Αρχική Blog Σελίδα 144

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης (2 Ιανουαρίου)

Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης

Ζωοί νεκρόν βουν αισχύνων Ζαμβρήν μάγον,
Ο και νεκρός ζων Σίλβεστρος Ρώμης Πάπας.
Θυμόν αποπνείει Σίλβεστρος δευτέρη ηοί.

Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος διά την εις το άκρον της αρετής ανάβασιν, εχειροτονήθη της πρεσβυτέρας Ρώμης Eπίσκοπος, αφ’ ου εκοιμήθη ο προκάτοχος της Ρώμης Eπίσκοπος Μιλτιάδης. Πολλά δε θαύματα ποιήσας, τον Mέγαν εν βασιλεύσι Κωνσταντίνον προς την εις Χριστόν πίστιν ωδήγησε. Και διά του θείου Βαπτίσματος, τα της ψυχής ομού και του σώματος πάθη αυτού εκαθάρισε1. Και απέδειξε τον Χριστόν, ότι επροκηρύχθη παρά του νόμου. Aυτός και τον ταύρον ανέστησε, τον οποίον ο Eβραίος Ζαμβρής, εθανάτωσε μεν, δεν εδυνήθη όμως να αναστήση. Eις πολλούς δε και άλλους ανθρώπους αίτιος σωτηρίας γεγονώς ο μακάριος ούτος Πατήρ, εις γήρας βαθύ προς Κύριον εξεδήμησε. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις τον Νέον Παράδεισον.) Eν δε τη Μεγίστη Λαύρα, και τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, σώζεται είς λόγος προς τον Άγιον τούτον Σίλβεστρον, ου η αρχή· «Oι μεν σεπτοί και θεόπται Aπόστολοι», έστι δε ποίημα Ιωάννου του Ζωναρά. Ευρίσκεται δε και εν τη Λαύρα Βίος αυτού, ου η αρχή· «Ευσέβιος ο Παμφίλου την Eκκλησιαστικήν».

Σημείωση

1. Διαφωνίαν ευρίσκω μεγάλην περί του βαπτίσματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο μεν γαρ κύριος Μελέτιος Αθηνών, σελ. 309 του πρώτου τόμου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, λέγει, ότι ο Άγιος ούτος Σίλβεστρος, κεκρυμμένος ων διά τον επικείμενον διωγμόν, εκατήχησε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, και εβάπτισεν αυτόν. Όστις εξελθών από την κολυμβήθραν του Αγίου Βαπτίσματος, έγινεν υγιής, με το να έπεσον από το σώμα του ωσάν λεπίδες, τα εξανθήματα οπού είχε, και ότι, τούτο ιδών ο λαός, εβαπτίσθησαν πολλοί. Και ότι, όσοι λέγουσι, πως ο Κωνσταντίνος εβαπτίσθη εις την Νικομήδειαν, ων εγγύς του θανάτου, από τον Αρειανόν Ευσέβιον τον Επίσκοπον Νικομηδείας, ούτοι ψεύδονται, ως λέγουσιν οι πλείονες. Και μάλιστα ο Θεοφάνης και Μιχαήλ ο Γλυκάς.

Ο δε Ιεροσολύμων πολυμαθέστατος κύριος Δοσίθεος, σελ. 80 της Δωδεκαβίβλου, την εναντίαν δόξαν υπερασπίζεται, ότι δηλαδή δεν εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος από τον Άγιον Σίλβεστρον εν τη Ρώμη. Αλλά εβαπτίσθη έν τινι προαστείω της Νικομηδείας από την κοινότητα των Επισκόπων κατά το τέλος της ζωής του. Φέρει δε μάρτυρας τον Ευσέβιον Νικομηδείας, βεβαιούντα τούτο εις το τέταρτον βιβλίον της ζωής Κωνσταντίνου, δηλαδή ότι ο Κωνσταντίνος συγκαλέσας τους Επισκόπους, κοινώς διελέχθη αυτοίς περί του βαπτίσματος. Και ότι ουκ εβαπτίσθη πρότερον. Διότι εβούλετο απελθείν και βαπτισθήναι εν τω Ιορδάνη ποταμώ. Ούτω γαρ επί λέξεως λέγει· «Επί προάστειον της Νικομηδέων αφικνείται πόλεως. Κανταύθα συγκαλέσας τους Επισκόπους, ώδε πη αυτοίς διελέξατο. Ούτος ην αυτός ο πάλαι μοι διψώντι και ευχομένω της εν Θεώ τυχείν σωτηρίας καιρός ελπιζόμενος. Ώρα και ημάς απολαύσαι της αθανατοποιού σφραγίδος. Ώρα του σωτηρίου σφραγίσματος μετασχείν. Επί ρείθρων Ιορδάνου ποταμού ενενόουν ποτέ, εφ’ ων και ο Σωτήρ εις ημέτερον τύπον, του λουτρού μετασχείν μνημονεύεται. Θεός δ’ άρα το συμφέρον ειδώς, εντεύθεν ήδη τούτων ημάς αξιοί» (κεφάλ. ξα΄).

