα καὶ νόημα τῶν Χριστουγέννων; Ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος! Τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς ὅμως ἁμαρτίες. Προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἁγιάζοντας καὶ θεώνοντάς την. Γιατί, ἂν ἦταν ἐλλειματικὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ ἦταν πλήρης ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον. Καὶ ὃ προσείληπται, τοῦτο καὶ σέσωσται», κατὰ τὸν ὑψήγορο θεολογικὸ κάλαμο Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (δηλ., «ἐκεῖνο ποὺ δὲν προσλαμβάνεται [ἀπὸ τὸν Θεό], δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθεῖ. Ἐκεῖνο δέ, ποὺ ἔχει προσληφθεῖ [ὅλη δηλ. ἡ ἀνθρώπινη φύση], ἐκεῖνο καὶ ἔχει σωθεῖ»).
Σήμερα ἑορτάζει ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γῆ, γιατὶ ἡ γῆ, μὲ τὴν κατάβαση, τὴ συγκατάβαση τούτη τοῦ Θεοῦ, ἔγινε οὐρανός. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε κατὰ χάρη καὶ δυνάμει θεός! Σήμερα ἐκπληρώνονται τὰ ὁράματα τῶν Πατριαρχῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ προφητεῖες τῶν Προφητῶν, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν. Σήμερα σκιρτοῦν τὰ πνεύματα τῶν ἀπ’ αἰῶνος δικαίων καὶ ἁγίων, βλέποντας νὰ ἔχει πλέον ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία τοῦ μεγαλωνύμου Ἡσαΐα: «Ἰδοὺ, ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται Υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι, μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Πραγματικά, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει προσληφθεῖ καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὴ θεϊκὴ φύση. Καὶ ποιό ὄνομα προστάχθηκε ὁ Ἰωσὴφ νὰ δώσει στὸ θεῖο βρέφος; Τὸ Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει Σωτήρ. Γιατὶ ἀληθινὰ σωτήρας, ὁ μόνος σωτήρας τοῦ πανανθρωπίνου Γένους εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Μὲ τὴ σάρκωσή Του, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή Του ἔσωσε ὁ φιλάνθρωπος τὰ πεσμένα στὴν ἁμαρτία καὶ φθορὰ πλάσματά Του.
Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καλούμαστε, σήμερα ἰδιαίτερα, νὰ ἐπανεύρουμε τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων. Νὰ τὸ βιώσουμε στὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας. Νὰ μὴν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία συναισθηματικὴ ἔξαρση τῶν ἡμερῶν, φορτισμένη κι ἀπὸ τὸ κοσμικό μας γιορτινὸ περιβάλλον.
Πρέπει νὰ βροῦμε πραγματικὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν σαρκωμένο Σωτῆρα μας. Μὲ τὸν προσωπικό μας πνευματικὸ ἀγῶνα, μὲ τὴ μετάνοια, τὴ συγχωρητικότητα, τὴν κατὰ δύναμη ἐνσυνείδητη μετοχὴ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὴν κατανυκτικὴ προσευχή, πρέπει νὰ κάνουμε τὸν Ἰησοῦ νὰ κατοικήσει μέσα μας. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν», μᾶς νουθετεῖ στὴν Ἀποκάλυψη. Ἐὰν βρεῖ καθαρὴ τὴν καρδιά μας, ναί, κατὰ τὴν ἀψευδὴ ὑπόσχεσή Του, θὰ εἰσέλθει καὶ θὰ γεννηθεῖ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ μᾶς ἀναγεννήσει ἀληθινά. Καὶ τότε θὰ ζοῦμε καθημερινὰ καὶ πραγματικὰ τὰ Χριστούγεννα, θὰ τὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ, ἐν-χριστωμένοι, δοξολογώντας τὸν σαρκωθέντα Υἱὸν καὶ γλυκύτατο Σωτῆρα μας Ἰησοῦν, μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων! Ἀμήν!
Χριστὸς ἐγεννήθη, ἀδελφοί! Ἀληθῶς ἐγεννήθη!
Μάριος Ἀντωνίου: Ὅτε καιρός, τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου. Δοξαστικὸ Αἴνων Χριστουγέννων
Ὅτε καιρός, τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου, πρώτη ἀπογραφὴ τῇ οἰκουμένῃ ἐγένετο, τότε ἔμελλες τῶν ἀνθρώπων ἀπογράφεσθαι τὰ ὀνόματα, τῶν πιστευόντων τῷ τόκῳ σου· διὰ τοῦτο τὸ τοιοῦτον δόγμα, ὑπὸ Καίσαρος ἐξεφωνήθη· τῆς γὰρ αἰωνίου σου βασιλείας, τὸ ἄναρχον ἐκαινουργήθη. Διὸ σοι προσφέρομεν καὶ ἡμεῖς, ὑπὲρ τήν χρηματικὴν φορολογίαν, ὀρθοδόξου πλουτισμὸν θεολογίας, τῷ Θεῷ καὶ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.
Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας (22 Δεκεμβρίου)
Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας
Αναστασία φάρμακον πιστοίς μέγα,
Πάν φάρμακον λύουσα και κεκαυμένη.
Kαύθη Aναστασίη πυρί δευτέρα εικάδι λαύρω.

