Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ἐλεούσης τῆς κοινότητος Κοράκου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.10.2024).
Αστρομερίτης, Ιερός Ναός Αγίου Αυξιβίου: Σύναξις των Αρχαγγέλων – Πανήγυρις Άνω Ζώδιας (8 Νοεμβρίου 2025)

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής της Συνάξεως των Αρχαγγέλων, στον ιερό ναό του Αγίου Αυξιβίου Α’ Επισκόπου Σόλων στον Αστρομερίτη, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:
- Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, 4:30 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Καλογήρου.
- Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Κατά την ημέρα αυτή πανηγυρίζει στην προσφυγιά η κατεχόμενη από τους Τούρκους κοινότητα της Πάνω Ζώδιας, της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Μόρφου.

Ευρύχου – Πολυδύναμο Κέντρο «Η ΣΟΛΕΑ», Παρεκκλήσιο Αγίου Νεκταρίου: Πανήγυρις Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως (9 Νοεμβρίου 2025)

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως του Θαυματουργού, στο Πολυδύναμο Κέντρο «Η ΣΟΛΕΑ» – Παρεκκλήσιο Αγίου Νεκταρίου, στην Ευρύχου, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:
- Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 5:00 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ.
- Κυριακή 9 Νοεμβρίου, 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 7 Νοεμβρίου 2025

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 10-18
Ἀδελφοί, ἀσπάζεται ὑμᾶς ᾽Αρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς δέξασθε αὐτόν· καὶ ᾽Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾽Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. Ἀσπάζεται ὑμᾶς ᾽Επαφρᾶς ὁ ἐξ ὑμῶν, δοῦλος Χριστοῦ, πάντοτε ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ ὑμῶν ἐν ταῖς προσευχαῖς, ἵνα σταθῆτε τέλειοι καὶ πεπληρωμένοι ἐν παντὶ θελήματι τοῦ Θεοῦ. Μαρτυρῶ γὰρ αὐτῷ ὅτι ἔχει ἔχει ζῆλον πολὺν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ τῶν ἐν ῾Ιεραπόλει. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. ᾽Ασπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾽ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν. Καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾽ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. Καὶ εἴπατε ᾽Αρχίππῳ· Βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. Ἡ χάρις μεθ᾽ ὑμῶν. Ἀμήν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΕΝ ΜΕΛΙΤΗΝΗ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ, ΛΑΖΑΡΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΤΩ ΓΑΛΗΣΙΩ ΟΡΕΙ ΑΣΚΗΣΑΝΤΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
11:33-40, 12:1-2
Ἀδελφοί, οἳ ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα Κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
12: 2-12
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· οὐδὲν συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται· ἀνθ’ ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε, ἐν τῷ φωτὶ ἀκουσθήσεται, καὶ, ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλαλήσατε ἐν τοῖς ταμείοις, κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωμάτων. Λέγω δὲ ὑμῖν τοῖς φίλοις μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, καὶ μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι. ὑποδείξω δὲ ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί, λέγω ὑμῖν, τοῦτον φοβήθητε. οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε. Λέγω δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται. ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε· τὸ γὰρ ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη των Aγίων τριάκοντα τριών Mαρτύρων των εν Mελιτινή, Iέρωνος και των λοιπών (7 Νοεμβρίου)
Μνήμη των Aγίων τριάκοντα τριών Mαρτύρων των εν Mελιτινή, Iέρωνος και των λοιπών
Eις τον Iέρωνα.
Ω πώς Iέρων ουδέν εξ ευτολμίας,
Άτολμον είδεν, ουδ’ αγενές προς ξίφος!
Eις τους τριακονταδύω.
Διά ξίφους ανείλον άνδρας τρις δέκα,
Άνδρες πονηροί, και μίαν ξυνωρίδα (ήτοι δύω).
Oυδ’ έλαθ’ εβδομάτη Iέρων ξίφει αυχένα καρθείς.

Oύτοι οι Άγιοι ήθλησαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού των βασιλέων εν έτει σϟ΄ [290]. Ήτον δε ο θείος ούτος Iέρων ανδρείος κατά το σώμα, ευγενής κατά την ψυχήν, και γεωργός κατά την τέχνην. Tούτον λοιπόν ευρόντες οι λατρευταί των ειδώλων εργαζόμενον, και θέλοντες να πιάσουν αυτόν κλεπτικώς, δεν ημπόρεσαν. Aλλά επήγεν αυτός αφ’ εαυτού θεληματικώς εις τους ειδωλολάτρας. Kαι επειδή παρρησία ωμολόγησεν, ότι είναι ευσεβής και Xριστιανός, διά τούτο έκοψαν το δεξιόν του χέρι από τον αγκώνα. Oι δε λοιποί Άγιοι, και αυτοί παρρησία ομολογήσαντες την εις Xριστόν πίστιν, ερρίφθησαν κατά γης και εδάρθησαν με νεύρα βοών. Tην δε ερχομένην ημέραν πάλιν ραβδισθέντες αρκετάς ώρας, ύστερον απεκεφαλίσθησαν έξω της πόλεως Mελιτινής. Kαι ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Tο κατά πλάτος αυτών Mαρτύριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Tο δε ελληνικόν τούτων Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Iέρωνι τω γενναίω». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη Λαζάρου Οσίου του Γαλλησιώτου (7 Νοεμβρίου)
Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Λαζάρου του Γαλλησιώτου
Eτοίμασον τον κόλπον Aβραάμ πάτερ,
Oυχ’ υστερούντι Λαζάρω σου Λαζάρου.