Ομοίως φέρει μάρτυρα και τον Θεοδώρητον λέγοντα αυτολεξεί εις το λ΄ κεφ. Ι, του α΄ βιβλίου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. «Εν Νικομηδεία δε της Βιθυνίας διάγων, ηρρώστησεν (ο Κωνσταντίνος δηλαδή), το δε της ανθρωπίνης βιότητος άδηλον επιστάμενος, του θείου Βαπτίσματος το δώρον εδέξατο. Ανεβάλλετο δε μέχρι τούδε του χρόνου, εν Ιορδάνη τω ποταμώ τούτου τυχείν ιμειρόμενος». Φέρει δε και τον Σωζόμενον λέγοντα εν κεφ. λβ΄, του β΄ βιβλίου· «Χαλεπώτερον δε διατεθείς, (ο Κωνσταντίνος δηλαδή), διεκομίσθη εις Νικομήδειαν. Ένθα δη εν προαστείω διάγων, εμυήθη την ιεράν Βάπτισιν». Ομοίως φέρει και τον Σωκράτην τούτο μαρτυρούντα.

Ου λέγει όμως ο Δοσίθεος, ότι εβάπτισε τον Άγιον Κωνσταντίνον ο Aρειανός Ευσέβιος. Όχι. Καθότι ουδέ αυτός ο Ευσέβιος αναφέρει τούτο. Ει γαρ αυτός εβάπτισε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, βέβαια ήθελεν ειπή τούτο εις καύχημά του. Αλλ’ ουδέ εν Νικομηδεία εβαπτίσθη, αλλ’ εν προαστείω της Νικομηδείας, υπό της κοινότητος των Επισκόπων. Ήτις ουκ ην αιρετική, αλλ’ ορθόδοξος και ομόπιστος αυτώ. Και μάλιστα οι έγκριτοι των εν Κωνσταντινουπόλει παρευρεθέντων Επισκόπων ήσαν οι ακολουθήσαντες αυτώ. Προσθέττει δε ο αυτός Δοσίθεος, ότι η κοινή γνώμη των Εκκλησιαστικών είναι, ότι προ του βαπτίσματος εφόνευσεν ο Κωνσταντίνος την γυναίκα του Φαύσταν, την θυγατέρα Μαξιμιανού, και τον υιόν του Κρίσπον. Όθεν και εις τον αργυρούν ανδριάντα επέγραψε· «Τω ηδικημένω υιώ μου». Tον μεν γαρ Κρίσπον εθανάτωσεν αδίκως, διά την κατ’ αυτού συκοφαντίαν της Φαύστας. Την δε Φαύσταν δικαίως εφόνευσεν, ως συκοφαντήσασαν τον Κρίσπον, και γενομένην αιτίαν του εκείνου θανάτου.

Εάν ουν δώσωμεν, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος εβαπτίσθη ύστερον, διατί επρόσμενε να βαπτισθή εις τον Ιορδάνην, τούτο ουδέν παραβλάπτει την αυτού αγιότητα. Καθότι και ο Μέγας Βασίλειος, και ο Θεολόγος Γρηγόριος, και πολλοί άλλοι Άγιοι επρόσμεναν να γένουν τριάκοντα χρόνων, και ούτω να βαπτισθούν κατά μίμησιν του Κυρίου. Και αυτός δε ο Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν τω καιρώ του θανάτου του εβαπτίσθη. Όθεν και ηξιώθη να ψάλλουν οι Άγιοι Άγγελοι, αφ’ ου την ψυχήν του παρέδωκεν, ως λέγει τούτο ο Θεολόγος Γρηγόριος. Ούτω γαρ εκείνός φησιν· «Επειδή τον Ταύρον (ήτοι το όρος του Ταύρου το εν τη Ανατολή κείμενον) υπερβάλλει το σώμα, προς την πατρώαν αυτώ (τω Κωνσταντίνω δηλαδή) πόλιν διασωζόμενον… Φωνή τις εκ των άκρων έστιν, οις εξηκούετο, οίον ψαλλόντων και παραπεμπόντων, αγγελικών, οίμαι, δυνάμεων, γέρας της ευσεβείας εκείνω, και αντίδοσις επιτάφιος. Και γαρ εις την ορθήν δόξαν παρακινείν έδοξεν, αλλά και τούτο της των υποδυναστευόντων σκαιότητος και κακοδοξίας το έγκλημα. Οι απλήν και απαγή εις ευσέβειαν παραλαβόντες ψυχήν, ου προορωμένην τα βάραθρα, απήγαγον, ήπερ εβούλοντο» (Λόγω β΄ κατά Ιουλιανού).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 1η Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 8-12