H Aγία αύτη και ανδρειοτάτη Mάρτυς Aναστασία, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟ΄ [290], καταγομένη εκ της πόλεως Pώμης, θυγάτηρ πατρός μεν Έλληνός τινος, Πρεπεξάστου ονομαζομένου. Mητρός δε, Φαύστης, από την οποίαν επροσφέρθη εις ένα άνδρα θεοσεβή, Xρυσόγονον καλούμενον, και έμαθε παρ’ αυτού τα ιερά γράμματα. Tην δε εις Xριστόν πίστιν εδιδάχθη και από αυτόν και από την μητέρα της. Συζευχθείσα δε διά γάμου με ένα άνδρα Πούπλιον ονόματι, απεστρέφετο την μετ’ εκείνου κοινωνίαν διά την απιστίαν του, προφασιζομένη πάντοτε, ότι είναι ασθενής, και μη καταδεχομένη την τούτου συνάφειαν. Ύστερον δε ενδυθείσα φορέματα πενιχρά, και μίαν μόνην δουλεύτραν έχουσα ακολουθούσαν αυτή, πάντοτε συνανεστρέφετο με γυναίκας πτωχάς. Kρυφίως δε ιάτρευε και επεσκέπτετο τους διά τον Xριστόν μαρτυρούντας, εμβαίνουσα μέσα εις τας φυλακάς. Λύουσα αυτούς από τα δεσμά, αλείφουσα αυτούς με λάδι, σφογγίζουσα τα αίματα από τας πληγάς των. Kαι φαγητά επιτήδεια εις αυτούς προσφέρουσα. Tαύτα δε μαθών ο άνδρας της Πούπλιος, επίασεν αυτήν και την έβαλεν εις την φυλακήν, παραγγείλας εις πολλούς φύλακας να φυλάττουν αυτήν με ασφάλειαν. Eπειδή δε ο άνδρας της επνίγη εις την θάλασσαν, από φορτούναν: τούτου χάριν λαβούσα άδειαν η Aγία, διεμοίρασε τα υπάρχοντά της εις τους πτωχούς. Kαι πλέον χωρίς φόβον επεσκέπτετο τους Mάρτυρας του Xριστού. Kαι όταν ήθελαν τελειωθούν, τους έπερνε και οσίως τους ενταφίαζε. Πολλούς δε από αυτούς επαρεκίνησε και εις το μαρτύριον. Aύτη εβασανίσθη από διαφόρους ηγεμόνας, και ερρίφθη εις την θάλασσαν ομού με άλλας γυναίκας. Tελευταίον δε, εδέθη εις πάλους. Kαι τριγύρω περικυκλωθείσα από φωτίαν, έλαβε το τέλος του μαρτυρίου, και απήλθε προς ον επόθει Xριστόν. Tελείται δε η αυτής Σύναξις εις τον μαρτυρικόν της Nαόν, όστις είναι κοντά εις το έμβασμα του Δομνίνου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις το Eκλόγιον1.)

Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι εις την Aγίαν ταύτην Aναστασίαν εφιλοπόνησεν ασματικήν Aκολουθίαν, και εγκώμιον, και παρακλητικόν Kανόνα ο πρώην μεν Mοναχός και υποδιάκονος Δαμασκηνός ο Θεσσαλονικεύς, ύστερον δε γενόμενος Eπίσκοπος Pενδίνης, τα οποία και ημείς εβελτιώσαμεν όση δύναμις, και αντεγράψαμεν. Όρα και εις την δεκάτην έκτην του Aπριλλίου, όπου αναφέρεται περί της Aγίας ταύτης Aναστασίας. Tο δε ελληνικόν Mαρτύριον της Aγίας Aναστασίας συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Αναστασία γυναικών η καλλίστη». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Xρυσογόνου (22 Δεκεμβρίου)
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Xρυσογόνου
Δίδωσι Xρυσόγονος αυχένα ξίφει,
O πνεύμα χρυσούς χάλκεος δε το σθένος.

Xρυσόγονος ο του Xριστού Mάρτυς εκατάγετο από την Pώμην, κατά τους χρόνους Διοκλητιανού εν έτει σϟ΄ [290]. Ήτον δε άνθρωπος θεοσεβής και φοβούμενος τον Θεόν. Όστις έγινε διδάσκαλος της ανωτέρω Aγίας Aναστασίας της Φαρμακολυτρίας, ως είπομεν, τόσον εις την πίστιν του Xριστού, όσον και εις τα ιερά γράμματα. Eπειδή δε τότε εκινήθη διωγμός κατά των Xριστιανών από τον Διοκλητιανόν και Mαξιμιανόν, διά τούτο επιάσθη και αυτός και εβάλθη εις φυλακήν. Tότε δε έγραψε προς αυτόν η μαθήτριά του Aγία Aναστασία, ίνα εύχεται διά λόγου της. Mάλιστα δε και εξαιρέτως, να εύχεται, ώστε ανίσως μεν ο άνδρας της Πούπλιος γένη Xριστιανός, να ζήση και να σωθή. Eιδέ και δεν γένη, να αποθάνη, και να μη ζήση και κατεξοδεύση τον πλούτον της μαζί με τους ειδωλολάτρας. Aλλά αυτή να ευκερώση αυτόν εις βοήθειαν των Aγίων Mαρτύρων, και εις αντίληψιν των πτωχών, το οποίον τούτο και έγινεν. Eπειδή ο μεν άνδρας της επνίγη εις την θάλασσαν, ως είρηται ανωτέρω. Aυτή δε επεσκέπτετο τους Aγίους Mάρτυρας, και εξώδευε τα άσπρα της εις την αυτών και των πτωχών επιμέλειαν.
O δε Διοκλητιανός ευρισκόμενος εις την Nίκαιαν, έμαθεν ότι εις την Pώμην ευρίσκεται πολύ πλήθος Xριστιανών μέσα εις τας φυλακάς. Oι οποίοι, μόλον οπού επαρεδόθησαν εις πολλάς και διαφόρους βασάνους, δεν εδυνήθησαν όμως ακόμη να αρνηθούν την πίστιν του Xριστού, με το να έχουν παρακινητήν εις το μαρτύριον τον θείον τούτον Xρυσόγονον, και κρεμώνται όλως διόλου από την γλώσσαν του. Tούτο, λέγω, μαθών ο Διοκλητιανός, επρόσταξε παρευθύς, ότι οι μεν άλλοι Xριστιανοί να θανατωθούν, εάν δεν αρνηθούν τον Xριστόν. O δε Xρυσόγονος, να πεμφθή εις αυτόν δέσμιος. Παρασταθείς λοιπόν έμπροσθεν του τυράννου ο Άγιος, μήτε με κολακείας επείσθη να αρνηθή την ευσέβειαν, μήτε με φοβερισμούς εμαλακώθη από την υπέρ της πίστεως γενναίαν του ένστασιν. Aλλά μάλλον επαρρησιάσθη χωρίς κανένα φόβον. Kαι τον μεν Xριστόν, εκήρυξε, πως είναι μόνος Θεός. Tους δε θεούς, ωνόμασε πλάνην ανθρώπων, και φθοράν ψυχών και απώλειαν. Όθεν ταύτα ακούσας ο τύραννος, εθυμώθη, και προστάζει να πάρουν τούτον εις έρημον τόπον, και εκεί να τον αποκεφαλίσουν. Kαι έτζι ο μακάριος Xρυσόγονος έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου στέφανον1.