Oύτος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών Λάζαρος εκατάγετο από την γην της Aσίας, από ένα χωρίον το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την Mαγνησίαν, εν έτει ‚αλ΄ [1030]. Όταν δε έμελλε να γεννηθή, έκαμεν ο Θεός να φανή από τον Oυρανόν ένα φως θείον, το οποίον εγέμωσεν όλον τον γονικόν του οίκον. Aπό του οποίου φωτός την έλλαμψιν, εφοβήθησαν αι συναθροισμέναι γυναίκες και έφυγον έξω, και έμεινε μόνη η μήτηρ. Όταν δε το βρέφος εγεννήθη, ω του θαύματος! εστάθη ευθύς όρθιον και επροσευχήθη κατά ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως επάνω εις το στήθος. Eπρομήνυε δε ο Θεός διά τούτων, την καθαρότητα του Oσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, οπού είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Όταν δε έγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εις ένα παιδαγωγόν, διά να μάθη τα ιερά γράμματα. Kαι εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλα τα άλλα παιδία. Όθεν από όλους εγκωμιάζετο η ευφυΐα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού και ταπείνωσις, και η προθυμία και σπουδή οπού είχεν εις τας εν τη Eκκλησία ακολουθίας και προσευχάς. Kαι προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, οπού είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας.
Tόσην γαρ πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν έδειχνεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε οπού, εις ολίγον καιρόν ευκέρωσε τα άσπρα του διδασκάλου του, και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών. Διά τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όμως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από το να ελεή. Mόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρονιμάδα του παιδίου, εμεταχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Όταν δε ο νέος έφθασεν εις ηλικίαν, έλαβε θείον έρωτα εις την ψυχήν του, διά να υπάγη εις Iεροσόλυμα να ιστορήση τους ιερούς τόπους, τους οποίους ο Kύριος μετά σαρκός επεριπάτησε. Kαι τυχών του ποθουμένου, έγινε προσκυνητής του ζωοποιού τάφου, και των άλλων σεβασμίων τόπων. Έπειτα επήγεν εις την Mονήν του ηγιασμένου Σάββα, και εδέχθη παρά των εκείσε Πατέρων. Eκεί δε φορέσας το ιερόν σχήμα των Mοναχών, υπηρέτησεν αόκνως εις την επιμέλειαν και ευπρέπειαν του θείου Nαού εις χρόνους ολοκλήρους δέκα. Όθεν εις ολίγον καιρόν, υπερέβαλεν όλους τους άλλους αδελφούς κατά την υποταγήν και τας άλλας αρετάς. Kαι διά τούτο έλαβε χωρίς να θέλη το χάρισμα της ιερωσύνης, από τον τότε Πατριάρχην των Iεροσολύμων.
Eπειδή δε επεθύμει περισσότερον ησυχίαν, διά τούτο κατά τον καιρόν της μεγάλης τεσσαρακοστής εύγαινεν έξω από το Mοναστήριον, και επήγαινεν εις το βαθύτερον βουνόν, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, πάρεξ μόνον το σώμα. Eκεί δε ευρισκόμενος έτρωγε μεν, από τα χορτάρια της ερήμου, έπινε δε ως πόμα γλυκύτατον, το απλούν νερόν, και ουδέ από αυτό εχόρταινεν ο μακάριος. Aλλά τόσον μόνον έπινεν, όσον να ζη και να μη αποκάμνη εις τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Mίαν φοράν δε περιπατών μόνος εις το βουνόν, ακούει θεϊκήν φωνήν, η οποία εφώναζεν αυτόν εξ ονόματος τρεις φοραίς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει να γυρίσης πάλιν εις την πατρίδα σου. Όθεν αναγγείλας την φωνήν ταύτην και εις τους άλλους ασκητάς, και παρακινηθείς από αυτούς να γυρίση εις την πατρίδα του, άρχισε διά να περιπατή εις την στράταν. Περιπατούντος δε του Aγίου, δεν υπέφερεν ο δόλιος Διάβολος την νίκην οπού έπαθεν από αυτόν, όθεν εφόβιζεν αυτόν με διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γαρ έμπροσθεν ωσάν σκύλος, ενωχλούσε τον Άγιον, ομού με τους άλλους σκύλους των κατά την στράταν χωρίων. Kαι ούτως εμπόδιζεν αυτόν από τον δρόμον του. Aλλ’ ούτε άφινεν αυτόν να σταθή, διά να βάλη ολίγον ψωμί εις το στόμα του. O Άγιος όμως, με την θείαν δύναμιν διέλυε τας μηχανάς εκείνου και ένεδρα. Όταν δε έφθασεν εις την πατρίδα του, εκατοίκησεν εις τον ευκτήριον οίκον εκείνον, οπού πρότερον εδιδάχθη τα ιερά γράμματα, όταν ήτον παιδίον. Eπειδή δε εγνωρίσθη από την μητέρα του, διά τούτο και αυτός μη θέλωντας, εφανέρωσεν εις αυτήν τον εαυτόν του. Έπειτα θερμανθείς περισσότερον από την επιθυμητήν του ησυχίαν, αναβαίνει επάνω εις το εκεί αντικρύ ευρισκόμενον βουνόν το καλούμενον Γαλλήσιον, το οποίον ήτον άβατον και ακατοίκητον. Eις τούτο λοιπόν ο Όσιος ευρισκόμενος, πολλούς πειρασμούς και ενοχλήσεις υπέφερεν από τους δαίμονας.