Ἀδελφοί, βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
β΄ 20- 21, 40- 52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν αὐτόν, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Ιησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πληρούμενον σοφίᾳ, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό. Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ᾽ ἔτος εἰς ᾽Ιερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβαινόντων αὐτῶν κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν ᾽Ιησοῦς ὁ παῖς ἐν ᾽Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνωσαν οἱ γονεῖς αὐτοῦ. Νομίσαντες δὲ αὐτὸν εἶναι ἐν τῇ συνοδίᾳ ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενεῦσιν καὶ τοῖς γνωστοῖς,καὶ μὴ εὑρόντες ὑπέστρεψαν εἰς ᾽Ιερουσαλὴμ ἀναζητοῦντες αὐτόν. Καὶ ἐγένετο μετὰ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς·ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;καὶ αὐτοὶ οὐ ᾔ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. Καὶ κατέβη μετ᾽ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ ᾽Ιησοῦς προέκοπτεν σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Εορτή της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου: Συλλογή ομιλιών και κειμένων

Η Περιτομή του Κυρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '
Η Περιτομή του Κυρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Ἀπολυτίκιο Περιτομῆς τοῦ Κυρίου
Ἦχος α’
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε• καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.


Ἀπολυτίκιο Μεγάλου Βασιλείου
Ἦχος α΄
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου• δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε• πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ: Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας

Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ

Ἀπο τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ»

Πράγματα ποὺ μοιάζουν ἀπίστευτα στοὺς ἀπίστους, ἀποτελοῦν γνώριμα καὶ καθημερινὰ περιστατικὰ στοὺς ὄντως πιστούς, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἐν Πνεύματι καὶ βιώνουν τὴ Χριστιανικὴ πίστη στὴ ζωή τους.

Μετὰ τὴν θεραπεία του ὁ Μοτοβίλωφ ἔγινε πολὺ τακτικὸς ἐπισκέπτης τῆς μονῆς. Κατὰ τὴν διάρκεια μίας συνομιλίας του μὲ τὸν ὅσιο Σεραφείμ, τέλη Νοεμβρίου τοῦ 1831, εὐτύχησε νὰ τὸν δῇ καταγλαϊσμένο ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ λάμποντα μέσα στὸ φῶς, καὶ νὰ ἀκούσει ἀπὸ αὐτὸν ὅτι ἡ Χριστιανικὴ ζωὴ πρέπει νὰ γίνῃ ζωὴ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Νὰ τί ἔγραψε σχετικὰ ὁ Μοτοβίλωφ στὸ σημειωματάριό του, τὸ ὁποῖο βρέθηκε στὸ ἀρχεῖο τῆς μονῆς Ντιβιέγιεβο, ὅπου εἶχε γίνει μοναχὴ ἡ χήρα Ἑλένη Μοτοβίλοβα:

«Ἡ ἡμέρα ἦταν συννεφιασμένη, ἡ γῆ εἶχε καλυφθεῖ ἀπὸ παχὺ στρῶμα χιονιοῦ, τὸ ὁποῖο ἔπεφτε συνεχῶς, ὅταν ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω δίπλα του σ’ ἕνα πεσμένο κορμὸ δένδρου.

«Ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν παιδική σας ἡλικία ἐπιθυμούσατε νὰ μάθετε ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σᾶς συμβούλευαν νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ προσεύχεσθε, νὰ κάνετε καλὲς πράξεις, διότι σ’ αὐτά, σᾶς ἔλεγαν, συνίσταται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ σᾶς ἱκανοποιήσει. Ὄντως ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ὅπως καὶ ὅλη ἡ χριστιανικὴ ἄσκηση εἶναι καλὰ καθ’ ἑαυτά.

Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι μόνο νὰ ἐκπληρώσουμε αὐτά, διότι αὐτὰ εἶναι μόνο μέσα. Ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι μόνο ἐκεῖνο τὸ καλὸ ἔργο ποὺ ἔχει γίνει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ φέρει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μ ’ αὐτὰ ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας».