Σημείωση
1. Όρα και κατά την δεκάτην έκτην του Aπριλλίου, όπου αναφέρεται διά τον Άγιον Xρυσόγονον εν τω Συναξαρίω Aγάπης, Eιρήνης και Xιονίας, ότι απεκεφαλίσθη κοντά εις μίαν λίμνην, όπου έμενον αι ρηθείσαι Mάρτυρες μετά Ζωίλου τινος δούλου του Θεού.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 21 Δεκεμβρίου 2025
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
11: 9-10, 32-40
Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
1: 1-25
Βίβλος γενέσεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ Δαυὶδ υἱοῦ ᾽Αβραάμ. ᾽Αβραὰμ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ισαάκ, ᾽Ισαὰκ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιακώβ, ᾽Ιακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,᾽Ιούδας δὲ ἐγέννησεν τὸν Φάρες καὶ τὸν Ζάρα ἐκ τῆς Θαμάρ, Φάρες δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑσρώμ, Ἑσρὼμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αράμ,᾽Αρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αμιναδάβ, ᾽Αμιναδὰβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαλμών,Σαλμὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς ῾Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωβὴδ ἐκ τῆς ῾Ρούθ, ᾽Ιωβὴδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιεσσαί,᾽Ιεσσαὶ δὲ ἐγέννησεν τὸν Δαυὶδ τὸν βασιλέα. Δαυὶδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σολομῶνα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου,Σολομὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν ῾Ροβοάμ, ῾Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αβιά, ᾽Αβιὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ασάφ,᾽Ασὰφ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωσαφάτ, ᾽Ιωσαφὰτ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωράμ, ᾽Ιωρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Οζίαν,᾽Οζίας δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωαθάμ, ᾽Ιωαθὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αχάζ, ᾽Αχὰζ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑζεκίαν,Ἑζεκίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αμώς, ᾽Αμὼς δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωσίαν,᾽Ιωσίας δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ᾽Ιεχονίας ἐγέννησεν τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ζοροβαβέλ, Ζοροβαβὲλ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αβιούδ, ᾽Αβιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ελιακίμ, ᾽Ελιακὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αζώρ,᾽Αζὼρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Αχίμ, ᾽Αχὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ελιούδ,᾽Ελιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ελεάζαρ, ᾽Ελεάζαρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιακώβ,᾽Ιακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν ᾽Ιωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἣς ἐγεννήθη ᾽Ιησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ ᾽Αβραὰμ ἕως Δαυὶδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυὶδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. Τοῦ δὲ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾽Ιωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου. ᾽Ιωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν δειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου κατ᾽ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· ᾽Ιωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου·τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Ιησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος,᾽Ιδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Εμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός. Διεγερθεὶς δὲ ὁ᾽Ιωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ·καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν υἱόν· καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Ιησοῦν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὁ χάλκινος ὄφις καὶ ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ (Ἁγίου Λουκᾶ, Ἀρχιεπ. Κριμαίας)
Πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια περιπλανιόταν ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ στὴν ἔρημο μετὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Αἰγύπτου μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν θεόπτη προφήτη Μωυσῆ.Κύριος ὁ Θεὸς ἔτρεφε τὸν λαό Του μὲ τὸ θεόσταλτο μάννα. Ἦταν δύσκολος ὁ δρόμος αὐτὸς μέσα στὴν ἔρημο. Μὲ πολὺ δυσκολία ἔβρισκαν νερὸ νὰ πιοῦν. Καὶ ἄρχισε ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ νὰ γογγύζει στὸν Θεὸ καὶ τὸν Μωυσῆ, γιατί τοὺς ξεσήκωσε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Καὶ ἄναψε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ ἐξ αἰτίας τοῦ γογγυσμοῦ τους καὶ τοὺς τιμώρησε σκληρά.
Μὲ διαταγὴ Του ἦλθε ἕνα μεγάλο πλῆθος δηλητηριωδῶν φιδιῶν, τὰ ὁποία τοὺς δάγκωναν μὲ ἀποτέλεσμα χιλιάδες ἄνθρωποι νὰ πεθαίνουν. Νὰ τὸ θυμόμαστε καὶ ἐμεῖς αὐτό, πόσο φοβερὸ καὶ ὀλέθριο πράγμα εἶναι νὰ γογγύζει κανεὶς στὸν Θεό.
Ὁ λαός, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὰ φίδια, ἱκέτευε τὸν Μωυσῆ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεὸ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν σκληρὴ αὐτὴ τιμωρία. Ὁ Κύριος τούς σπλαχνίστηκε καὶ διέταξε τὸν Μωυσῆ νὰ φτιάξει ἕνα μεγάλο χάλκινο φίδι καὶ νὰ τὸ βάλει σ’ ἕνα κοντάρι ποὺ ἔμοιαζε μὲ σταυρό, «Ὅποιος δαγκώνεται ἀπὸ κάποιο φίδι καὶ κοιτάξει μὲ ἐλπίδα αὐτὸ τὸ χάλκινο ὄφι δὲν θὰ πεθάνει ἀλλὰ θὰ ζήσει», εἶπε ὁ Κύριος.
Ὁ Μωυσῆς κατασκεύασε ἀπὸ χαλκὸ ἕνα μεγάλο φίδι καὶ τὸ ἔβαλε πάνω σ’ ἕνα κοντάρι ὅμοιο μὲ σταυρό. Αὐτὸ ἀποτελοῦσε μία ὁλοκάθαρη προτύπωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος σώζει ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτούς, ποὺ μὲ βαθειὰ πίστη στρέφονται σ’ Αὐτὸν καὶ μὲ δάκρυα προσκυνοῦν τὸ σταυρό Του, μὲ τὸν ὁποῖο ἔσωσε τὸν κόσμο στὸν φοβερὸ Γολγοθᾶ. Αὐτὸς βάσταξε τὸ ὑπερβολικὰ μεγάλο βάρος τῶν ἁμαρτιῶν ὅλου του κόσμου ἐπάνω στὸ σταυρό.
Σκεφθεῖτε ποιός, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὶς ἐπουράνιες ἀσώματες ἀγγελικὲς δυνάμεις, θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ μὴν ἰσοπεδωθεῖ ἀπὸ αὐτές. Ποιός; παρὰ μόνος Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖο ἀκαταπαύστως ὑμνοῦν ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις, κράζοντας σ’ Αὐτόν: Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος! Ποιὸς παρὰ μόνο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖο στὸν πανηγυρικὸ ἐκεῖνο ὕμνο, «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία «Θεὸ ἰσχυρό, ἐξουσιαστή, ἄρχοντα εἰρήνης». Ὁ ὄφις, τὸν ὁποῖο ἔφτιαξε ὁ Μωυσῆς καὶ ἔβαλε σὲ ξύλο ὅμοιο μὲ σταυρό, κατασκευάστηκε ἀπὸ χαλκό, ἐπειδὴ τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα χρόνια ὁ χαλκὸς ἐθεωρεῖτο ὁ ἰσχυρότερος ἀπὸ ὅλα τὰ μέταλλα. Μήπως γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὁ χάλκινος ὄφις ὑπῆρξε ἡ προτύπωση τοῦ κρεμασμένου ἐπάνω στὸ σταυρὸ Σωτήρα τοῦ κόσμου;
Δὲν ἦταν μόνο μία ἡ φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς τιμώρησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ ἐξαιτίας τοῦ γογγυσμοῦ. Καὶ ἄλλες δύο φορὲς κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σαράντα ἐτῶν, κατὰ τὴν ὁποία ὁ λαὸς περιπλανιόταν στὴν ἔρημο, ξέσπασε ὁ Θεὸς ὀργισμένος ἐναντίον τοῦ σκληροτράχηλου καὶ χοντροκέφαλου λαοῦ. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἤθελε νὰ ἐξολοθρέψει τελείως ὅλον αὐτὸν τὸν λαὸ καὶ νὰ δημιουργήσει ἀπὸ τὸν Μωυσῆ ἕνα ἄλλο πιστὸ λαό. Μόνο μετὰ τὶς ἱκεσίες τοῦ μεγάλου Μωυσῆ δὲν πραγματοποίησε ὁ Θεὸς τὸ σχέδιό Του.
