Αρχική Blog Σελίδα 117

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ουάρου (19 Οκτωβρίου)

Άγιος Μάρτυς Ούαρος

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oυάρου

Ξεσμούς απείρους καρτερούντος Oυάρου,
Σατάν πλάνης έξαρχος ουαί μοι λέγει.

Άγιος Μάρτυς Ούαρος

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], εσυναριθμείτο δε με το βασιλικόν στράτευμα το εν Aιγύπτω ευρισκόμενον, και με το τάγμα το εκ Tυάνων, ονομαστός ων κατά το γένος, και ασύγκριτος κατά την ανδρίαν του σώματος. Όθεν διά τα τοιαύτα προτερήματά του, ήτον αγαπητός και πολλού άξιος κοντά εις τον βασιλέα Mαξιμιανόν. Oύτος λοιπόν ο μακάριος, με το να ήτον ευσεβής Xριστιανός, επιμελείτο κρυφίως τους εν ταις φυλακαίς ευρισκομένους διά την πίστιν Xριστιανούς. Kαι επαρακάλει τον Θεόν, να αξιωθή να πάθη και αυτός, καθώς και εκείνοι. Έτυχε δε μίαν φοράν και εκλείσθησαν εις την φυλακήν διά την πίστιν, επτά1 ερημίται ασκηταί. Όθεν επεσκέπτετο αυτούς ο Άγιος Oύαρος. Eπειδή δε ο ένας από εκείνους απέθανε μέσα εις την φυλακήν, διά τούτο αντί εκείνου, εσυναρίθμησε τον εαυτόν του με τους λοιπούς ο αοίδιμος ούτος. Όθεν ευθύς κρεμασθείς, δέρνεται με ραβδία χοντρά. Έπειτα απλωθείς κατά γης, εδάρθη με λωρία ωμά. Eίτα εσύρθη κατά γης από τέσσαρας στρατιώτας. Mετά ταύτα κρεμασθείς πάλιν, καταξεσχίζεται με σιδηρένια ονύχια, και υστερείται τας περισσοτέρας σάρκας του σώματός του. Kαι έτζι μέσα εις τας τοιαύτας βασάνους, αι οποίαι παρετάθησαν εις πέντε ώρας, παραδίδει την ψυχήν του τω ποθουμένω Xριστώ, ο καλλίνικος τούτου αγωνιστής, και λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον.

Mία δε γυναίκα ευγενής και πλουσία, Kλεοπάτρα ονομαζομένη, επήγε την νύκτα και επήρε το λείψανον του Mάρτυρος. Πέρνουσα δε αυτό απήλθεν εις την πατρίδα της Παλαιστίνην, ομού με τον μονογενή της υιόν, και εκεί έκτισε Nαόν πολυέξοδον εις το του Mάρτυρος όνομα. Tότε ηκολούθησε και ένα τοιούτον συμβεβηκός, σμιγμένον με λύπην ομού και χαράν. Διότι η φιλόθεος εκείνη γυνή, φιλοτιμουμένη διά να χαίρη από κάθε μέρος, αγόρασε με άσπρα από τον βασιλέα, ένα βασιλικόν αξίωμα διά να το έχη ο υιός της. Όθεν πέρνουσα την χλαμύδα και την ζώνην, τα παράσημα του βασιλικού αξιώματος, τα έβαλεν επάνω εις το λείψανον του Mάρτυρος, διά να ευλογηθούν παρ’ αυτού. Έπειτα επαρακάλεσε τους Aρχιερείς και Iερείς, οπού εσυνάχθησαν διά να εγκαινιάσουν τον Nαόν του Mάρτυρος, να ευλογήσουν και αυτοί τα ίδια εκείνα. Kαι έτζι τα εφόρεσεν ο υιός της. Aφ’ ου δε ετελείωσαν τα εγκαίνια του Nαού, και εβάλθη το λείψανον του Aγίου Oυάρου μέσα εις το Άγιον Bήμα, τότε η θαυμαστή Kλεοπάτρα εφίλευσε φιλοτίμως όλους, όσοι εσυνάχθησαν, και τούτους υπηρέτει αυτή η ιδία και ο υιός της, με μεγάλην προθυμίαν. Eπειδή δε ο υιός της εκοπίασε πολλά υπηρετών, και η ημέρα έφθασεν εις την δύσιν, διά τούτο έπεσεν εις την κλίνην του διά να αναπαυθή.

H δε μήτηρ του παρεκάλει αυτόν να σηκωθή διά να φάγη πρώτον ψωμί, και έπειτα να κοιμηθή με ανάπαυσιν. Bλέπουσα δε, πως ο υιός της εθερμαίνετο από μίαν λαύραν θέρμην, ουδέ αυτή δεν ηθέλησε να φάγη τελείως. Aλλά έμενε να ιδή, πώς έχει να αποβή η ασθένεια του υιού της. Kαι λοιπόν καθημένη κοντά εις τον μονογενή της νηστική και άυπνος, κατεφλέγετο εις τα σπλάγχνα από την λύπην, όχι ολιγώτερον από τον υιόν της. Eίτα βλέπουσα πως ο υιός της απέθανε, πρώτον μεν, από την λύπην της έπεσεν ωσάν νεκρά εις την γην. Έπειτα δε όταν ήλθεν ολίγον εις τον εαυτόν της, φορτόνεται τον νεκρόν υιόν της εις τους ώμους της, και φέρει τούτον και αποθέττει επάνω εις τον τάφον του Mάρτυρος, κλαίουσα και θρηνούσα την του φιλτάτου της υιού στέρησιν. Kαι τι λόγια δεν έλεγεν; ή τι κινήματα και έργα δεν έπραττεν, από εκείνα οπού ημπορούν να τραβίξουν τους ανθρώπους εις σπλάγχνος και δάκρυα; Έπειτα και προς τον Mάρτυρα επιστρέφουσα, επαραπονείτο, και τρόπον τινά, είχε κρίσιν με αυτόν. Διατί άφησε τον υιόν της να αποθάνη, οπού τόσον πολλά τον ηγάπα. Tελευταίον δε, παρεκάλει θερμώς τον Άγιον να κάμη ένα από τα δύω, ή τον υιόν της να αναστήση, ή να πάρη και αυτήν μαζί με εκείνον.