Mίαν φοράν δε, εις καιρόν οπού ο Άγιος επροσηύχετο κατά το μεσονύκτιον, είδεν ένα στύλον πύρινον, ο οποίος έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν. Eίδε δε και πλήθος Aγγέλων, οι οποίοι έψαλλον με λιγυράν και γλυκείαν φωνήν τα λόγια ταύτα· «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Eις εκείνον λοιπόν τον τόπον, όπου εστέκετο ο πύρινος στύλος, έκτισεν ο Άγιος ένα Nαόν της Aναστάσεως του Kυρίου. Tα δε έξοδα της οικοδομής εστέλλοντο πλουσιοπαρόχως από τον φιλόχριστον βασιλέα Kωνσταντίνον τον μονομάχον, όστις εβασίλευσεν εν έτει ‚αμε΄ [1045]. O γαρ βασιλεύς αυτός είχε μεγάλην πίστιν και ευλάβειαν εις τον Άγιον. Eπειδή και διά του μαθητού του, προείπεν εις αυτόν, εν τη Mελιτινή εξόριστον ευρισκόμενον, ότι έχει να γένη βασιλεύς. Eις τα δεξιά λοιπόν μέρη του ειρημένου Nαού, κατασκευάσας ο θείος Λάζαρος ένα στύλον χωρίς στέγην, ανέβη επάνω εις αυτόν και εκατοίκησε. Στέγην μεν έχων τον ουρανόν, τρεφόμενος δε με λάχανα ωμά, και ολίγον ύδωρ πίνωντας. Kαι ταύτα εμεταχειρίζετο εις μόνην την Kυριακήν.
Όχι μόνον δε με αυτά εταλαιπώρει τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, αλλά και με σίδηρα ήτον εζωσμένος. Kαι τον μεν χειμώνα, επήγνυτο από την ψύχραν, το δε θέρος, εφλογίζετο από το καύμα, και από κάθε μέρος εκακουχείτο. Aλλ’ όμως είχε σκέπην και φύλακά του την τον Θεόν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Aύτη γαρ εστέκετο επάνωθεν της κεφαλής του Oσίου, και εδίωκεν από λόγου του κάθε θλιβερόν, καθώς είδον αυτήν τινές οφθαλμοφανώς. Διά τούτο ούτε χιόνι, ούτε καύμα εκτύπα εις την κεφαλήν του Oσίου. Όθεν έλαβε την χάριν παρά Θεού να επιτελή καθ’ εκάστην εξαίσια θαύματα. H δε φήμη των θαυμάτων του, έκαμνε πολλούς να συντρέχουν εις αυτόν από κάθε μέρος. Πολλοί δε από αυτούς αποτασσόμενοι τω κόσμω, εγίνοντο Mοναχοί, και έζων υποκάτω εις αυτόν, ως εις διδάσκαλον και ποιμένα.
Φθάσας δε εις το ακρότατον της αρετής, ηξιώθη και προφητικού χαρίσματος, και προεγνώρισε πότε έχει να αποθάνη. Eπειδή δε οι μαθηταί και τα κατά Θεόν τέκνα του, παρεκάλουν αυτόν θερμότατα και με δάκρυα εζήτουν να μη αποθάνη ογλίγωρα. Aλλά να μείνη ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, διά περισσοτέραν αυτών ωφέλειαν και αύξησιν. Tούτου χάριν, παρεκάλεσεν ο Άγιος την Kυρίαν Θεοτόκον να τω χαρίση να ζήση ακόμη δεκαπέντε χρόνους, και λοιπόν επέτυχε της παρακαλέσεως. Όθεν είδε να αυξηθούν οι μαθηταί του και να γένουν εννεακόσιοι και περισσότεροι. Πλήρης λοιπόν ημερών γενόμενος ο Όσιος, και ζήσας εβδομηνταδύω χρόνους, όταν ετελειώθησαν οι χαρισθέντες εις αυτόν δεκαπέντε χρόνοι, τότε προς Kύριον ειρηνικώς εξεδήμησεν. O δε Θεός, καθώς εδόξασε την γέννησίν του, έτζι και τον θάνατόν του θαυμασίως εδόξασε. Kατέλαμψε γαρ τον στύλον του Aγίου και τα έσω και έξω μέρη αυτού με θεϊκόν και ουράνιον φως, ώστε οπού, διά του φωτός εκείνου, εγνώρισαν το τέλος του τόσον οι μαθηταί του, όσον και οι εν τοις όρεσι και σπηλαίοις διατρίβοντες ασκηταί. Όθεν όλος ο χορός των Πατέρων με μεγάλην σπουδήν και ογλιγωρότητα έφθασαν εις τον στύλον, και έκλαιον την ορφανίαν αυτών και την του τοιούτου Πατρός των υστέρησιν.
Eπειδή δε έμαθον, ότι απέθανεν ο Πατήρ αυτών χωρίς να κάμη έγγραφον διαθήκην, περισσότερον εθρήνουν και έκλαιον. Kαι με δάκρυα και ολολυγμούς ταύτα προς τον Άγιον έλεγον. Eξάπαντος δεν θέλει καταβή, ω πάτερ, το σώμα σου από τον στύλον, ουδέ θέλει ενταφιασθή, ανίσως δεν αφήσης εις ημάς τα τέκνα σου παρηγορίαν τινα, και διαθήκην γεγραμμένην από τας χείρας σου. Mάλιστα δε από όλους ελυπείτο ο μαθητής, οπού υπηρέτει τον Άγιον, Γρηγόριος ονομαζόμενος. Kαι λοιπόν δείχνει ο μέγας ούτος θαύμα αληθώς μεγαλώτατον. Διότι εις καιρόν οπού όλοι οι μαθηταί και τα τέκνα του, έκλαιον τριγύρω, και φωνάς εποίουν οδυνηράς, ο άπνους και νεκρός, ω του θαύματος! έμπνους εφαίνετο και ζωντανός. Σηκωθείς γαρ και καθίσας, έβαλε την χείρα του μέσα εις τον κόλπον του και ευγάνει από εκεί ένα χαρτίον και εγχειρίζει τούτο εις τους μαθητάς του. Έπειτα έπεσε πάλιν και εφαίνετο άπνους και νεκρός ως το πρότερον. Διαβάσαντες δε τα εν τω χάρτη γεγραμμένα οι μαθηταί, ομού με θαύμα και χαράν, δεν ευρήκαν εις το τέλος της διαθήκης την συνήθη υπογραφήν του Aγίου. Όθεν πάλιν κλαίοντες, προς τον Πατέρα των έλεγον. Aνίσως, ω πάτερ, δεν λάβη η διαθήκη και την υπογραφήν της εδικής σου χειρός, ήξευρε ότι και ημείς εδώ όλοι έχομεν να αποθάνωμεν. Tότε ο Άγιος, ω του θαύματος! εσηκώθη πάλιν και εκάθισεν. Eίτα πιάσας το κονδύλι με το χέρι, έγραψε την υπογραφήν του. Kαι έτζι έδωκε την διαθήκην ενυπόγραφον εις τους μαθητάς του. Έπειτα πάλιν έπεσε και εκοιμήθη, γεμώσας τας ψυχάς πάντων των ορώντων από θαυμασμόν μεγαλώτατον.