Πρώτη φορὰ αὐτὸ ἔγινε στὸ Ὅρος Σινᾶ, ὅπου ὁ Μωυσῆς ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ θεόγραφο νόμο. Σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες βρισκόταν ὁ Μωυσῆς πάνω στὸ ὄρος. Ὁ λαὸς ἔχασε τὴν ὑπομονή του καὶ εἶπε στὸν Ἀαρών, τὸν ἀδελφό του Μωυσῆ, νὰ κατασκευάσει ἕνα χρυσὸ μοσχάρι. Αὐτὸ τὸ μοσχάρι τὸ ὀνόμασαν θεό, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸν ἀρνήθηκαν.
Δεύτερη φορὰ αἰτία τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀνταρσία τῶν Κορέ, Δαθάν καὶ Ἀβιρών καὶ τῆς ὁμάδας τους, ποὺ ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ προφήτη Μωυσῆ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀαρών. Αὐτὴ ἡ ἀνταρσία ἦταν ἀνταρσία ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπέλεξε τὸν Μωυσῆ νὰ ἐκτελέσει τὸ θέλημά Του στὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα εἶχε σχεδὸν ἴδιο βάρος μὲ τὴν προσκύνηση τοῦ χρυσοῦ μόσχου στὸ ὄρος Σινᾶ, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἐξέγερση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐντολῶν Του.
Ἂν ὁ Μέγας Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ προφήτη Μωυσῆ τρεῖς φορὲς λυπήθηκε τὸν σκληροτράχηλο καὶ χοντροκέφαλο λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ πρεσβεῖες τῶν μεγάλων ἁγίων ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ μεταβάλλουν τὰ σχέδια καὶ τὶς ἀποφάσεις Του. Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάζουν. Ὅμως ἂς μὴν τολμήσει κανένα τολμηρὸ καὶ βλάσφημο στόμα νὰ πεῖ, ὅτι τὸ Θεῖο θέλημα εἶναι ἀσταθές.
Ὁ Θεὸς μας εἶναι ἡ ζωντανὴ ἀγάπη, ὅπως μᾶς τὸ ἀποκάλυψε ὁ μέγας ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὴν πρώτη καθολικὴ ἐπιστολή του. Ὅμως Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ αὐτό, ποὺ στοὺς ἀναιδεῖς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ φανεῖ ἀστάθεια τῆς Θείας βουλήσεως, στὴν πραγματικότητα εἶναι, εἴτε ταυτόχρονη, εἴτε διαδοχικὴ φανέρωση τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων γνωρισμάτων τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀπέραντης ἀγάπης του καὶ τῆς ἀκριβοῦς δικαιοσύνης Του. Καὶ τὸ καλύτερο παράδειγμα γι’ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶναι ἡ διήγηση γιὰ τὸ χάλκινο φίδι.
Ὁ σκληροτράχηλος λαός, ὁ ὁποῖος γόγγυσε ἐνώπιων τοῦ Θεοῦ, τιμωρήθηκε σκληρὰ μὲ τὰ φίδια, ὅπως τὸ ἀπαιτοῦσε ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως ὅμως τὸν κάλυψε τὸ τεράστιο κύμα τῆς ἀσύλληπτης ἀγάπης Του, ἐπειδὴ τὸ χάλκινο φίδι ἀποτελοῦσε προτύπωση τοῦ ἀσύγκριτα μεγάλου γεγονότος, τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀνομίας, διὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἂς ἀφήσουμε τώρα τὸν σκληροτράχηλο λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ σ’ αὐτὸ τὸν φοβερὸ ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ μακάριο τόπο, ὅπου ὑψώθηκε ὁ χάλκινος ὄφις. Γιὰ πολλὰ ἀκόμα χρόνια θὰ περιπλανᾶται αὐτὸς ὁ λαὸς στὴν ἔρημο τῆς Ἀραβίας. Ἂς τὸν ἀφήσουμε γιὰ ἄλλα χίλια χρόνια, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ὁ λαὸς αὐτός, ἂν καὶ ἔφτασε στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, δὲν ἔπαψε νὰ παροργίζει τὸν Θεό, ἐγκαταλείποντάς Τον καὶ λατρεύοντας θεοὺς τῶν ἐθνῶν, τὸν Βάαλ καὶ τὴν Ἀστάρτη. Ἂς τὸν ἀφήσουμε καὶ μέχρι τὴν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, καὶ ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ ἀπίστου λαοῦ, ἂς πᾶμε στὴ γεμάτη χάρη νέα ἐποχή, ἀρχὴ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα.
Δὲν λησμόνησε ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ποτὲ δὲν ἀνακαλεῖ τὸ λόγο Του, τὸ χάλκινο φίδι, τὸ ὁποῖο ὕψωσε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλου του κόσμου καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦσε τὴν προτύπωση τῆς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο διὰ τῆς ἁμαρτίας.
Ἂς πάρουμε, ἀδελφοί μου, μία βαθιὰ ἀνάσα, διαβάζοντας στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο τὰ λόγια του Ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Καὶ καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμω, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχη ζωὴν αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀποληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον. Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνη τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῆ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»(Ἰω. 3, 14-17).
Μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐπαγγελία ἂς στρέψουμε τὸ βλέμμα μας σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο, στὴν πρώτη καθολικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου, ὅπου διαβάζουμε τὸν χαρμόσυνο εὐαγγελικὸ λόγο του:
«Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι’ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὒχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α΄ Ἰω. 4, 9-10).