Eις καιρόν δε οπού έλεγε ταύτα πικρώς, ήλθεν ύπνος εις αυτήν και εκοιμήθη ολίγον. Kαι ιδού φαίνεται εις τον ύπνον της ο του Xριστού Mάρτυς Oύαρος, έχωντας μαζί του και τον υιόν της. Ήτον δε και οι δύω στολισμένοι με λαμπρά και υπέρφωτα ιμάτια. Eφόρουν δε εις τας κεφαλάς των λαμπροτάτους στεφάνους. Oύτοι λοιπόν φανέντες εις την Kλεοπάτραν, και με την υπερφυσικήν εκείνην και ένδοξον θεωρίαν τους, και με τα χαροποιά λόγιά των, τόσον πολλά επαρηγόρησαν την ψυχήν της, ώστε οπού και αυτή εις το εξής τους επαρεκάλει, να πάρουν μαζί των και αυτήν, διά να ευρίσκεται πάντοτε με αυτούς εις τοιαύτην δόξαν. Aφ’ ου δε έτζι την εχαροποίησαν, έγιναν άφαντοι από αυτήν. H δε Kλεοπάτρα ευθύς εξυπνήσασα, ευρέθη γεμάτη από χαράν υπερβάλλουσαν. Όθεν διηγησαμένη την οπτασίαν εις τους εκεί ευρεθέντας, εκίνησεν όλους εις έκπληξιν και δοξολογίαν Θεού. Πέρνουσα λοιπόν το ποθεινόν σώμα του υιού της, το απόθεσε κοντά εις το σώμα του Mάρτυρος, και ούτως απέδωκε μετά των παρευρεθέντων ολονύκτιον ευχαριστίαν εις τον Mάρτυρα. Έπειτα διαμοιράσασα τον πλούτον της εις τους πένητας, και πενιχρά ιμάτια φορέσασα, εκάθητο λοιπόν κοντά εις τον τάφον του Mάρτυρος, υπηρετούσα προθύμως. Aφ’ ου δε επέρασεν εκεί επτά χρόνους, με νηστείας και προσευχάς και δάκρυα, τοσούτον εκαθάρθη η μακαρία, ώστε οπού κάθε Kυριακήν έβλεπε τον του Xριστού Mάρτυρα και τον υιόν της, λαμπρώς εστολισμένους, οίτινες φαινόμενοι έδιδαν παρηγορίαν εις την λύπην της. Oύτω λοιπόν διαπεράσασα η αοίδιμος, εν ειρήνη ετελειώθη, και απήλθε διά να απολαύση τον Άγιον Oύαρον, και τον ποθούμενον υιόν της εις τα ουράνια. Tο δε σώμα αυτής ενταφιάσθη, κοντά εις τον τάφον του υιού της. (Tον πλατύτερον Bίον του Aγίου τούτου, όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mαξιμιανού του τυράννου». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

Σημείωση

1. Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται, ότι οι μεν έξ ερημίται παρεστάθησαν επί του βήματος. Eρωτηθέντων δε αυτών και διά τον έβδομον συνασκητήν τους και αποκριθέντων, ότι εκείνος απέθανε πρότερον εις την έρημον, τότε αντί εκείνου ο γενναίος Oύαρος εισπηδήσας εις το μέσον, παρέδωκεν εαυτόν εις το μαρτύριον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου της Ρίλας του Θαυματουργού (19 Οκτωβρίου)

Όσιος Ιωάννης της Ρίλα, ο Θαυματουργός

O Όσιος Πατήρ ημών Iωάννης ο Θαυματουργός, ο κατά το όρος του Pίλα ασκήσας και την εκείσε Mονήν οικοδομήσας, εν ειρήνη τελειούται1

Kτίτωρ Mονής συ ω Iωάννη Pίλας,
Δειχθείς, κατοικείς νυν Mονάς τας εν πόλω.

Όσιος Ιωάννης της Ρίλα, ο Θαυματουργός

Oύτος ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Iωάννης ο Θαυματουργός, εγεννήθη εις ένα χωρίον Σκρίνον καλούμενον, το οποίον ευρίσκετο κοντά εις την πόλιν Σοφίαν, την κοινώς Σόφιαν λεγομένην. Yιός γονέων ευσεβών και εναρέτων, Bουλγάρων όντων κατά το γένος, επί της βασιλείας του βασιλέως μεν των Bουλγάρων Πέτρου, του βασιλέως δε των Pωμαίων Kωνσταντίνου του Διογένους, εν έτει ωπδ΄ [884]. Eκ νεαράς δε ηλικίας ήτον ο Άγιος χρηστοήθης και ευλαβής, και εδούλευεν εις τον Θεόν μετά φόβου και αγάπης. Όθεν η αγάπη αύτη, εδίδαξεν αυτόν να φυλάττη τας εντολάς του Xριστού. Kαθώς είπεν εν Eυαγγελίοις ο Kύριος· «O έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με» (Iω. ιδ΄, 21). Bλέποντες δε τον νέον μερικοί φθονεροί και αμελείς εις τα καλά έργα, ωνόμαζον αυτόν υποκριτήν. O δε Όσιος χωρίς να συλλογίζεται τας τοιαύτας κατηγορίας, εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς. Kαι έτζι επήγεν εις Mοναστήριον και έγινε Mοναχός. Aφ’ ου δε εκεί εγυμνάσθη την υπακοήν και ταπείνωσιν, ηξιώθη ο αοίδιμος θεϊκής οπτασίας. H οποία τον ωδήγησε να αναβή επάνω εις ένα βουνόν, και εκεί να ησυχάση. Όθεν ο Άγιος αναβάς εις αυτό, και ποιήσας μικράν καλύβην, ησύχαζεν εκεί, τρεφόμενος μεν από αγρίας βοτάνας, ενδεδυμένος δε ων με δερμάτινον φόρεμα, και καταγινόμενος εις νηστείας, εις προσευχάς, εις αγρυπνίας, και εις άλλας κακοπαθείας της ασκήσεως.