«-Μὲ ποιὰ ἔννοια λέτε ὅτι πρέπει νὰ κερδίσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; (ἐρώτησα ἐγώ), δὲν τὸ καταλαβαίνω καλὰ αὐτό».

«-Κερδίζω σημαίνει ἀποκτῶ, (μοῦ ἀπάντησε). Ἐσεῖς γνωρίζετε σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Αὐτὸ τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς γιὰ τὸν κοινὸ ἄνθρωπο εἶναι νὰ κερδίσει χρήματα ἢ ν’ ἀποκτήσει τιμές, διακρίσεις καὶ βραβεῖα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης κεφάλαιο καὶ μάλιστα τὸ αἰώνιο κεφάλαιο καὶ ὁ μοναδικὸς θησαυρός, ἀστείρευτος στὸν αἰώνα. Κάθε ἔργο, ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ, φέρει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅμως τοῦτο κατορθώνεται εὐκολότερα μὲ τὴν προσευχή, διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ὄργανο ποὺ διαθέτουμε. Μπορεῖ νὰ τύχῃ νὰ θέλετε νὰ πᾶτε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία νὰ μὴ εἶναι κοντά, ἢ νὰ ἔχει τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἢ ἔχετε ἐνδεχομένως ἐπιθυμία νὰ ἐλεήσετε κάποιον πτωχό, ἀλλὰ πτωχὸς δὲν ὑπάρχει. Ἴσως ἐπιθυμεῖτε νὰ γίνετε ἀπαθής, ἀλλὰ δὲν ἔχετε γι’ αὐτὸ δυνάμεις. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὅμως ὑπάρχει πάντοτε δυνατότητα, αὐτὴ εἶναι προσιτὴ τόσο στὸν πλούσιο, ὅσο καὶ στὸν πτωχό, τόσο στὸν ἐγγράμματο, ὅσο καὶ στὸν ἁπλοϊκό, στὸν ἰσχυρό, ὅσο καὶ στὸν ἀδύναμο, στὸν ὑγιῆ ὅσο καὶ στὸν ἀσθενῆ, στὸν δίκαιο ὅσο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς εἶναι τεράστια καὶ περισσότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο αὐτὴ ἑλκύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.»

«-Γέροντα, (εἶπα), ὅλη τὴν ὥρα μιλᾶτε γιὰ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ὁποία πρέπει ν’ ἀποκτήσουμε, ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὴν δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνῃ ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίζω ἂν Αὐτὸ εἶναι μαζί μου ἢ ὄχι;»

«-Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δοθεῖ στὸ βάπτισμα, λάμπει στὴν καρδιά μας παρὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σκοτάδια ποὺ μᾶς περικυκλώνουν. Αὐτὴ ἐμφανίζεται μέσα σὲ ἄρρητο φῶς σ’ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἀναγγέλλει τὴν παρουσία Του. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι αἰσθάνθηκαν χειροπιαστὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.»

Ἐγὼ τότε ρώτησα: «-Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ γίνω καὶ ἐγὼ προσωπικὰ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ πράγματος;»

Ὁ π. Σεραφεὶμ μὲ ἀγκάλιασε καὶ μοῦ εἶπε: «-Ἀγαπητέ μου, ἐμεῖς εἴμαστε καὶ οἱ δύο τώρα ἐν Πνεύματι. Γιατί δὲν μὲ κοιτάζετε;»

«-Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ σᾶς κοιτάξω, διότι τὸ πρόσωπό σας ἔγινε φωτεινότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου ἔχουν θαμβωθεῖ.»

«-Μὴ φοβῆσθε, διότι καὶ ἐσεῖς ἔχετε γίνει τώρα φωτοφόρος, ὅπως καὶ ἐγώ. Ἔχετε καὶ ἐσεῖς τώρα πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλοιῶς δὲν θὰ μπορούσατε νὰ μὲ δῆτε ἔτσι ὅπως μὲ βλέπετε».

Καὶ σκύβοντας κοντά μου, μοῦ ψιθύρισε: «-Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σᾶς ἀξιώσει νὰ δῆτε μὲ τὰ σωματικά σας μάτια αὐτὴ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος. Καὶ νά, μὲ τὸ μέγα Του ἔλεος παρηγόρησε τὴν καρδιά σας, ὅπως θάλπει ἡ μητέρα τὰ παιδιά της. Λοιπὸν ἀγαπητέ μου, γιατί δὲν μὲ κοιτάζετε; Μὴ φοβῆσθε τίποτε, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σας!»