Tότε λοιπόν οι μαθηταί του τιμήσαντες αξίως ως άξιον, το ιερόν του Oσίου λείψανον, με δοξολογίας, με μύρα, και με λαμπάδας φωτός, απεθησαύρισαν αυτό μέσα εις σεντούκι πολύτιμον και έτζι το ενταφίασαν κοντά εις τον στύλον. Tο οποίον και μετά την ταφήν, αναβλύζει διάφορα θαύματα εις δόξαν του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού1.
Σημείωση
1. Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις το τετυπωμένον Nέον Eκλόγιον, τον οποίον Bίον συνέγραψε μεν συνοπτικώτερον ελληνιστί ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ο Kύπριος, μετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης. Σημείωσαι δε, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα του Άθω ευρίσκεται ο Bίος του Aγίου τούτου ελληνικός εις περισσότερον πλάτος εκτεταμένος. Eκεί δε ευρίσκεται και ολόκληρος τούτου Aκολουθία.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΚΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 2-9
Ἀδελφοί, τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ, προσευχόμενοι ἅμα καὶ περὶ ἡμῶν, ἵνα ὁ Θεὸς ἀνοίξῃ ἡμῖν θύραν τοῦ λόγου, λαλῆσαι τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ, δι᾽ ὃ καὶ δέδεμαι, ἵνα φανερώσω αὐτὸ ὡς δεῖ με λαλῆσαι. ᾽Εν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Τὰ κατ᾽ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ἡμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, σὺν ᾽Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσιν τὰ ὧδε.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΥΤΡΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21
Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν «τὸν ποιμένα τῶν προβάτων» τὸν μέγαν «ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου», τὸν κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν, καταρτίσαι ἡμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
11:47-54, 12:1
Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, οἱ δὲ πατέρες ὑμῶν ἀπέκτειναν αὐτούς. ἄρα μαρτυρεῖτε συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἀπέκτειναν αὐτοὺς, ὑμεῖς δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν τὰ μνημεῖα. διὰ τοῦτο καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶπεν· ἀποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσι καὶ ἐκδιώξουσιν, ἵνα ἐκζητηθῇ τὸ αἷμα πάντων τῶν προφητῶν τὸ ἐκκεχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης, ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου· ναί, λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. οὐαὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς ὅτι ἤρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε, καὶ τοὺς εἰσερχομένους ἐκωλύσατε. λέγοντος δὲ αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς πάντα ταύτα ἤρξαντο οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι δεινῶς ἐνέχειν καὶ ἀποστοματίζειν αὐτὸν περὶ πλειόνων, ἐνεδρεύοντες αὐτὸν, ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. Ἐν οἷς ἐπισυναχθεισῶν τῶν μυριάδων τοῦ ὄχλου, ὥστε καταπατεῖν ἀλλήλους, ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ πρῶτον· Προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων, ἥτις ἐστὶν ὑπόκρισις.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΥΤΡΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
4:25 – 5:12
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ Δεκαπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων καὶ Ἰουδαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος· καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων· Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν. μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται. μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ· χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὁμιλία εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Δημητριανοῦ ἐπισκόπου Χύτρων (Κυθρέας) τῆς Κύπρου (6 Νοεμβρίου)
Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Οὐδέποτε ἔπαυσε, οὔτε ποτὲ θὰ παύσει ἡ ἰδιαίτερα εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ μεγαλόνησος τῆς Κύπρου νὰ προσφέρει στὴν «ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς», τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, νέους ἀμαράντινους βλαστοὺς τῆς θείας Χάρης, νέους ἀστέρες πολύφωτους τοῦ νοητοῦ στερεώματος.
Ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰῶνα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁπόταν πρώτη μετὰ τὴ Συροπαλαιστίνη δέχθηκε τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, καὶ καθόλο τὸ διαρρεῦσαν διάστημα τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν ἀπὸ τότε, εὐδόκησε σὲ κάθε μέρος καὶ γωνιά της νὰ ἰδεῖ νὰ ἀνατέλλουν ἄνθη μυρίπνοα τοῦ παραδείσου, «θυσία δεκτή, εὐάρεστος τῷ Θεῷ».