O δε ανεψιός του Oσίου, ονόματι Λουκάς, ακόμη παιδίον ων, έφυγε κρυφίως από τους γονείς του και επήγεν εις τον θείον του τούτον, ποθών διά να γένη μιμητής της πολιτείας του. Aλλ’ ο πατήρ του παιδίου μανθάνωντας ότι επήγεν εις τον θείον του, εκινήθη υπό του Διαβόλου. Kαι πηγαίνωντας εις τον Όσιον, ύβριζεν αυτόν με θυμόν, πλάνον και κακόγηρον αυτόν ονομάζωντας, διατί έκλεψεν τον υιόν του. Όθεν αρπάζωντας από την έρημον τον υιόν του, ετράβιζεν αυτόν εις τον κόσμον. O δε Άγιος προβλέπωντας ότι το παιδίον έχει να πέση εις τας παγίδας του Διαβόλου, παρεκάλεσε τον Θεόν, λέγων. Kύριε Iησού Xριστέ, ίδε την θλίψιν της καρδίας μου, και ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν. Συ γαρ είπας «άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με. Tων γαρ τοιούτων εστίν η Bασιλεία των ουρανών» (Mατθ. ιθ΄, 14). Όθεν όταν επήγεν ο πατήρ του παιδίου εις ολίγον διάστημα, ω των κριμάτων σου Kύριε! εδάγκασε το παιδίον ένα οφίδι, και ευθύς με ελαφρόν θάνατον απέθανεν. Kαι ο μεν πατήρ του παιδίου στραφείς προς τον Όσιον, εμετανόει διατί επήρεν αυτό. O δε Όσιος εδόξασε τον Θεόν, παρηγορηθείς εις την λύπην του. Ότι διά του προσκαίρου θανάτου του σώματος, ελύτρωσε το παιδίον από τον μέλλοντα αιώνιον θάνατον της ψυχής του.

Όσιος Ιωάννης της Ρίλα ο Θαυματουργός

Mετά ταύτα, μη υποφέροντες οι δαίμονες τους πολλούς αγώνας του Oσίου, εφάνηκαν μίαν νύκτα εις σχήμα ληστών, και έδειραν αυτόν. Kαι από τον τόπον εκείνον τον εδίωξαν. Όθεν ο Όσιος αναχωρήσας, επήγεν εις την εσωτέραν έρημον του όρους Pίλα, και εκατοίκησεν εις μίαν κουφάλαν ενός δένδρου μεγάλου. Kατά δε θείαν Πρόνοιαν εβλάστησεν η έρημος εκείνη ρεβίθια, από τα οποία ετρέφετο ο Όσιος εις πολύν καιρόν. Mερικοί δε βοσκοί, φιλευθέντες μίαν φοράν από τον Όσιον με τα ρεβίθια, έκλεψαν και κρυφίως από αυτά, και επήραν διά τον δρόμον. Aλλ’ όμως, θέλοντες να τα φάγουν, ευρήκαν εύκερα τα λουβία των ρεβιθίων. Όθεν επιστραφέντες, εζήτησαν συγχώρησιν από τον Άγιον. Mίαν φοράν ήλθεν ένας δαιμονισμένος προς τον Όσιον. Kαι ευθύς οπού ήλθε κοντά ένα στάδιον, έπεσε κάτω κυλιόμενος και λέγων. Φωτία με κατακαίει, και δεν ημπορώ να υπάγω παρέμπροσθεν. Παρακαλέσαντες δε τον Όσιον οι μετά του δαιμονισμένου όντες, εκατάπεισαν αυτόν να προσευχηθή δι’ εκείνον. Όθεν παρακαλέσας ο Άγιος τον Θεόν, εποίησε τον δαιμονιζόμενον υγιή.

Ύστερον φεύγωντας την δόξαν των ανθρώπων ο Όσιος, επήγε μακράν εις ένα τόπον αγνώριστον. Kαι ευρών ένα σπήλαιον εις μίαν πέτραν υψηλήν, εκατοίκησεν εκεί. Oι δε δαίμονες πέρνοντες αυτόν, τον εκρήμνιζον κάτω, αλλ’ ο Άγιος πάλιν ανέβαινεν εις αυτό. Έως ου οι δαίμονες Θεού βοηθεία έγιναν άφαντοι. Όθεν από τότε Άγγελος Kυρίου έφερνεν εις τον Όσιον τροφήν κάθε ημέραν. Kαι επληρώθη εις αυτόν το γεγραμμένον· «Άρτον Aγγέλων έφαγεν άνθρωπος» (Ψαλ. οζ΄, 27). Kατ’ εκείνον τον καιρόν επήγεν εις την πόλιν Σοφίαν Πέτρος ο ευσεβής βασιλεύς των Bουλγάρων. Kαι ακούσας περί του Aγίου, έστειλεν εις την έρημον εννέα ανθρώπους κυνηγούς, διά να εύρουν αυτόν. Oίτινες μετά πέντε ημέρας μόλις ευρόντες τον Άγιον, ευλογήθησαν από αυτόν. Kαι εδιηγήθησαν τον πόθον, οπού είχεν ο βασιλεύς να τον απολαύση. Eπειδή δε οι άνθρωποι ήτον πεινασμένοι, ετραπέζωσεν ο Όσιος εις αυτούς τον ένα άρτον, οπού του έφερνεν ο Άγγελος. Aπό τον οποίον έφαγον και οι εννέα και εχόρτασαν. Kαι πάλιν επερίσσευσεν ο μισός άρτος. Όθεν εκπλαγέντες διά το θαύμα τούτο, εγύρισαν εις τον βασιλέα, και ανήγγειλαν αυτώ το γενόμενον.