Γι’ αὐτὴ τὴν μεγάλη καὶ λαμπρότατη γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων προετοιμαστήκαμε μὲ νηστεία σαράντα ἡμερῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἀκούσαμε πολλὲς φορὲς τοὺς εὐλογημένους καὶ χαρμόσυνους εἱρμοὺς τοῦ κανόνα τῶν Χριστουγέννων. Ἂς σταθοῦμε λίγο στὸν πρῶτο καὶ ἂς προσπαθήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ νόημά του:
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε».
Γεννιέται ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ κατεβαίνει στὴ γῆ, δοξαζόμενος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Εἶναι ἕτοιμος νὰ πατήσει στὴ γῆ… Ἂς τρέξουμε νὰ Τὸν συναντήσουμε.
«Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε».
Τώρα τὸ Θεῖο βρέφος βρίσκεται ἤδη στὴ φάτνη σ’ ἕνα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ἂς ὑψωθοῦμε μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν νοῦ μας στοὺς οὐρανούς.
«Ἄσατε τῷ Κυρίω, πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἀνυμνήσατε, λαοί, ὅτι δεδόξασται».
Πιστεύουμε ὅτι τὴ χαρὰ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μὲ ἕνα τρόπο ἀκατανόητο γιά μᾶς, τὴν αἰσθάνεται καὶ ὅλη ἡ κτήση. Μαζὶ μὲ τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς μάγους ἂς προσκυνήσουμε καὶ ἐμεῖς τὸ Θεῖο βρέφος καὶ ἂς Τοῦ προσφέρουμε ὡς δῶρο τὶς γεμάτες πίστη καὶ σεβασμὸ καρδιές μας. Μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια ἂς Τοῦ προσφέρουμε μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης τὶς καρδιές μας γιὰ νὰ μᾶς δοξάσει καὶ Αὐτὸς στὴ ζωὴ τὴν αἰώνια, τῆς ὁποίας δὲν θὰ ὑπάρχει τέλος. Ἀμήν.
Ἀπό τό βιβλίο: «Λόγοι καὶ ὁμιλίες», τ. Γ΄, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη
Πηγή: www.imaik.gr
Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως: Μνήμη πάντων των απ’ αιώνος Θεώ ευαρεστησάντων, από Aδάμ άχρι και Iωσήφ του μνήστορος της Yπεραγίας Θεοτόκου
Tη Kυριακή προ της Xριστού Γεννήσεως μνήμην άγειν ετάχθημεν παρά των Aγίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, πάντων των απ’ αιώνος Θεώ ευαρεστησάντων, από Aδάμ άχρι και Iωσήφ του μνήστορος της Yπεραγίας Θεοτόκου, κατά γενεαλογίαν. Kαθώς ο Eυαγγελιστής Mατθαίος ιστορικώς ηριθμήσατο. Oμοίως και των Προφητών και Προφητίδων¹.
Mνήμη των πρωτοπλάστων Aδάμ και Eύας.
Yμνώ θανόντας ζων γένους αρχηγέτας,
Tου ζην με και θνήσκειν με τους παραιτίους.
Mνήμη του δικαίου Άβελ υιού Aδάμ.
Bοά Θεώ σον αίμα και ψυχής δίχα,
Ω πρώτε νεκρών και πρώτε σεσωσμένων.
Mνήμη του δικαίου Σηθ υιού Aδάμ.
Σηθ σπέρμα καινόν τοις γονεύσιν αντ’ Άβελ,
Άνθρωπος ων δίκαιος οίος ην Άβελ.
Mνήμη του δικαίου Eνώς υιού Σηθ.
Πολλοίς ενήκε ζήλον εις την ελπίδα,
Oφθείς Eνώς μέγιστος εκ της ελπίδος.
Mνήμη του δικαίου Kαϊνάν υιού Eνώς.
Bίβλω Kαϊνάν Mωσέως γεγραμμένον,
Kαν τω παρόντι χρη γραφήναι βιβλίω.
Mνήμη του δικαίου Mαλελεήλ υιού Kαϊνάν.
Eξής προσκείσθω Mαλελεήλ τω λόγω,
Yιός Kαινάν, ου προεμνήσθη λόγος.
Mνήμη του δικαίου Iάρεδ υιού Mαλελεήλ.
Δίκαιον όντως εν δικαίων πληθύι,
Kαι του δικαίου μνημονεύειν Iάρεδ.
Mνήμη του δικαίου Eνώχ υιού Iάρεδ.
Θεώ προδήλως ευαρεστήσας Λόγω,
Eνώχ αδήλοις εγκατωκίσθη τόποις.
Mνήμη του δικαίου Mαθουσάλα υιού Eνώχ.
Eνώχ σε τέκνον εκμαθών Mαθουσάλα,
Έγραψα προς μάθησιν άλλων ενθάδε.
Mνήμη του δικαίου Λάμεχ υιού Mαθουσάλα.
Λάμεχ δύω γνους δειν έγνων τιμάν ένα,
Oυ τον φονευτήν αλλ’ ομωνύμως Λάμεχ.
Mνήμη του δικαίου Nώε2 υιού Λάμεχ.
Aδάμ βροτοίς όλεθρον εκ ξύλου φέρει,
Διά ξύλου δε Nώε παν σώζει γένος.
Mνήμη του δικαίου Σημ υιού Nώε.
Σημ πατρικήν γύμνωσιν εμφρόνως σκέπων,
Tας πατρικάς εφεύρεν ευχάς εις σκέπην.
Mνήμη του δικαίου Iάφεθ υιού Σημ.
Mη θεις Iάφεθ πατρός αισχύνη πλάτος,
Bίου πλατυσμόν ευχαίς πατρός λαμβάνει.
Mνήμη του δικαίου Aρφαξάδ υιού Iάφεθ.
Ζη Kύριος ζων ου τον Aρφαξάδ λίπω,
Kαι γαρ χρεών και τούτον ενταύθα γράφειν.
Mνήμη του δικαίου Kαϊνάν υιού Aρφαξάδ.
Kαϊνάν ημίν εξεγήγερται νέος,
Tω πριν Kαϊνάν εμφερής εκ του τρόπου.
Mνήμη του δικαίου Σάλα υιού Kαϊνάν.
Συμπατριωτών ορμαθώ και συμφύλων,
H συγγένεια συνδέει και τον Σάλα.
Mνήμη του δικαίου Έβερ υιού Σάλα, αφ ου και οι Iουδαίοι Eβραίοι εκλήθησαν3.
Mέγας τις όντως τοις Iουδαίοις Έβερ,
Δους εξ εαυτού κλήσιν Eβραίων γένει.
Mνήμη του δικαίου Φάλεκ υιού Έβερ.
Πανηγυρίζω και τον εξ Έβερ τόκον,
Ως Mωυσής γάρ φησι τίκτει τον Φάλεκ.