Τὸν κοίταξα καὶ μὲ διαπέρασε ρίγος. Φαντασθῆτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἡλίου νὰ βλέπετε πρόσωπο ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συνομιλεῖ μαζί σας. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεσθε ὅτι τὸ ἕνα του χέρι εἶναι ἁπλωμένο γύρω ἀπὸ τὸν ὦμο σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι οὔτε τὸ πρόσωπο, παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη τοῦ τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονονιφάδες ποὺ πέφτουν.

«-Τί αἰσθάνεσθε;» μὲ ἐρώτησε.

«-Ἡσυχία καὶ εἰρήνη ἀνέκφραστη», εἶπα.

«-Καὶ τί ἀκόμη αἰσθάνεσθε;»

«-Νὰ γεμίζει ἡ καρδιά μου ἀπὸ ἄρρητη χαρά.»

«-Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσθε εἶναι μηδαμινή, ὅταν συγκριθεῖ μὲ ἐκείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφεῖ: ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν. Σὲ μᾶς δόθηκε μία σκιὰ μόνο τῆς χαρᾶς αὐτῆς, τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν πραγματικὴ χαρά; Τί αἰσθάνεσθε ἀκόμη φιλόθεε;»

«-Ἀνέκφραστη θερμότητα», εἶπα.

«-Τί εἴδους θερμότητα; Εἴμαστε στὸ δάσος, τώρα εἶναι χειμώνας καὶ παντοῦ γύρω μας χιόνι… Τί εἴδους θερμότητα εἶναι αὐτὴ ποὺ αἰσθάνεσθε;» Καὶ ἐγὼ ἀποκρίθηκα:

«-Ὅπως ὅταν λούζωμαι μὲ ζεστὸ νερό. Αἰσθάνομαι ἀκόμη εὐωδία τέτοια ποὺ ποτὲ μέχρι τώρα δὲν ἔχω αἰσθανθεῖ.»

«-Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος, σᾶς ἐρωτῶ ἐπίτηδες. Αὐτὴ ἡ εὐωδία ποὺ αἰσθάνεσθε εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ αὐτὴ ἡ θερμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶτε δὲν ὑπάρχει στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴν οἱ ἐρημίτες δὲν φοβοῦνταν τὸν χειμώνα, διότι φοροῦσαν τὸν χιτώνα τῆς χάριτος, ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστοῦσε τὸ ἔνδυμα. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία τώρα βρισκόμαστε τὸ ἀποδεικνύει. Νὰ τί σημαίνει νὰ εἶσαι πλήρης Πνεύματος Ἁγίου.»

«-Θὰ θυμᾶμαι τὸ ἔλεος αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;» ἐρώτησα.

«-Πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος θὰ σᾶς βοηθήσει νὰ τὸ διαφυλάξετε στὴν καρδιά σας, διότι αὐτὸ δόθηκε ὄχι μόνο γιὰ μᾶς, ἀλλὰ διὰ μέσου ἡμῶν καὶ γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ! Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σας!»

Όταν τὸν ἄφησα τὸ ὅραμα δὲν εἶχε παύσει: ὁ γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ ἄρρητο φῶς ποὺ εἶχα ἰδεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/osios_serafeim_sarwf_apokthsh_agioy_pneymatos.htm

Μέγας Βασίλειος: Όλα είναι αποθησαυρισμένα εις το βιβλίον των Ψαλμών

Ο προφήτης Δαυίδ, ανάμεσα στη Σοφία και την Προφητεία

Το βιβλίον των Ψαλμών είνε το πλέον γνωστόν από τα βι­βλία της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Μέγας Βασίλειος εις την ερμηνείαν του εις τον Α’ ψαλμόν λέγει, ότι όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είνε ωφέλιμα, αλλ’ οι ψαλμοί παρέχουν τόσην ωφέλειαν, όσην παρέχουν όλα μαζί τα άλλα (σ. 12,7). Είνε γνωστόν ότι από τα άλλα βιβλία της Γραφής διαβάζονται εις την Εκκλησίαν ωρισμένα τεμάχια, ενώ το βιβλίον των Ψαλμών διαβάζεται ολόκληρον και πολλάς φοράς. Και όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ο Δαυίδ αναγιγνώσκεται εις όλας τας ακολουθίας «πρώτος και μέσος και τελευταίος». Για τον λόγον αυτόν πολλοί ηρμήνευσαν τους Ψαλμούς εις ομιλίας και υπομνήματα από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως ο Ωριγένης, ο Ευσέβιος, ο Μ. Αθανάσιος, ο Ιωάννης Χρυσόστο­μος, ο Θεοδώρητος Κόρου, ο Ζυγαβηνός, οι Λατίνοι Ιλάριος, Αμ­βρόσιος, Αυγουστίνος, κ.α. Μεταξύ αυτών τους ηρμήνευσε και ο Μέγας Βασίλειος. Του Μ. Βασιλείου σώζονται σήμερον ερμηνείαι εις 13 ψαλμούς, αλλά καθώς φαίνεται υπήρχον και άλλαι αι οποίαι εχάθησαν. Σώζονται ερμηνείαι εις τους ψαλμούς 1, 7, 14, 28, 29Λ 32, 33, 44, 45, 48, 59, 61, 114.