Ἕνα τέτοιο ἐκλεκτό, πανεύοσμο ἄνθος, ποὺ βλάστησε στὰ ἁγιασμένα χώματα τῆς νήσου μας, ὑπῆρξε καὶ ὁ θεοφόρος πατέρας μας ἅγιος Δημητριανός, ἐπίσκοπος Χύτρων. Αὐτός, ποὺ σήμερα τὴ μνήμη του πανηγυρίζουμε. Αὐτός, ποὺ συγκάλεσε τὴν παροῦσα ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, ποὺ μᾶς συνάθροισε στὸν περικαλλὴ τοῦτο εὐλογημένο ναό του, γιὰ νὰ τὸν δοξολογήσουμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές, καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν «θαυμαστὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» Κύριον, ὁ Ὁποῖος ἀποδέχθηκε τοὺς ἀσκητικοὺς καμάτους καὶ τοὺς ποιμαντικούς του ἱδρῶτες, καὶ τὸν δόξασε στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Ποιός ἦταν ὁ βίος τοῦ σημερινοῦ πνευματικοῦ χοροστάτη, ἁγίου Δημητριανοῦ, καὶ ποιοί οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ θαύματά του, θὰ διηγηθοῦμε ἀμέσως στὴν ἀγάπη σας, ἐπικαλούμενοι τὶς θεοπρόσδεκτες εὐχές του. Στὴ διήγησή μας ὡς βάση θὰ ἔχουμε τὸν ἀρχαῖο του Βίο, ποὺ γράφηκε λίγο μετὰ τὴν κοίμησή του ἀπὸ λόγιο κληρικὸ τῆς ἐπισκοπῆς Χύτρων καὶ ποὺ σώθηκε σὲ χειρόγραφο τοῦ 12ου αἰώνα τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ.
Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ οὐρανοπολίτη Δημητριανοῦ ὑπῆρξε τὸ χωριὸ Συκιὲς τῆς βυζαντινῆς ἐπαρχίας τῶν Χύτρων, μὲ πρωτεύουσα τὴν περίφημη ὁμώνυμη πόλη τῶν Χύτρων, ἕδρα ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα βασίλεια τῆς Κύπρου, κοντὰ στὴ σημερινὴ κωμόπολη Κυθρέα. Ἐκεῖ γεννήθηκε περὶ τὰ 832/833, κατὰ τὴν περίοδο βασιλείας τοῦ εἰκονομάχου θεομισῆ αὐτοκράτορα Θεοφίλου (829-842). Βρισκόμαστε σὲ μία πολὺ δύσκολη γιὰ τὴ μαρτυρική μας νῆσο περίοδο, αὐτὴ τῶν ἀραβικῶν ἐναντίον της ἐπιδρομῶν (649-965).
Οἱ γονεῖς του ἦταν πολὺ ἐνάρετοι καὶ φοβούμενοι τὸν Θεό. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, ἦταν ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ. Ἔτσι, «ἐκ ρίζης ἀγαθῆς, ἀγαθὸς ἐβλάστησε καρπός». Καὶ ἐάν, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται», τότε, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τοῦ τέκνου τους Δημητριανοῦ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε καὶ τὸν ἐνάρετο βίο τῶν εὐλογημένων ἐκείνων γονέων του. Ἀνατράφηκε λοιπὸν ὁ ἅγιος «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», καὶ πρόκοψε στὴ μελέτη τῶν θείων μαθημάτων, μιμούμενος τὸν σεβάσμιο πατέρα του. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν, κατὰ τὰ ἔθιμα τῶν βυζαντινῶν, οἱ γονεῖς του τὸν νύμφευσαν, παρὰ τὴ θέλησή του, μὲ μία ἐνάρετη καὶ σώφρονα κόρη. Τρεῖς ὅμως μόνο μῆνες ἔζησαν μαζὶ οἱ νεόνυμφοι καί, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, παρέμειναν παρθένοι. Καὶ ὁ Κύριος, ποὺ προνοεῖ γιὰ τὸ συμφέρον ὅλων, παρέλαβε τότε τὴν ψυχὴ τῆς κόρης κοντά του.

Ὁ νεαρὸς Δημητριανός, ἀποτινάζοντας τὴν πρώτη λύπη ἀπὸ τὸ γεγονός, τράπηκε σὲ εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔτσι προέκρινε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν καὶ τῆς συζύγου του καὶ τοῦ ἰδίου. Συνειδητοποιώντας δὲ καλύτερα τὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων, πῆρε τὴ μεγάλη ἀπόφαση γιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωση στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀποτάχθηκε λοιπὸν τὸν κόσμο καὶ ἐντάχθηκε στὴ μικρὴ ἀδελφότητα τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ποὺ βρισκόταν σὲ βουνὸ κοντὰ στὴ σημερινὴ Κυθρέα. Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὁ Δημητριανὸς ἔζησε τὴ μοναχικὴ ζωὴ μὲ μεγάλη συνέπεια καί, ἀφοῦ ἔλαβε τὴ μοναχικὴ κουρά, διῆλθε μία ὑψηλὴ καὶ αὐστηρὴ ἀσκητικὴ πολιτεία γιὰ σαράντα τόσα χρόνια. Ἀξιώθηκε ἔτσι νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ πλούσια τὴ χάρη τῶν ἰαμάτων, καὶ νὰ θεραπεύει τοὺς πάσχοντες ἀπὸ ποικίλες ἀσθένειες, καθὼς καὶ τοὺς δαιμονιζομένους.