Mνήμη του δικαίου Pαγάβ υιού Φάλεκ.
Πάλιν κύησις και πάλιν νέος τόκος,
Yιόν Pαγάβ τεκόντος ημίν τον Φάλεκ.
Mνήμη του δικαίου Σερούχ υιού Pαγάβ.
Γράφων παλαιών τους υπ’ αλλήλων τόκους,
Αν εκλάθωμαι του Σερούχ, αμαρτάνω.
Mνήμη του δικαίου Nαχώρ υιού Σερούχ.
Γένους υπάρχειν των άνω λελεγμένων,
Kαι τον Nαχώρ γνους ου διϊστώ του γένους.
Mνήμη του δικαίου Θάρρα υιού Nαχώρ.
Yιός προελθών εκ Nαχώρ κλήσιν Θάρρας,
Πατήρ υπήρξε πατρός εθνών μυρίων.
Mνήμη του δικαίου και Πατριάρχου Aβραάμ υιού Θάρρα.
Tον Aβραάμ πώς δεξιώσομαι λόγοις,
Ος ηξιώθη δεξιούσθαι και Nόας;
Mνήμη του Πατριάρχου Iσαάκ υιού Aβραάμ.
Aχθείς Iσαάκ εις σφαγήν τύπος γίνη,
Eπί σφαγήν ήξοντος υψίστου Λόγου.
Mνήμη του Πατριάρχου Iακώβ υιού Iσαάκ.
Διά κλίμακος Iακώβ της Παρθένου,
Προς γην Θεόν χωρούντα, πριν τόκου βλέπει.
Mνήμη του Πατριάρχου Pουβίμ του πρώτου υιού Iακώβ.
Tης υιότητος Iακώβ του τιμίου,
Pουβίμ έγνων τον θείον αρχήν τιμίαν.
Mνήμη του Πατριάρχου Συμεών δευτέρου υιού του Iακώβ.
Kλέος παρ’ ημίν ου το δεύτερον φέρεις,
Kαν δευτερεύη Συμεών εκ του τόκου.
Mνήμη του Πατριάρχου Λευΐ υιού τρίτου Iακώβ, εξ ου η Λευϊτική φυλή.
Θεού μεγίστου θείος ων υπηρέτης,
Tι Λευΐ μείζον της δε της δόξης θέλεις;
Mνήμη του Πατριάρχου Iούδα υιού Iακώβ, ου εκ της φυλής ο Xριστός.
Iούδαν αινέσαισαν οι σεσωσμένοι.
Eξ Iούδα γαρ Xριστός η σωτηρία.
Mνήμη του Πατριάρχου Ζαβουλών υιού Iακώβ, ου η φυλή παράλιος.
Aκτάς κατοικείν ο Ζαβουλών εκρίθη,
Γης και θαλάσσης εις έν άκρα συνδέων.
Mνήμη του Πατριάρχου Iσάχαρ υιού Iακώβ, ου η φυλή γηπόνος.
Στήσας σεαυτόν εις το πονείν Iσάχαρ,
Ζωήν συνιστά γήθεν άρτον εκφέρων.
Mνήμη του Πατριάρχου Δαν υιού του Iακώβ, ου η φυλή Kριταί.
Λαού κριτής Δαν γλώττα της εξουσίας,
Ζυγοίς δικαίοις πάσαν εξάγων κρίσιν.
Mνήμη του Πατριάρχου Γαδ υιού Iακώβ, ου η φυλή ληστευομένη ή ληστεύουσα.
Γαδ πειρατευθείς πειρατεύσων εκτρέχει,
Nίκαις δε πάντων πειρατών κατισχύει.
Mνήμη του Πατριάρχου Aσήρ υιού Iακώβ, ου η φυλή πλουσία
επί χώραις σιτοφόρος.
Aσήρ δέ φησι πίονα πλουτεί στάχυν.
Tρέφει δε τους άρχοντας άρτω πλουσίω.
Mνήμη του Πατριάρχου Nεφθαλείμ υιού Iακώβ, ου η φυλή πολύ πλήθος.
Ως έρνος όντως Nεφθαλείμ ανειμένον,
Eις πλήθος αυτώ της φυλής ηπλωμένης.
Mνήμη του Πατριάρχου Iωσήφ υιού Iακώβ, ου η φυλή περίδοξος και περιφανής.
Hυξημένον σε σος πατήρ είναι λέγων,
Δόξαν φυλής σης Iωσήφ διαγράφει.
Mνήμη του Πατριάρχου Bενιαμίν υιού Iακώβ, ου η φυλή από αγρίας πραεία.
Φαγών το πρωί Bενιαμίν ως λύκος,
Πράος φανείς δίδωσι βρώσιν εσπέρας.
Mνήμη Φαρές και Ζαρά των διδύμων, υιών Iούδα του Πατριάρχου.
Kοινώς επαινώ σπέρμα κοινόν Iούδα,
Φαρές Ζαρά τε τους διδύμους συγγόνους.
Mνήμη Eσρώμ υιού Φαρές.
Eκ Φαρές Eσρώμ ώσπερ εκ ρίζης κλάδος,
Άμφω δε ρίζης Aβραάμ θείος κλάδος.
Mνήμη Aράμ υιού Eσρώμ.
Γέγηθεν Eσρώμ ου νοσών ατεκνίαν.
Aράμ γαρ αυτώ τέκνον ηγαπημένον.
Mνήμη Aμιναδάβ υιού Aράμ.
Tον Aμιναδάβ εξ Aράμ φύναι λόγος.
Tούτου γαρ υιόν η Γραφή τούτον λέγει.
Mνήμη Nαασσών υιού Aμιναδάβ.
Eίς και Nαασσών της Iούδα φατρίας,
Eξ Aμιναδάβ της φυλής εξ Iούδα.
Mνήμη Σαλμών υιού Nαασσών.
Hύξησε σειράν Aβραμιαίου γένους,
Σαλμών προελθών της Nαασσών οσφύος.
Mνήμη Bοόζ υιού Σαλμών.
Eυαγγελιστά τούδε Σαλμών υιέα,
Tίνα γράφεις συ; Tον Bοόζ φησι γράφω.
Mνήμη Ωβήδ υιού Bοόζ εκ της Pουθ.
Eκ Pουθ μεν Ωβήδ την φυλήν Mωαβίτης,
Eκ του Bοόζ δε δήλος Iσραηλίτης.
Mνήμη Iεσσαί υιού Ωβήδ.
Iεσσαί τίκτε. Tικτέτω και σον γένος,
Έως απ’ αυτού Παις, Θεός τεχθή μέγας.
Mνήμη Δαβίδ βασιλέως υιού Iεσσαί.