«Πάσα Γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος», διότι συνεγράφη υπό του Πνεύματος του Αγίου με σκοπόν να διαλέγωμεν όλοι οι άνθρωποι σαν από κοινόν ιατρείον των ψυχών ο καθένας το φάρμακον του ιδικού του πάθους. «Διότι, λέγει, ίαμα καταπαύσει αμαρτίας μεγάλος».

Άλλα λοιπόν διδάσκουν οι προφήται, και άλλα οι ιστορικοί, και άλλα ο νόμος, και άλλα το είδος των συμβουλευτικών παροιμιών. Το δε βιβλίον των ψαλμών έχει συμπεριλάβει το ωφέλιμον από όλα. Προφητεύει τα μέλλοντα· υπενθυμίζει τα παρελθόντα· θεσπίζει νόμους για την ζωήν υποδεικνύει όσα πρέπει να πράξωμεν και με ένα λό­γον είνε κοινόν ταμείον καλών διδαγμάτων που προμηθεύει εις τον καθένα το κατάλληλον συμφώνως προς την σπουδήν του.

Διότι και τα παλαιά τραύματα των ψυχών θεραπεύει και εις τον νεοτραυματισθέντα αποδίδει γρήγορα την θεραπείαν· και το άρρωστον περιποιείται και το υγιές προφυλάσσει και γενικώς ξερριζώνει, όσον είνε δυνατόν, τα πάθη, τα οποία κατατυραννούν ποικιλοτρόπως εις την ζωήν τας ψυχάς των ανθρώπων  και τούτο με κάποιαν μελωδικήν ψυχαγωγίαν και ευχαρίστησιν που γεννά αγνήν σκέψιν.

Τι έκανε λοιπόν το Πνεύμα το Άγιον βλέποντας ότι το ανθρώπινον γένος δύσκολα οδηγεί­ται προς την αρετήν, και ότι ημείς εξ αιτίας της ροπής προς την ηδονήν παραμελούμεν τον ορθόν βίον; Ανέμιξε με τας αληθείας της πίστεως την τέρψιν της μελωδίας, ώστε να δεχώμεθα χωρίς αντίδρασιν την ωφέλειαν των λόγων που θα ακούωνται γλυκά και απαλά.

Έτσι και οι σοφοί ιατροί προσφέρουν και τα πικρό­τερα φάρμακα να τα πιούν δύσκολοι ασθενείς αλείφοντες πολλάκις το ποτήρι ολόγυρα με μέλι. Δι’ αυτό επενοήθησαν τα αρμονικά αυτά άσματα των ψαλμών, ώστε και τα παιδιά, ή γενικώς και οι ανώριμοι εις το ήθος, να φαίνεται μεν ότι ψάλ­λουν, εις την πραγματικότητα όμως να μορφώνωνται ψυχικώς.

Διότι κανείς ποτέ από τους πολλούς και αμελείς δεν έφυγε συγ­κροτώντας εύκολα εις την μνήμην του αποστολικόν ή προφη­τικόν παράγγελμα τα λόγια όμως των ψαλμών και εις τας οικίας ψάλλονται και εις την αγοράν περιφέρονται, και εάν κανείς, από εκείνους που γίνονται θηρία ανήμερα από τον θυ­μόν, αρχίση να λέγη τους ψαλμούς, αμέσως φεύγει η αγριότης από την ψυχήν του, διότι την απεκοίμισε με την μελωδίαν.

Ο ψαλμός γαληνεύει τας ψυχάς, τας βραβεύει με ειρή­νην, καθησυχάζει τους θορύβους και τα κύματα των λογισμών.

Μαλακώνει την τάσιν της ψυχής για θυμόν και σωφρονίζει την ακολασίαν της. Ο ψαλμός συσφίγγει την φιλίαν· ενώνει τα χωρισμένα· συμφιλιώνει τους εχθρούς. Διότι ποιος δύναται ακόμη να θεωρή εχθρόν εκείνον με τον οποίον ύψωσε την ιδίαν φωνήν προς τον Θεόν.