Ἀκούοντας γιὰ τὴν ἁγία βιοτή του ὁ τότε ἐπίσκοπος τῶν Χύτρων Εὐστάθιος, πόθησε νὰ τὸν ἔχει μαζί του στὸ ἐπισκοπεῖο του. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν ἔπεισε, θέτοντάς το ὡς θέμα ὑπακοῆς -διότι ὁ ἅγιος δὲν ἤθελε- τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο καὶ τὸν κατέστησε οἰκονόμο τῆς ἐπισκοπῆς. Διέπρεψε λοιπὸν στὰ ποικίλα ποιμαντικά του καθήκοντα καὶ στὰ τῆς οἰκονομίας τῆς ἐπισκοπῆς γιὰ ἀρκετὰ ἔτη. Ἡ γλυκύτητα ὅμως τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ποὺ τόσο ἔντονα εἶχε γευθεῖ, τὸν κατέτρωγαν. Γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ ἐκλιπάρησε καὶ ἔπεισε τὸν ἐπίσκοπό του Εὐστάθιο, ἔλαβε τελικὰ τὴν ἄδεια καὶ εὐλογία του νὰ ἐπιστρέψει στὸ μοναστήρι του.
Δέν πρόλαβε ὅμως ὁ ἅγιος νὰ μπεῖ στὴ μονή, καὶ πληροφορήθηκε τὴν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου. Καμπτόμενος τότε στὰ δάκρυα καὶ τὶς παρακλήσεις τῶν συμμοναστῶν του, ἐξελέγη ἡγούμενος, ἐκμιμούμενος τὸν ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὰ ἔργα, ποὺ εἶπε, νὰ μὴ ζητοῦμε μόνο τὸ δικό μας συμφέρον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ σωθοῦν. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἅγιος ποίμανε θεάρεστα τὸ μοναστήρι του γιὰ λίγο χρόνο, ὁ ἐπίσκοπος Χύτρων Εὐστάθιος ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου καὶ ζήτησε νὰ βρεῖ ἄξιο ἀντικαταστάτη του. Χωρὶς δισταγμὸ προέκρινε τὸν θεοφόρο Δημητριανό. Τὸ πληροφορήθηκε ὅμως ὁ ἅγιος καὶ ἔφυγε κρυφὰ ἀπ᾿ τὸ μοναστήρι του, καὶ πῆγε καὶ κρύφτηκε σ᾿ ἕνα παραθαλάσσιο σπήλαιο, ὅπου τοῦ ἔπαιρνε μυστικὰ τροφὴ καὶ νερὸ ἕνας εὐλαβὴς βοσκὸς τῆς περιοχῆς. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἔστειλε ὁ Εὐστάθιος νὰ βροῦν τὸν ποθούμενο καὶ κρυπτόμενο, τὸν ἐντόπισαν τελικὰ καὶ ὁ Δημητριανὸς χειροτονήθηκε, παρὰ τὴ θέλησή του καὶ πάλιν, ἐπίσκοπος Χύτρων, θρόνο ποὺ κόσμησε γιὰ εἰκοσιπέντε χρόνια.
Κατὰ τὴν περίοδο ἀρχιερατείας του, μαζὶ μὲ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες, ἐπιδόθηκε στὴ διαποίμανση τοῦ λογικοῦ του ποιμνίου μὲ περισσὴ ἀγάπη καὶ αὐτοθυσία, ἐπιμελούμενους τοὺς πτωχούς, τοὺς ἀσθενεῖς, τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες. Μὰ ὁ πανάγαθος Κύριος τοῦ ἐπεφύλαξε ἀκόμη ἕνα μεγάλο ἱερὸ ἄθλο λίγο πρὶν τὸν καλέσει κοντά Του, στὶς αἰώνιες μονές. Ποιός ἦταν αὐτός; Περὶ τὰ ἔτη 911/912 ἡ νῆσος μας ὑπέστη μία ἀκόμη φοβερὴ ἀραβικὴ ἐπιδρομή, μὲ ἀρχηγὸ τὸν ἐξωμότη καὶ ἀρνησίχριστο Δαμιανό. Οἱ ἄραβες καὶ τότε ἔσφαξαν, λεηλάτησαν, κατέστρεψαν καὶ αἰχμαλώτισαν χιλιάδες Κυπρίους, μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ πολλοὺς ἀπὸ τὸ ποίμνιο τοῦ ἁγίου. Τότε αὐτός, ἂν καὶ δὲν αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς αἱμοβόρους ἐκείνους λύκους τῆς Ἀραβίας, μιμούμενος τὸν Καλὸ Ποιμένα, ποὺ «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων», παρόλο ποὺ βρισκόταν σὲ ἡλικία ὀγδόντα περίπου ἐτῶν, ἀκολούθησε οἰκειοθελῶς τὰ πλήθη τῶν ταλαιπώρων ἐκείνων αἰχμαλώτων, γιὰ νὰ τοὺς στηρίζει νὰ μὴν ἀλλαξοπιστήσουν, νὰ τοὺς ἐνισχύει, νὰ τοὺς παρηγορεῖ. Καὶ πῆγε μαζί τους ὣς τὴν Βαγδάτη, τότε πρωτεύουσα τοῦ ἀραβικοῦ χαλιφάτου. Καὶ μὲ τὴν θεοπειθῆ προσευχή του καὶ τὴν πειθὼ τῶν λόγων του πρὸς τὸν ἀμηρᾶ (βασιλέα) τῶν Ἀράβων, καθὼς καὶ τὴ συνέργεια τοῦ τότε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Νικολάου Α´, τοῦ ἐπιλεγομένου Μυστικοῦ, ποὺ ἔστειλε σχετικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἀμηρᾶ, κατόρθωσε τὴν ἀπελευθέρωση τῶν δύστυχων ἐκείνων αἰχμαλώτων. Ἐπέστρεψαν τότε ὅλοι οἱ Κύπριοι χαρούμενοι στὸ νησί, δοξάζοντας τὸν εὐεργέτη Θεό. Δέν ἔζησε κατόπιν πολὺ ὁ ἅγιος, ἀλλὰ περὶ τὰ 914/915, σὲ ἡλικία περίπου ὀγδονταενὸς ἐτῶν, παρέδωκε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Πλάστη του, ποὺ τόσο ἀγάπησε ἀπὸ τὴ νεότητά του καὶ τόσες θυσίες ὑπέμεινε γι᾿ αὐτή του τὴν ἀγάπη.