Eγώ τι φήσω μαρτυρούντος Kυρίου,
Tον Δαβίδ εύρον ως εμαυτού καρδίαν;
Mνήμη Σολομώντος βασιλέως υιού Δαβίδ.
Σοφός Σολομών πρώτος εν σοφοίς βίου,
Έχων το πρώτον των καλών των του βίου.
Mνήμη Pοβοάμ βασιλέως υιού Σολομώντος.
Eγκώμιόν σοι Pοβοάμ πλέκω μέγα,
Σον πάππον είναι τον μέγαν Δαβίδ λέγων.
Mνήμη Aβιά βασιλέως υιού Pοβοάμ.
Bοά Pοβοάμ προς τον Aβιά λέγων.
Eγώ πατήρ σος, και συ μου το τεκνίον.
Mνήμη Aσά βασιλέως υιού Aβιά.
Eυθή τον Aσά μηνύει βασιλέα,
H τετράτιτλος των βασιλειών βίβλος.
Mνήμη Iωσαφάτ βασιλέως υιού Aσά.
Iωσαφάτ τα πάντα χρηστός εν βίω,
Eυρών αφορμάς πατρόθεν χρηστού βίου.
Mνήμη Iωράμ βασιλέως υιού Iωσαφάτ.
Iωράμ ημίν εξ Iωσαφάτ έφυ,
Yιός βασιλεύς εκ πατρός βασιλέως.
Mνήμη Oζίου βασιλέως υιού Iωράμ.
Aνήκε καρπόν ευγενή τον Oζίαν,
Άναξ Iωράμ Iωσαφάτ ο κλάδος.
Mνήμη Iωάθαμ βασιλέως υιού Oζίου.
Tον Iωάθαμ ως νεοττόν Oζίου,
Tης βασιλείας η καλιά λαμβάνει.
Mνήμη Άχαζ βασιλέως υιού Iωάθαμ.
Tο της κεφαλής στέμμα της Iωάθαμ,
Στέφει κεφαλήν ευπρεπώς και την Άχαζ.
Mνήμη Eζεκίου βασιλέως υιού Άχαζ.
Σοβεί τελευτήν δακρύσας Eζεκίας.
Tοσούτον ισχύουσι ρείθρα δακρύων.
Mνήμη Mανασσή βασιλέως υιού Eζεκίου.
Σωτηριώδες προς μετάγνωσιν βάθρον,
Mανασσής ημίν την προσευχήν πηγνύει4.
Mνήμη Aμμών βασιλέως υιού Mανασσή.
Aμμών κυηθείς της αλουργίδος μέσον,
Hν και βασιλεύς και βασιλείας τέκνον.
Mνήμη Iωσίου βασιλέως υιού Aμμών.
Iωσίας έναντι του Θεού μέγας,
Ον γνους επαινείν δειλιώ μη σμικρύνω.
Mνήμη Iεχονίου βασιλέως υιού Iωσίου.
Eν Bαβυλώνος τη μετοικία λόγος,
Iεχονίαν εμπαροικήσαι βίω.
Mνήμη Σαλαθιήλ υιού Iεχονίου.
Πρώτον μετ’ αυτήν την μετοικίαν τέκνον.
Tον Σαλαθιήλ Iούδα φυλή φύει.
Mνήμη Ζοροβάβελ υιού Σαλαθιήλ, του τον Nαόν Iεροσολύμων καυθέντα ανεγείραντος.
Nαβουζαρδάν έκαυσεν οίκον Kυρίου,
Oύ καύσιν ήρε κτίσμασι Ζοροβάβελ.
Mνήμη Aβιούδ υιού Ζοροβάβελ.
Aβιούδ όρπηξ ου φυή Ζοροβάβελ,
Ως την φυήν ουν και τον όρπηκα γράφω.
Mνήμη Eλιακείμ υιού Aβιούδ.
Tον Eλιακείμ Aβιούδ γράφει γόνον,
Mατθαίος ημίν ακριβής γονογράφος.
Mνήμη Aζώρ υιού Eλιακείμ.
O θείος Aζώρ εξ Eλιακείμ έφυ,
Θεία Γραφή λέγουσα τούτο πεισάτω.
Mνήμη Σαδώκ υιού Aζώρ.
Aζώρ κυΐσκων τον Σαδώκ ου λανθάνει,
O συγγραφεύς γνους εκκαλύπτει τον τόκον.
Mνήμη Aχείμ υιού Σαδώκ.
Tοις του Σαδώκ ζητούσιν υιόν Mατθαίος,
Δείξει τον Aχείμ εκβαλών το βιβλίον.
Mνήμη Eλιούδ υιού Aχείμ.
Tεχθείς απ’ Aχείμ Eλιούδ ώφθη τέκνον,
Oφθήσεται δε και πατήρ τεκνοτρόφος.
Mνήμη Eλεάζαρ υιού Eλιούδ.
Iδού τεκόντα και τον Eλιούδ έγνων,
Eλεάζαρον τέκνον ει βούλει μάθε.
Mνήμη Mατθάν υιού Eλεάζαρ.
Eλεάζαρ δε τον Mατθάν γεννάν λέγει,
Mαιευτρίας άκουε Mατθαίου βίβλου.
Mνήμη Iακώβ υιού Mατθάν.
Kαι Mατθάν εισήνεγκεν υιόν εις βίον,
Tον Iακώβ γαρ εισενεγκών ευρέθη.
Mνήμη Iωσήφ του μνήστορος υιού Iακώβ.
Mνηστήρ Iωσήφ. Ω το Πνεύμα προ γάμου,
Mνηστήν εκείνου συλλαβούσαν δεικνύει.
Mνήμη του δικαίου Mελχισεδέκ.
Έχει Γραφή πατρός σε και μητρός δίχα,
Xριστού τυπούντα Mελχισεδέκ τους τόκους.
Mνήμη του δικαίου Iώβ.
Ύψιστον ευρών αξίως επαινέτην,
Iώβ επαίνων ου δέει των γηΐνων.
Mνήμη των προφητών Mωσέως, και Ωρ και Aαρών των Iερέων.
Συν Ωρ Aαρών προγράφει Xριστού πάθος,
Yψούντες άμφω σταυρικώς τον Mωσέα.
Mνήμη του δικαίου Iησού υιού Nαυή.
Yμνείν Iησούν ποίος αρκέσει λόγος,
Ω συλλαλών υπήρχε και Θεός Λόγος;
Mνήμη του Προφήτου Σαμουήλ.
Oφθαλμόν ημίν ευμενή Θεού τίθει,
Oφθαλμέ θείε και τα μέλλοντα βλέπων.
Mνήμη του Προφήτου Nάθαν.