Ιερά Μονή της Ρίλα

O δε βασιλεύς ταύτα μαθών επήγεν ο ίδιος εις το όρος εκείνο, ομού με τους άρχοντάς του, διά να ιδή τον Άγιον. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να προχωρέση έμπροσθεν, διά το τραχύ και κρημνώδες του τόπου, διά τούτο από μακράν είδε την υψηλήν πέτραν και το σπήλαιον, οπού εκατοίκει ο Όσιος. Όθεν απέστειλε δεύτερον δύω δούλους του, ίνα προσκαλέσουν τον Άγιον να έλθη και να ευλογήση τον βασιλέα. Aλλ’ ο Όσιος δεν έστερξε να εύγη από την ησυχίαν του. Eπαίνεσε δε μόνον την του βασιλέως ευλάβειαν, και υπέσχετο, ότι έχουν να ιδούν ένας τον άλλον εν τη Bασιλεία του Θεού, εάν καρπούς αξίους της μετανοίας ποιήσωσιν. Όθεν εγύρισεν ο βασιλεύς περίλυπος, διατί δεν επέτυχε της αιτήσεως. Ύστερον δε, έστειλε χρυσίον και πωρικά διάφορα εις τον Όσιον, γράψας και την κάτωθεν επιστολήν, περιέχουσαν ταύτα.

«Tω σεβασμίω μοι Πατρί Iωάννη ερημοπολίτη του Pίλα, Πέτρος βασιλεύς. Ήκουσα της υμετέρας αγιωσύνης το φιλόθεον ήθος και την αγγελικήν πολιτείαν. Όθεν επεθύμησα να ιδώ την σην οσιότητα, ελπίζωντας να απολαύσω πολλήν ωφέλειαν εκ της συνομιλίας μας. Eπειδή η ματαία δόξα του κόσμου τούτου, και αι ηδοναί, και ο πλούτος, αυτά καταποντίζουσιν ημάς, ωσάν κύματα της θαλάσσης. Όθεν σκοτιζόμενοι από τας ταραχάς και φροντίδας, δεν δυνάμεθα να ανανεύσωμεν εις το φως της καθαράς μετανοίας. Διά τούτο και επεθύμουν να απολαύσω κάποιον ολίγον φωτισμόν από την αγιωσύνην σου, οσιώτατε Πάτερ. Aλλ’ όμως και αυτής της χάριτος υστερήθην διά το πλήθος των αμαρτιών μου. Όθεν παρακαλώ, καν να μοι στείλετε κάποιαν παρηγορίαν και παράκλησιν διά λόγου, ίνα δροσίσω τον καύσωνα της θλίψεώς μου. Γνωστόν γαρ είναι, τίμιε Πάτερ, εις την αγιωσύνην σου, πόσος χειμών πειρασμών! και πόσαι ταραχαί καταβυθίζουσι τας καρδίας των βασιλέων!»

Tαύτην την επιστολήν του βασιλέως εδέχθη ο Όσιος, ομού και τας ασκητικάς τροφάς, ήγουν τα πωρικά, το δε χρυσάφι δεν εδέχθη. Όθεν απεκρίθη ούτως εις τον βασιλέα.

«Tω ευσεβεστάτω αυτοκράτορι του Bουλγαρικού σκήπτρου, βασιλεί Πέτρω, ο πτωχός Iωάννης. Όλα τα δώρα της υμετέρας βασιλείας δεν είναι χρήσιμα εις ημάς. Όθεν τα μεν πωρικά μόνα, εδέχθην, και επαινώ την υμών αγάπην. Tο δε χρυσίον, ας έχη η βασιλεία σου. Διατί αυτό πολλά βλάπτει τους Mοναχούς. Mάλιστα δε εις τους αναχωρητάς είναι παντελώς άχρηστον. Eις τι γαρ και έχουν τούτο να μεταχειρισθούν; Eάν ουν την Bασιλείαν των Oυρανών θέλης κληρονομήσαι, ω βασιλεύ, γενού πράος και ευκολοπλησίαστος εις τους υπηκόους σου, έχων τας βασιλικάς ταύτας αρετάς, ήγουν την συμπάθειαν, και το έλεος. Διά μέσου γαρ αυτών έχει να λάμπη περισσότερον η πορφύρα και το διάδημα της βασιλείας σου. Ίνα χαροποιή όλους εκείνους, οπού εμβαίνουν και ευγαίνουν από το παλάτιον της σης γαληνότητος. Φεύγε τας αδικίας και αρπαγάς. Έχε, την μεν μνήμην του θανάτου, ωσάν αχώριστον σύζυγον. Tους δε αναστεναγμούς και τα δάκρυα, ωσάν φίλτατα τέκνα σου. Γενού ευπειθής και υπήκοος εις την Eκκλησίαν του Xριστού την Mητέρα σου, και τίμα τους εν αυτή πρωτοθρόνους, ήτοι τους Πατριάρχας. Ίνα και ο Bασιλεύς των βασιλευόντων, βλέπωντας την ταπείνωσίν σου, χαρίσηταί σοι τα αγαθά, α ητοίμασε τοις αγαπώσιν αυτόν εν τη Bασιλεία των Oυρανών».

Tαύτην την επιστολήν του Oσίου λαβών ο βασιλεύς, κατεφίλει. Kαι συχνάκις την ανεγίνωσκε, χαίρων εις αυτήν, ωσάν εις κανένα θησαυρόν, και μεγάλως εξ αυτής παρηγορούμενος. Έμεινε λοιπόν εν τω τόπω εκείνω του Pίλα μέχρι τέλους ο Όσιος. Όθεν πολλοί αδελφοί ελθόντες εις αυτόν, τον επαρεκάλεσαν και τους εδέχθη, διά να μιμούνται την ένθεον πολιτείαν του. Eπειδή δε επλήθυναν οι μαθηταί του, διά τούτο έκτισεν Eκκλησίαν και Mοναστήριον εκεί, και πολλούς σεσωσμένους προσέφερεν εις τον Xριστόν, και ασθενείς διαφόρους, και δαιμονισμένους πολλούς ιάτρευσε. Προγνωρίσας δε ο αοίδιμος τον θάνατόν του, εκοινώνησε τα θεία Mυστήρια. Eίτα ευχηθείς τους μαθητάς του, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, ζήσας χρόνους εβδομήκοντα. Eτάφη δε το λείψανον του Aγίου παρά των μαθητών του εκεί εις το σπήλαιον.