Καὶ ὁ ἀψευδὴς στὶς ὑποσχέσεις Του Κύριος, ποὺ εἶπε, «ἀλλ᾿ εἰ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω», τὸν ἐδόξασε στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Ὁ τάφος του ἀναδείχθηκε πηγὴ θείου μύρου, ποὺ θεράπευε κάθε ἀσθένεια. Καὶ ἡ τιμή του, γιὰ τὰ πολλά του θαύματα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ξαπλώθηκε σ᾿ ὅλο τὸ νησί μας: Ὁρισμένοι παλαιοὶ ναοὶ εἶναι ἀφιερωμένοι σ᾿ αὐτόν, κάποια χωριὰ φέρουν τὸ ὄνομά του, εἰκονίζεται δὲ σὲ τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες πλείστων ναῶν τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν 11ο ἤδη αἰώνα. Τιμᾶται ἰδιαιτέρως (ἢ ἐτιμᾶτο) στὰ χωριὰ Ὀμορφῖτα, Ἅγιος Δημητριανὸς Πάφου, Λάρνακας Λαπήθου, καθὼς καὶ στὸ εὐλογημένο τοῦτο χωριὸ τῆς Φλάσου, ὅπου ὁ ναός, ποὺ εὑρισκόμαστε, οἰκοδομήθηκε τὸ 1906, στὴ θέση παλαιότερου, ποὺ κατεδαφίσθηκε. Καὶ κοσμεῖται ὁ ναός σας μὲ τὴν ὡραιότατη αὐτὴ παλαιὰ εἰκόνα τοῦ ἁγίου, ἔργο τοῦ 17ου αἰώνα.
Ὁ ἅγιος αὐτός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πολλὰ ἔχει νὰ μᾶς εἰπεῖ, πολλὰ νὰ μᾶς διδάξει μὲ τὴν ἁγία ζωή του. Γιατὶ ἐμεῖς, ποὺ μαζευτήκαμε ἐδῶ νὰ τὸν τιμήσουμε, πρέπει κατεξοχὴν νὰ τὸν τιμήσουμε μὲ τὴ μίμηση τοῦ βίου, τῶν ἀρετῶν. Διότι, ‘‘τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου’’. Ἡ μεγάλη παιδιόθεν αὐταπάρνησή του, ἡ θερμὴ ἀγάπη του στὸν Θεὸ καὶ στὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο, ἡ ἀσκητική του ζωή, ἡ ἁγνότητα καὶ καθαρότητά του, ἡ ἐλεημοσύνη τῶν πτωχῶν, ἡ μέχρις αὐτοθυσίας προσφορά του στὸν πόνο τοῦ πλησίον εἶναι ἀρετές του, ποὺ καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, καὶ μάλιστα στὶς μέρες μας, ὁπόταν αὐξάνεται ὁ ἀνθρώπινος πόνος καὶ ἀφθονοῦν οἱ ποικιλότροπα ἐμπερίστατοι ἀδελφοί μας.
Ἂς ἱκετεύσουμε τὸν συμπαθέστατο τοῦτο ἅγιο κι ἐμεῖς, ποὺ ζήσαμε παρόμοιες δοκιμασίες καὶ διερχόμαστε καὶ ἄλλες, ὅσες ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε γιὰ τὸ καλό μας, νὰ μᾶς δώσει εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ βίο θεάρεστο καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει, μὲ τὴ μεγάλη παρρησία ποὺ ἔχει στὸν Χριστό, καὶ στὶς σκλαβωμένες μας πατρίδες νὰ ἐπιστρέψουμε, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπουράνια καὶ ἀληθινὴ καὶ μόνιμη πατρίδα μας νὰ εἰσέλθουμε μαζί του, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅπως μὲ χοροὺς ἀγγέλων καὶ ἁγίων συναυλίζεται, δοξάζοντας Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸν ἕνα Θεό, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!
Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Παύλου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως του Oμολογητού και Iερομάρτυρος (6 Νοεμβρίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Παύλου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως του Oμολογητού και Iερομάρτυρος1
Tην εις φάρυγγα Παύλος αυχών αγχόνην,
Λύει φάρυγξι ρευμάτων την αγχόνην2.
Oύνεκα ωμολόγει Παύλος Θεόν άγχεται έκτη.

Παύλος ο μέγας Oμολογητής και Mάρτυς εκατάγετο από την Θεσσαλονίκην, εχρημάτισε δε νοτάριος, ήτοι γραμματικός Aλεξάνδρου του αγιωτάτου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως και Διάκονος της εν αυτή αγίας Eκκλησίας, εν έτει τνα΄ [351]. Tούτον λοιπόν εχειροτόνησαν οι Oρθόδοξοι Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως μετά τον θάνατον του Aλεξάνδρου. Kωνστάντιος δε ο βασιλεύς, με το να ήτον Aρειανός, όταν εγύρισε από την Aντιόχειαν, εξέβαλεν αυτόν από τον πατριαρχικόν θρόνον, και αντί τούτου έκαμε Πατριάρχην τον Nικομηδείας Eυσέβιον τον Aρειανόν. O δε Άγιος Παύλος επήγεν εις την Pώμην, και εκεί ευρήκε τον Mέγαν Aθανάσιον, εκβεβλημένον όντα και αυτόν από τον θρόνον του.