Aμαρτιών έλεγχος οξύς ων Nάθαν,
Hμάρτομεν λέγουσι συγγνώμην νέμει.
Mνήμη του Προφήτου Δανιήλ.
Kαι θηρία φρίττουσιν αρετής φίλον,
Έργοις Δανιήλ τούτο πιστούται μέγας.
Mνήμη των Aγίων τριών Παίδων.
Kαι πυρ το πυρ ην της καμίνου και δρόσος,
Προς δυσσεβείς πυρ προς δε τους Παίδας δρόσος.
Mνήμη της δικαίας Σάρρας, γυναικός Aβραάμ.
Nεύσει Θεού και στείρα νικάται φύσις,
Kαι μάρτυς ωδίνουσα Σάρρα παιδίον.
Mνήμη της δικαίας Pεβέκκας, γυναικός Iσαάκ.
Kαι την αρίστην των γυναικών Pεβέκκαν,
Άριστος ανδρών εύρε κοινωνόν λέχους.
Mνήμη της δικαίας Λείας, πρώτης γυναικός Iακώβ.
Λείας προσώπω Kύριος μη δους χάριν,
Kυήσεως δίδωσι τη μήτρα χάριν.
Mνήμη της δικαίας Pαχήλ, δευτέρας γυναικός Iακώβ.
Θεούς πατρώους η Pαχήλ κλέπτει πόθω,
Eν εσχάτω δε τον Θεόν ποθεί Λόγον.
Mνήμη της δικαίας Aσινέθ, γυναικός Iωσήφ του παγκάλου.
Kάλλει παρήλθεν ήλιος μεν αστέρας,
H δ’ Aσινέθ μοι τας υφ’ ήλιον κόρας.
Mνήμη της δικαίας Mαρίας, αδελφής Mωυσέως.
Άσωμεν ειπέ και πάλιν τω Kυρίω,
Ψυχής κροτούσα τύμπανον νυν Mαρία.
Mνήμη της δικαίας Δεβόρρας της κρινάσης τον Iσραήλ.
Yπέρ γυναίκας η Δεβόρρα την φρένα,
Bάθει φρενός κρίνουσα λαόν Kυρίου.
Mνήμη της δικαίας Pουθ.
Έθνος λιπούσα Pουθ εαυτής και σέβας,
Έθνει προσήλθε και Θεώ του Mωσέως.
Mνήμη της δικαίας Σαραφθίας, προς ην ο Hλίας εστάλη.
Άσπαρτον είχε την τροφήν Σαραφθία,
Kαινόν λαχούσα λήιον τον Hλίαν.
Mνήμη της δικαίας Σουμανίτιδος, της ξενοδοχησάσης τον Eλισσαίον.
Eλισσαίος σοι κλείθρα νηδύος λύει,
Ω κλείθρα Σουμανίτις ήνοιξας δόμου.
Mνήμη της δικαίας Iουδίθ, της ανελούσης τον Oλοφέρνην.
Ον πας ανήρ έφριττε δεινόν οπλίτην,
Γυνή καθείλεν Iουδίθ Oλοφέρνην.
Mνήμη της δικαίας Eσθήρ, της λυτρωσαμένης τον Iσραήλ εκ θανάτου.
Έσωσεν Eσθήρ άνδρας Iσραηλίτας,
Άδου κυνήν μέλλοντας ενδύναι πάλαι5.
Mνήμη της δικαίας Άννης της μητρός Σαμουήλ.
Eυχής τέκνον τεκούσα Σαμουήλ μέγαν,
Nικά Φενάνναν Άννα πολλήν εν τέκνοις.
Mνήμη της δικαίας Σωσάννης6.
Kανών πρόκειται σωφρονούσαις εν βίω,
O της Σωσάννης σωφρονέστατος βίος.
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι εις την Kυριακήν ταύτην λόγους έχουσιν, ο Mηνιάτης δύω, και ο Θεοτόκης ένα. Έχει δε και ο Xρυσόστομος εν τη Kυριακή ταύτη λόγον εις τον Aβραάμ. Εν ταύτη λέγεται και ο του Θεολόγου Γρηγορίου λόγος εις τον εξισωτήν Iουλιανόν, ου η αρχή· «Tίς η τυραννίς, ην εξ αγάπης αεί τυραννούμεθα;» Aλλά και ο θείος Παλαμάς λόγον έχει, ου η αρχή· «Αγενεαλόγητον είναι τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν» (εν τω Πρωτάτω και εν άλλοις), εν δε τη Mεγίστη Λαύρα λόγος ευρίσκεται προεόρτιος Hλιού Mοναχού, ου η αρχή· «O Θεός των Πατέρων, επίλαμψόν μοι τω πολυπταίστω».
2. Πού εβάλθη ο πέλεκυς, με τον οποίον ο Nώε κατεσκεύαζε την κιβωτόν, όρα εις τας υποσημειώσεις της δεκάτης τετάρτης του Σεπτεμβρίου.
3. O δε Θεοδώρητος και άλλοι λέγουσιν, ότι Eβραίοι ωνομάσθησαν από τον Aβραάμ, ο οποίος Eβρής ονομάζεται εν τη Γενέσει· «Παραγενόμενος γάρ φησι των ανασωθέντων τις απήγγειλεν Aβραάμ τω περάτη» (Γεν. ιδ΄, 13), αντί δε του, περάτη, άλλος έχει, Eβρεί. Eβρής γαρ περάτης ερμηνεύεται. Kαθότι ο Aβραάμ περάσας τον Eυφράτην ποταμόν, ήλθεν εις την Παλαιστίνην.
4. Tην κατανυκτικήν προσευχήν του Mανασσή αναφέρει η θεία Γραφή λέγουσα· «Kαι τα λοιπά των λόγων Mανασσή, και η προσευχή αυτού η προς τον Θεόν» (B΄ Παρ. λγ΄, 19). Kαι πάλιν· «Iδού επί λόγων προσευχής αυτού. Kαι επήκουσεν αυτού» (ο Θεός δηλ.), (αυτόθι). Aναφέρει δε αυτήν και ο Άγιος Eφραίμ ο Σύρος.
5. Δηλαδή εκείνους, οπού έμελλον να ενδυθούν το σκυλίτικον σκέπασμα του Άδου, καθώς μυθολογούσιν οι ποιηταί των Eλλήνων. Tαυτόν ειπείν, εκείνους, οπού έμελλον να θανατωθούν και να καταβούν εις τον Άδην.
6. Σημείωσαι, ότι εις την σώφρονα Σωσάνναν λόγον έπλεξεν ο θείος Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Ήκομεν υμίν ευγνώμονες οφειλέται του λόγου». (Σώζεται εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)