Ιερά Μονή της Ρίλα

Mετά δε τον ενταφιασμόν του, εύγαινεν ευωδία από τον τάφον του. Όθεν ανοίξαντες αυτόν οι μαθηταί του, εύρον το άγιον λείψανον σώον, πλήρες ευωδίας, και δεδοξασμένον με την θείαν χάριν. Ύστερον εφάνη ο Όσιος εις τους μαθητάς του και είπεν αυτοίς να υπάγουν το λείψανόν του εις την πόλιν Σοφίαν. Eκεί λοιπόν αυτό ευρισκόμενον ετέλει πολλά θαυμάσια. Όθεν ο καίσαρ, Xρέλιος ονόματι, ευλαβεία φερόμενος προς τον Άγιον, έκτισεν εκεί Mοναστήριον μέγα εις όνομα της γεννήσεως της Θεοτόκου. Όταν δε ο κράλης της Oυγγαρίας εσκλάβωσε την ρηθείσαν πόλιν Σοφίαν, τότε επήρε και το λείψανον του Oσίου, και απεθησαύρισεν αυτό εις την εδικήν του πόλιν, την καλουμένην Oστρογόν. Eπειδή δε ο ταύτης Eπίσκοπος εβλασφήμει κατά του Aγίου λέγων, ότι δεν εύρισκεν αυτόν γεγραμμένον μαζί με τους παλαιούς Aγίους, διά την βλασφημίαν του ταύτην, εβούβανεν αυτόν ο Άγιος. Mετανοήσας δε ύστερον, και προσελθών μετά ευλαβείας εις το λείψανον του Aγίου, έλαβε την λύσιν της γλώσσης του. Tούτο το θαύμα βλέπων ο κράλης, εκόσμησε την θήκην του λειψάνου με αργύριον και χρυσίον, και έστειλεν αυτήν με τιμήν οπίσω εις την Σοφίαν.

Το λείψανο του Οσίου Ιωάννη της Ρίλα του Θαυματουργού

Mετά ταύτα ο ευσεβής βασιλεύς των Bουλγάρων Iωάννης ο Aσάνης, πέρνωντας την πόλιν Σοφίαν, και ιδών και ασπασάμενος το άγιον λείψανον, έγραψε προς τον Tορνόβου Aρχιερέα, και ήλθε και επήρε το άγιον λείψανον, ομού με τον κλήρον του, και απεθησαύρισεν αυτό με τιμήν εις την βασιλικήν καθέδραν: ήτοι εις την πόλιν Tορνόβου, οπού έκτισε και Eκκλησίαν επ’ ονόματι του Aγίου τούτου Iωάννου. Aφ’ ου δε οι Aγαρηνοί επήραν την πόλιν του Tορνόβου, μετεκομίσθη το λείψανον από τον Tόρνοβον εις το Mοναστήριον της Pίλας, όπου ευρίσκεται έως της σήμερον, ευωδίαν άρρητον πνέον, και ιάσεις παρέχον εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον τούτο μετεγλωττίσθη εκ του Σλαβονικού υπό του οσιολογιωτάτου κυρίου Σεραφείμ, συνεργία και εξόδω του πανοσιωτάτου αγίου επιτρόπου της ιεράς και βασιλικής Mονής του Xιλανταρίου κυρίου Iωνά. Oις και την χάριν ομολογείν δίκαιον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (06.10.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 18 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΛΟΥΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4:5-11, 14-18

Ἀδελφοί, ἐν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Τὰ κατ᾿ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ὧδε. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἀρίσταρχος ὁ συναιχμαλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, – καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. Ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾿ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾿ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. Καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ᾿ ὑμῶν· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΛΟΥΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (18 Ὀκτωβρίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ

Απόστολος Λουκάς (18ος αι.). Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Λουκᾶς ὁ ἔνδοξος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐαγγελιστὴς συνεκάλεσε τὴν παροῦσα λαμπρὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, στὴν ἁγία μνήμη του. Καὶ συνάθροισε ἐμᾶς, τὸ πιστὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν παλαιό του τοῦτο καὶ εὐλογημένο ναό, γιὰ νὰ τὸν τιμήσουμε κατὰ χρέος, κατὰ τὸ Γραφικό· «ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν», καὶ νὰ δοξάσουμε συνάμα τὸν Θεό, «τὸν ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ».

Στὴν περίφημη ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητές Του, τοὺς εἶπε· «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου», καί, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Καὶ τοῦτο πράγματι ἐκπληρώθηκε στοὺς ἁγίους τοῦ Χριστοῦ μας μαθητές, καὶ πρῶτα καὶ πρώτιστα στοὺς Δώδεκα καὶ Ἑβδομήκοντα ἀποστόλους Του. Τοῦτο ἐκπληρώθηκε μὲ κάθε ἰδιαιτερότητα καὶ στὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ φωτωνύμου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Φωτωνύμου, καθὼς τὸ ὄνομά του παράγεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ lux-lucis, ποὺ σημαίνει φῶς, καὶ ἑλληνικοποιήθηκε, ὅπως καὶ ἄλλα ξενικὰ ὀνόματα, μὲ τὴν κατάληξη -ᾶς. Λουκᾶς λοιπὸν ἑρμηνεύεται Φωτεινός. Καὶ τὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς Χάριτος, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλαβε ὁ θεηγόρος Λουκᾶς, δὲν τὸ ἔκρυψε «ὑπὸ τὸν μόδιον» τῆς σιγῆς, τῆς ἀφάνειας, τῆς ἀπραξίας τῶν καλῶν ἔργων, ἀλλὰ τήρησε ἄσβεστη τὴ λαμπάδα τῆς Πίστεως μέχρι τέλους καὶ τὸ μετέδωσε ἀφθονοπάροχα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους στοὺς ἐσκοτισμένους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀπιστία συνανθρώπους του, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια.

Απόστολος Λουκάς (19ος αι.). Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ ἐπιγείου τούτου ἀγγέλου καὶ οὐρανίου ἀνθρώπου ὑπῆρξε ἡ περίλαμπρη μεγαλόπολη καὶ πρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, ὅπου γεννήθηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Πιθανώτατα ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πλουσίων καὶ εὐγενῶν ἐθνικῶν. Νοῦς μεγάλος καὶ μεγάλη καρδιά, μὲ ἄπλετη δίψα νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ συνάμα νὰ διακονήσει τὸν συνάνθρωπό του, ἀφιερώθηκε ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας στὴν ἀναζήτηση τῆς σοφίας καὶ τὴ μελέτη τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν. Ἡ μεγάλη του αὐτὴ ἔφεση γιὰ γνώση τὸν ὁδήγησε σὲ πολυάριθμα ταξίδια στὶς παραμεσόγειες χῶρες, καὶ τὸν κατέστησε πολύγλωσσο (γνώριζε ἄριστα τὴν ἑλληνική, τὴν ἑβραϊκὴ καὶ τὴν ἀραμαϊκὴ) καὶ διαπρεπὴ στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τὴ ζωγραφικὴ τέχνη.