Ώστε η ψαλμωδία χορηγεί και το μέγιστον αγαθόν, την αγάπην, διότι επενόησεν ως συνδε­τικόν κρίκον για την ένωσιν την από κοινού ψαλμωδίαν και συναρμονίζει τον λαόν εις την συμφωνίαν ενός χορού. Ο ψαλ­μός τρέπει εις φυγήν τους δαίμονας, επιφέρει την βοήθειαν των αγγέλων· είνε όπλον εις τους φόβους της νυκτός και ανάπαυσις εις τους κόπους της ημέρας· ασφάλεια για τα νήπια· κόσμημα για τους ακμαίους εις την ηλικίαν άνδρας· παρηγοριά για τους πρεσβυτέρους· στολίδι πάρα πολύ ταιριαστόν για τας γυναί­κας. Κατοικίζει τας ερήμους, σωφρονίζει τας συγκεντρώσεις· είνε η βάσις για τους αρχαρίους, αύξησις αυτών που προκύ­πτουν, στήριγμα των τελείων, φωνή της Εκκλησίας. Αυτός λαμπρύνει τας εορτάς, αυτός προξενεί την κατά Θεόν λύπην.

Διότι ο ψαλμός εξάγει δάκρυ και από πέτρινην καρδίαν. Ο ψαλμός είνε το έργον των αγγέλων, το ουράνιον πολίτευμα, το πνευματικόν θυμίαμα. Ω τι σοφή επινόησις του διδασκάλου, ο οποίος επενόησε να ψάλλωμεν και συγχρόνως να μαθαίνωμεν τα ωφέλιμα· για τον λόγον αυτόν και κάπως βαθύτερα εγχαράσσονται τα διδάγματα εις τας ψυχάς. Διότι μάθημα που έγινε με βίαν δεν είνε δυνατόν να παραμείνη, όσα όμως εισέρχονται με ευχαρίστησιν και χάριν, κάπως σταθερώτερα κατοικούν εις τας ψυχάς μας.

Διότι τι δεν δύνασαι να μάθης από εδώ. Δεν μαθαίνεις την μεγαλοπρέπειαν της ανδρείας την ακρίβειαν της δικαιοσύνης την σεμνότητα της σωφροσύνης την τελειότητα της φρονήσεως τον τρόπον της μετάνοιας τα μέτρα της υπομονής και ο,τιδήποτε είπης από τα αγαθά; Εδώ ενυπάρχει τελεία θεολογία· πρόρρησις της ενανθρωπήσεως του Χριστού· απειλή της κρίσεως· η ελπίς της αναστάσεως· ο φόβος της κολάσεως· αι υποσχέσεις για την δόξαν αποκαλύψεις μυστη­ρίων.

Όλα είνε αποθησαυρισμένα εις το βιβλίον των Ψαλμών ως εις κάποιο μεγάλο και κοινόν θησαυροφυλάκιον, το οποίον, παρ’ όλον που υπάρχουν πολλά μουσικά όργανα, ο προφήτης το προσήρμοσε προς το μουσικόν όργανον που ονομάζεται ψαλτήριον. Με αυτόν τον τρόπον, νομίζω, θέλει να δείξη την άνωθεν χάριν που ηχεί εντός αυτού παρά του Πνεύματος του αγίου, διότι μόνον αυτό από τα μουσικά όργανα έχει την αιτίαν του ήχου εις το επάνω μέρος.

Και εις μεν την κιθάραν και την λύραν ο χαλκός δίδει τον ήχον εις το πλήκτρον από κάτω, εις το ψαλτήριον όμως η αίτια των αρμονικών ρυθμών ευρίσκεται εις το επάνω μέρος· για να φροντίζωμεν και ημείς να ζητώμεν τα άνω και να μη καταπίπτωμεν εις τα πάθη της σαρκός εξ αίτιας της ηδονής του άσματος.

Νομίζω ότι ο προφητικός λόγος για της κατασκευής του οργά­νου μας αποδεικνύει ατράνταχτα και σοφά και το εξής· ότι όσοι έχουν τας ψυχάς των τακτοποιημένος με καλαισθησίαν και αρμονίαν εύκολα δύνανται να πορευθούν προς τα άνω. Ας ίδωμεν λοιπόν την αρχήν των Ψαλμών.