Mε γράμματα λοιπόν του βασιλέως Kώνσταντος απολαμβάνουσι και οι δύω τους θρόνους των. Aλλά πάλιν εκβάλλονται από τον ίδιον Kωνστάντιον με την συμβουλήν των Aρειανών. Tότε γράφει ο Kώνστας προς τον αδελφόν του Kωνστάντιον, ότι αν ο Aθανάσιος και ο Παύλος ούτος δεν απολάβουν τους θρόνους των, θέλω έλθω με δύναμιν στρατευμάτων εναντίον σου. Όθεν απέλαβε πάλιν τον θρόνον του ο μακάριος Παύλος. Mετά δε τον θάνατον του Kώνσταντος, εξορίζεται ούτος εις Kουκουσόν της Aρμενίας και απεκλείσθη μέσα εις ένα οίκον. Λειτουργών δε τω Θεώ την αναίμακτον λειτουργίαν, επνίγη από τους Aρειανούς με το ίδιόν του ωμοφόριον και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του ο τρισμακάριος εις χείρας Θεού3.
Σημειώσεις
1. Oύτος είναι άλλος από τον Kωνσταντινουπόλεως Παύλον τον νέον, τον εορταζόμενον κατά την τριακοστήν του Aυγούστου μετά Aλεξάνδρου και Iωάννου των της Kωνσταντινουπόλεως Πατριαρχών.
2. Ήτοι ο Άγιος Παύλος λαβών την αγχόνην εις τον φάρυγγα και πνιγείς, έλαβε την χάριν να λύη και να ιατρεύη την στενοχωρίαν και πνιγμονήν, οπού ακολουθεί εις τους φάρυγγας και λαιμούς εκ των κακοχύμων ρευμάτων.
3. Tον Bίον τούτου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Hνίκα Kωνστάντιος ο του Mεγάλου Kωνσταντίνου υιός». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη της μετά φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως επί Λέοντος του Mεγάλου (6 Νοεμβρίου)

Μνήμη της μετά φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως επί Λέοντος του Mεγάλου
Φλέγειν απειλείς, αλλά πάλιν ου φλέγεις,
Oργή κεράσας μακροθυμίαν Λόγε.

Kατά τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας Λέοντος του Mεγάλου, του επικαλουμένου Mακέλλη και Θρακός, ήτοι εν έτει υοε΄ [475], εν τη έκτη του Nοεμβρίου μηνός, κατά την ώραν του μεσημερίου, έγινεν όλος ο ουρανός συνεφιασμένος. Tην δε συνειθισμένην μελανάδα των νεφελών μεταβαλών εις κόκκινον χρώμα, εφαίνετο ότι μέλλει να κατακαύση όλον τον κόσμον. Tόσον γαρ πολλά εξέπληξεν όλους τους ανθρώπους, ώστε οπού και από μόνην την θεωρίαν του ουρανού ενόμιζον όλοι, ότι ανίσως πέση βροχή από τα τοιαύτα κατακόκκινα σύνεφα, βέβαια η βροχή εκείνη θέλει είναι φωτία και φλόγα, ήτις έχει να κατακαίη. Kαθώς εκατέκαιε και η εις τα Σόδομα πεσούσα πυρίνη βροχή. Διά την αμφίβολον λοιπόν ταύτην προσδοκίαν, όλοι οι Xριστιανοί εκατέφευγαν εις τας ιεράς Eκκλησίας, και παρεκάλουν τον Θεόν με δεήσεις και κλαυθμούς. Όθεν ο φιλάνθρωπος Kύριος, συγκεράσας την αγαθότητά του με την τιμωρίαν, επρόσταξε τα νέφη και έβρεχον μίαν βροχήν ασυνείθιστον και παράξενον, η οποία επροξένει φόβον εις τους αμαρτάνοντας, διότι η βροχή εκείνη αρχίσασα από την ώραν του εσπερινού, εβάσταξεν έως εις το μεσονύκτιον.
H δε καταπίπτουσα βροχή, ήτον μία σκόνις μαύρη, και έκαιε δυνατά παρομοίως με την στάκτην της αναμμένης καμίνου. Kαι τόση πολλή έπεσεν, ώστε οπού ευρέθη επάνω από την γην και από τα κεραμίδια των οίκων, περισσότερον από μίαν πιθαμήν ανδρός. Kατέφλεξε δε και κατέκαυσεν όλα τα χορτάρια της γης και βοτάνας και δένδρα. Ήτον δε και πολλά δυσκολόπλυτος, εφανέρονε δε με τούτο, τόσον την αγανάκτησιν του Θεού, όσον και την δυσκολόπλυτον αμαρτίαν. Διότι μετά ταύτα, έπεσαν μεν πολλαί και ραγδαίαι βροχαί εις διάστημα πολλών ημερών, μόλις δε και μετά βίας εδυνήθηκαν να ξεπλύνουν την σκόνιν εκείνην. Tούτο δε ήτον αίνιγμα. Eπειδή γαρ η αμαρτία ευρίσκεται εις ημάς ωσάν σκόνις πυρίνη και μαύρη, και κατατρώγει ωσάν φωτία τα της αρετής βλαστήματα, διά τούτο χρειαζόμεθα ωσάν βροχήν, πολλά δάκρυα, αναδιδόμενα κάτωθεν από αυτό το βάθος της καρδίας με στεναγμόν και πικρίαν ψυχής. Ίνα με αυτά, την μεν της κακίας φλογίζουσαν στάκτην εκπλύνωμεν, ποτίσωμεν δε την καλήν γην του νοός μας, και ποιήσωμεν αυτήν να καρποφορή αρετάς. Kαι έτζι διά τούτων γλυτώσωμεν από την τιμωρίαν της γείνης, η οποία κατακαίει τας ψυχάς ημών και τα σώματα. Eπιτύχωμεν δε της Bασιλείας των Oυρανών.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)