Το ψαλτήριον είνε έγχορδον μουσικόν όργανον. Με τήν λέξιν ψαλ­τήριον οι Εβδομήκοντα μεταφράζουν την εβραϊκήν λέξιν νέβελ, πολλάς φοράς όμως μεταχειρίζονται και την λέξιν κιθάρα. Το ψαλτήριον ήτο εν χρήσει και προ του Δαυίδ, αλλά πρώτος αυτός το ετελειοποίησεν. Επειδή δε οι ψαλμοί εψάλλοντο τη συνοδία του ψαλτηρίου όλη η βίβλος των Ψαλμών ωνομάσθη ψαλτήριον.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ – 5 – ΟΜΙΛΙΑΙ ΕΙΣ ΨΑΛΜΟΥΣ (ΟΜΙΛΙΑ Α’ ΕΙΣ ΤΟΝ Α’ ΨΑΛΜΟΝ)

Πηγή: https://enromiosini.gr/arthrografia/ola-einai-apothisayrismena-eis/

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Ἡ κατὰ σάρκα Περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς κατὰ σάρκας Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Πυτιδιώτη Σολέας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (01.01.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Λ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 1-18

Ἀδελφοί, σκιὰν ἔχων ὁ Νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ᾿ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι· ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους; ἀλλ᾿ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ᾿ ἐνιαυτόν· ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας. Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας· τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. Ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδέ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται, τότε εἴρηκεν· ᾿Ιδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ. Ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ. Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ᾿ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας· αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους. Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι, αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. Ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
11: 22-26

Εἶπεν ὁ Κύριος· ἔχετε πίστιν Θεοῦ. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν. καὶ ὅταν στήκετε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. εἴ δὲ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Φώτης Κόντογλου: Καπετάνιος Ἁγιογράφος

Σὰν σήμερα, Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιᾶ. Στ’ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μέ το χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριᾶς σκύλιαξε κι’ ἔσπασε τ’ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα.

Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὡς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι’ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιᾶ, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρὰ καὶ τάξανε κι’ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι’ ὁ Θεὸς ἄκουσε τίς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε, γιατί βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνὰ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ όξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαρᾶδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας.

Καθίσανε δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σύρα κι’ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ’ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ’ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι’ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ’ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ’ ὅλο τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ’ ἕναν γέροντα μάστορα, κ’ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ’ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλλυβά του. Δὲν ἔμαθε πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιά της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατί τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι’ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του.

Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ’ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι’ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιά του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ’ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι’ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κι’ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι’ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ’ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο.

Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κι’ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κι’ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα» (θαυματουργά), γιατί δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, με τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ’ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα πούπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τίς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι’ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντούκι ποῦχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι’ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ’ ἄλλα τάδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.

Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατί εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι’ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι’ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατί ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».

Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, έξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερος. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι’ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νάχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ’ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του.

Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ’ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρῦσες τὰ μάτια του, κ’ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι Του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα, ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ’ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κι’ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ’ ἡ καρδιά του σὰ νάθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; Στὸ σπίτι του ἢ στὸν Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾷ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου»; Κι’ ἔλεγε μὲ κλάψιμο:

«Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σὺ μοῦ εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμὸς μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβῃ. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον. Τίς δώσει μοὶ πτέρυγας ὡσεὶ περιστεράς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. Ὀτι ἐρρύσω τὴν ψυχὴν μοῦ ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμοὺς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοὶ μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν μὲ ἐπὶ τὸν Θεόν μου».

Κι’ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι’ ἄνοιγε τὰ μάτια του κι’ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νάτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μέ τον νοῦ του το θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κι’ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθῃ βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετὸν μου εἰς χαρὰν ἐμοί, διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην».

Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατί ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ’ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ’ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξι χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παπποῦ, καὶ τούδινε κρύο νερὸ ἀπό τη στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τίς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νάνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες-ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ’ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθῃν παρὰ σοί• κἀγὼ διαπαντὸς μετά σου, ἤγουν: “Σὰν τ’ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου”».

Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νάτανε ἀπὸ πέτρα κι’ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι’ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντούκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναῖκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα, νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ’ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ’ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξι χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατί βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναῖκα τούκανε μετάνοια κ’ ἔφυγε.

Τὴν ἄλλη μέρα πρωί-πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστά την εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρῦσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ’ ἄλογο, κι’ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ’ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ’ ἔμοιαζε στὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ’ ἄγρια τὰ κύματα, κ’ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρή, ὅνπερ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι’ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτους 1870».

Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα, ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκεῖ πέρα το γυιό της τὸν μεγάλο γιὰ νὰ τοῦ δώσει τίς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπό το γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θάρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;». Καὶ κεῖνος τούλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι’ ὅπου νάναι θάρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θάρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;». Ὅπου σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ τοῦ: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θάμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ’ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ εἶπε πὼς θὰ ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος Τὸν ἀγαπᾷ. Γεννηθήτω τὸ θέλημά Του».

Πηγή: https://agiazoni.gr/