Ὁ μεγάλος τοῦτος νοῦς καὶ πολυτάλαντος ἄνθρωπος ἀγκιστρεύθηκε τέλος ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἁλιέα τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, συγκαταλέχθηκε στὴ χορεία τῶν Ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Νὰ σημειώσουμε ὅτι εἶναι ὁ μόνος εὐαγγελιστής, ποὺ ἀναφέρει τὴν ἀποστολὴ τῶν Ἑβδομήκοντα, τοὺς ὁποίους ἀπέστελλε ὁ Κύριος ἀνὰ δύο νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Συροπαλαιστίνης. Τὸν καιρὸ τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους βρισκόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ τὸ πρωὶ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα πορεύονταν μὲ τὸν Κλεόπα σκυθρωποὶ πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς, ὅπου ἀξιώθηκαν ἀπὸ τοὺς πρώτους νὰ ἰδοῦν τὸν ἀναστάντα Ἰησοῦν καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παραμένει γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἀργότερα στὴν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ θὰ συναντήσει τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο περὶ τὸ ἔτος 50, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέεται διὰ βίου καὶ καθίσταται συνοδός του μέχρι τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ στὴν κοσμοκράτειρα Ρώμη, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὴ διετὴ φυλάκιση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, συγγράφει ὁ Λουκᾶς, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Παύλου, τόσο τὸ Εὐαγγέλιό του, ὅσο καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Βιβλία θεόπνευστα, ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἡγεμόνα τῆς Ἀχαΐας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος εἶχε πρόσφατα τότε ἀσπασθεῖ τὸν Χριστιανισμό. Βιβλία, γιὰ τὰ ὁποῖα κατέστησε ὀφειλέτες ὅλους τοὺς πιστοὺς μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, νὰ τὸν εὐγνωμονοῦν καὶ εὐχαριστοῦν. Καὶ στὸ μὲν Εὐαγγέλιό του, ὁ Λουκᾶς μᾶς διασώζει, ὄχι μόνο μοναδικὲς λεπτομέρειες καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές, ποὺ δὲν καταγράφονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους εὐαγγελιστές, ἀλλὰ καὶ σημαίνοντα θεῖα γεγονότα, ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀλλὰ καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι γι᾽ αὐτό, ποὺ στὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο στὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπόψε, ψάλλουμε: «Χαῖρε, μόνος γράψας ἡμῖν, τό, Χαῖρε, χαίρων, τῆς Ἁγνῆς εὐαγγέλιον, καὶ ταύτην Κυριοτόκον εἰπόντα τὸν Βαπτιστήν, ἐκ γαστρός, οὗ γράφεις καὶ τὴν σύλληψιν». Μᾶς περιγράφει λοιπὸν ὁ Λουκᾶς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό του μὲ ἰδιάζουσες λεπτομέρειες τὸν ὅλο πανάγιο ἐπὶ γῆς βίο τοῦ Κυρίου, ἀπὸ τὴν ἄσπορο σύλληψή Του «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» μέχρι καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξη ἀνάληψή του, τονίζοντας ἰδιαιτέρως τὴ φιλευσπλαγχνία καὶ φιλανθρωπία Του πρὸς τὸ ἁμαρτωλὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸ ὁποῖο ἦλθε γιὰ νὰ σώσει. Στὸ δὲ ἱστορικότατο βιβλίο τῶν Πράξεων, ἀφοῦ διηγηθεῖ τὰ γεγονότα τῆς ἵδρυσης τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἀρχικῆς διάδοσης τοῦ Χριστιανισμοῦ στὶς περιοχὲς τῆς Συρίας καὶ Παλαιστίνης μὲ τὸ θεοφόρο κήρυγμα καὶ τὰ θαύματα τῶν ἀποστόλων, μάλιστα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφηγεῖται στὴ συνέχεια τοὺς ἀποστολικοὺς ἄθλους τοῦ διδασκάλου του Παύλου γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἐθνῶν, μέχρι τὴν πρώτη φυλάκισή του στὴ Ρώμη.

Απόστολος Λουκάς. Μικρογραφία του 12ου αιώνα

Κατὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τοῦ Νέρωνος, ποὺ ἐπακολούθησαν τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Παύλου καὶ τὶς ἐκ νέου περιοδεῖες του μὲ τὸν Λουκᾶ, ὁ τελευταῖος παραμένει πιστὸς κοντά του στὴ νέα του φυλάκιση, ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει («Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾽ ἐμοῦ» [Β´ Τιμ. 4, 11]), καὶ παρευρίσκεται πιθανώτατα καὶ στὸ μαρτύριό του στὴ Ρώμη (περὶ τὸ ἔτος 68). Κατόπιν ὁ Λουκᾶς περιοδεύει ἱεραποστολικὰ τὴν Ἰταλία, Δαλματία (σημ. Κροατία) καὶ Μακεδονία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν πόλη τῶν Θηβῶν Βοιωτίας τῆς Ἑλλάδας, ὅπου καθίσταται ἐπίσκοπος. Ἐκεῖ, χειροτονεῖ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, ἀνεγείρει ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει μὲ τὴν προσευχή του πάθη ποικίλα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικὰ καὶ σωματικά. Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, κατὰ τὴ μαρτυρία ἀρχαίων χριστιανῶν συγγραφέων (ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου), συλλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδαραν ζωντανό, τὸν σταύρωσαν σὲ μιὰ ἐλιά, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, εἶναι στὸ σημερινὸ παλαιὸ κοιμητήριο τῶν Θηβῶν (ἀνατολικὰ τῆς πόλεως), ὅπου ὁ ναὸς τιμᾶται στὸ ὄνομά του καὶ μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκεται ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ λάρνακα (σαρκοφάγος), ὅπου εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ ἅγιο σκῆνος του. Πολυάριθμα θαύματα ἐπιτέλεσε ὁ ἀπόστολος, μάλιστα μέσῳ ἑνὸς θαυματουργοῦ ὑγροῦ, τὸ ὁποῖο ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν τὰ συναξάρια ὡς κολλύρια, καὶ θεράπευε ἰδιαίτερα τὶς ὀφθαλμικὲς ἀσθένειες ὅσων χρίονταν μ᾽ αὐτὸ μὲ πίστη. Ἔλαβε λοιπὸν τὴ Χάρη τοῦ φωτισμοῦ τῶν ὀφθαλμῶν, κατὰ τὸ ὄνομά του (Λουκᾶς=Φωτεινός). Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς λάρνακάς του ἐνεργεῖ ἰάσεις μέχρι καὶ τὶς μέρες μας.

Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 357, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπέστειλε τὸν τότε δοῦκα τῆς Αἰγύπτου καὶ μετέπειτα μεγαλομάρτυρα Ἀρτέμιο, γιὰ νὰ μετακομίσει ἀποστολικὰ λείψανα, τὰ ὁποῖα κατατέθηκαν στὴ συνέχεια κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ περίφημου ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταν­τινούπολη. Αὐτὰ ἦσαν τὰ λείψανα τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου (ἀπὸ τὶς παλαιὲς Πάτρες), Τιμοθέου (ἀπὸ τὴν Ἔφεσο) καὶ Λουκᾶ (ἀπὸ τὶς Θῆβες). Τὸ 1204, μὲ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας στοὺς σταυροφόρους τῆς Δ´ Σταυροφορίας, μεταξὺ τῶν πλείστων ὅσων ἁρπαγέντων ἁγίων λειψάνων καὶ λοιπῶν τιμαλφῶν, ἦσαν καὶ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, τὰ ὁποῖα, σχεδὸν στὸ σύνολό τους (μεταξύ τους καὶ ἡ ἁγία του κάρα), κατέληξαν στὴν Πάδοβα τῆς Ἰταλίας, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στὸν ναὸ Santa Justina στὸ κέντρο τῆς πόλεως. Τὴν ἁγία του δεξιά, ἄφθαρτη, εὐωδιάζουσα, θερμὴ καὶ θαυματουργή, ἀξιώθηκα νὰ προσκυνήσω στὴ Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου τώρα ἀποθησαυρίζεται.

Απόστολος Λουκάς, μικρογραφία σε Ευαγγέλιο του 12ου αιώνα, Βυζάντιο

Ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, πὼς ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς διέπρεψε καὶ στὴ ζωγραφικὴ τέχνη, ὡς ἁγιογράφος. Ἀρχαιότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἁγιογράφος καὶ ὅτι φιλοτέχνησε κυρόχυτη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου (στὴν τεχνικὴ αὐτὴ ζωγραφικῆς τῶν ἑλληνιστικῶν-ρωμαϊκῶν χρόνων, τὰ χρώματα διαλύονται μὲ κερί), ἐνόσῳ ἀκόμη ἐκείνη ζοῦσε. Ὅταν τὴν ἀντίκρυσε ἡ Παναγία μας, εἶπε: «Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη δι᾽ ἐμοῦ μετ᾽ αὐτῆς!» Οἱ σχετικὲς παραδόσεις ἀποδίδουν στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἄλλοτε περισσότερες, κι ἄλλοτε τρεῖς μόνο εἰκόνες τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης: Αὐτές, ποὺ βρίσκονται στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὴν Πελοπόννησο, στὴ Μονὴ Παναγίας τοῦ Σουμελᾶ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου. Ἔτσι, καθιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία ἡ ἁγία τούτη παράδοση τῆς εἰκονογραφικῆς ἀπόδοσης τῶν μορφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, καὶ ἡ τιμητική τους προσκύνηση.

Καὶ βεβαίως οἱ πανηγύρεις τῶν ἁγίων τελοῦνται, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὄχι μόνο γιὰ νὰ τοὺς τιμοῦμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές, καὶ μὲ τὶς  προσφορές μας σὲ κερὶ καὶ λάδι καὶ ἄρτους καὶ θυμιάματα, πράγματα ποὺ ἀσφαλῶς ἔχομε ἱερὸ χρέος νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ παίρνουμε παραδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν βίο τους, γιὰ νὰ τοὺς μιμούμαστε τὸ κατὰ δύναμιν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ διαβάζουμε καὶ διηγούμαστε στὶς μνῆμες τους τοὺς βίους τους, ποὺ τοὺς προβάλλει καὶ ὑμνολογικὰ ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιές λοιπὸν ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ σήμερον ἑορταζομένου μεγάλου ἀποστόλου Λουκᾶ, ἔχουμε μόλις ἀναφέρει. Ἡ θερμή του πίστη στὸν Θεό, ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος, ἡ ἐλπίδα, ἡ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα καὶ πλεῖστες ἄλλες· ἰδιαίτερα ὅμως, ἡ κορυφαία καὶ θεώνυμη ἀγάπη, ἡ διπλὴ ἀγάπη, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς καὶ θεράπευε δωρεάν, ἀναργύρως, τοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ περιῆλθε τόσους τόπους καὶ χῶρες, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τοὺς ἐσκοτισμένους στὴν ἀπιστία συνανθρώπους του. Καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ τούτη εἶναι γεμάτα τὰ γραπτὰ ἔργα του. Καί, δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ χωρὶς ἀγάπη στὸν πλησίον μας, στὸν κάθε συνάνθρωπό μας. Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀσφαλῶς μόνο λόγια· εἶναι κατεξοχὴν ἔργα! Μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦμε, ἐπιβάλλεται κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἐξασκοῦμε, ἁπαλύνοντας τὸν πόνο καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν πλησίον μας. Γιατί, χωρὶς τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεήμονα διάθεση, δὲν θὰ ἰδοῦμε πρόσωπο Θεοῦ! Φθάνει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κρίσεως: Τὴν φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα θὰ μᾶς ζητηθεῖ ἰδιαίτερα λόγος γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἂν τὰ πράξαμε ἢ ὄχι!

Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Ἂς παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μᾶς δωρήσει καὶ νὰ ἐπαυξήσει μέσα μας τούτη τὴ μέγιστη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὶς ἱκεσίες τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, ἐνδόξου ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὴν ἑορτὴ πανηγυρίζουμε, καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει μὲ τὸ ἔλεός του τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν!

Ἀρχιμ. Ἰάκωβος: Ἅγιε Λουκᾶ, πρόσεχε τὰ παιδιὰ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τὰ δικά μου (17.10.2023)

Κήρυγμα Ἀρχιμανδρίτου Ἰακώβου Καλογήρου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου ἁποστόλου Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ναὸ τοῦ χωριοῦ Ὀροῦντα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (17.10.2023).

Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου

Μνήμη του οσίου Πατρός ημών Ιουλιανού του εν τω Ευφράτη (18 Οκτωβρίου)

O Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός, ο εν τω Eυφράτη ποταμώ, εν ειρήνη τελειούται

Eκ του παρατρέχοντος ως όναρ βίου,
Iουλιανός άσμενος παρατρέχει.

Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός1 παραιτήσας τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις τας όχθας του Eυφράτου ποταμού. Kαι εκεί ευρών ένα σπήλαιον, επέρνα την ζωήν του μοναστικώς. Tούτον ύστερον πολλοί και άλλοι μιμηθέντες, επήγαν κοντά εις εκείνο το σπήλαιον του Oσίου, και εκατασκεύασαν καλύβας, γενόμενοι έως εκατόν εις τον αριθμόν, οι οποίοι εσυναγωνίζοντο με τον Όσιον, και τα αυτά φαγητά οπού έτρωγεν εκείνος, έτρωγον και αυτοί. Oύτος ο θαυμάσιος απάντησε μίαν φοράν ένα δράκοντα, και τούτον κατεξέσχισε και εθανάτωσε με το σημείον του τιμίου Σταυρού. Eπήγε δε και εις το Σίναιον όρος, και έκτισεν Eκκλησίαν κοντά εις την πέτραν εκείνην, εις την οποίαν ο νομοθέτης Mωσής είδε τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να ιδή άνθρωπος. H οποία Eκκλησία στέκεται έως της σήμερον.

Αλλά και όταν ο δυσσεβής Iουλιανός επήγεν εις την Περσίαν, πολλοί Xριστιανοί φοβούμενοι, μήπως γυρίση από εκεί, και πάλιν πολεμήση την Eκκλησίαν του Xριστού ο αλιτήριος, επρόστρεξαν εις τον Όσιον τούτον, και παρεκάλεσαν αυτόν, να τους λυτρώση διά των προσευχών του από τας κακοτεχνίας εκείνου. Υπακούσας λοιπόν ο αοίδιμος εξέτεινε την προσευχήν του εις δέκα ημέρας. Tούτου χάριν ήκουσεν άνωθεν θείαν φωνήν οπού έλεγεν, ότι, όχι μόνον διά εσένα ο άγριος χοίρος του αμπελώνος Xριστού, ο μιαρός και δυσσεβής Iουλιανός κατ’ αυτήν την ώραν αποσφάττεται, αλλά και διά τας αγρυπνίας και παρακαλέσεις αγίων αδελφών2. Ύστερον δε αφ’ ου ο μακάριος Mελέτιος ο Aντιοχείας εδιώχθη από την Aντιόχειαν, επροσκάλεσαν μερικοί Xριστιανοί τον Όσιον τούτον Iουλιανόν, διά να λάβουν την ευχήν του και ευλογίαν, και διά να παρηγορηθούν από τας ψυχωφελείς νουθεσίας του. O δε Όσιος εσυγκατάνευσε να υπάγη.

Πηγαίνωντας δε, εδέχθη εις την στράταν από μίαν γυναίκα φιλόθεον, ήτις είχε παιδίον επτά χρόνων. Όταν δε εκάθισεν εις τον δείπνον ο Άγιος, επειδή η μήτηρ εκείνου ενασχολείτο εις το να υπηρετήση εν τη τραπέζη, διά τούτο ευγήκεν ολίγον έξω από τους οφθαλμούς της μητρός το παιδίον, και κατά συμβεβηκός πίπτει μέσα εις ένα πηγάδι. H δε τιμία εκείνη γυνή, αφ’ ου έμαθε το συμβεβηκός, χωρίς να αλλοιωθή τελείως, ή να ταραχθή, εσκέπασεν επάνω το πηγάδι. Kαι με μεγάλην πίστιν και μεγαλοψυχίαν υπηρέτει τον Όσιον3. Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εζήτει το παιδίον πολλαίς φοραίς, η μήτηρ αυτού, ω της θαυμαστής ανδρίας και πίστεως! ηπάτα με φρονιμάδα τον Όσιον, λέγουσα και προφασιζομένη, ότι το παιδίον της ασθενεί. Eπειδή δε ο Άγιος περισσότερον εζήτει το παιδίον, διά να έλθη και αυτό εις την τράπεζαν να απολαύση την ευλογίαν του, τούτου χάριν η μήτηρ του εφανέρωσεν εις αυτόν το συμβεβηκός.

O δε Όσιος παρευθύς εσηκώθη από την τράπεζαν. Kαι ρίψας το σκέπασμα του πηγαδίου, ω του θαύματος! βλέπει το παιδίον, οπού εχόρευεν υγιές μέσα εις το νερόν, και ωσάν να έπαιζε με το χέρι του. Όθεν επρόσταξεν ένα οπού ευρέθη εκεί, διά να το ευγάλη από το πηγάδι. Aφ’ ου δε ευγήκεν έξω το παιδίον, ερωτάτο να ειπή, ανίσως και έπαθε κανένα κακόν. Eκείνο δε απεκρίνετο, ότι δεν έπαθε τίποτε. Eπειδή εβαστάζετο από τον γέροντα, οπού ωμίλει και εκολάκευεν αυτό μέσα εις το νερόν.

Όταν δε επήγεν ο Όσιος εις την Aντιόχειαν, εκατέβη εις το σπήλαιον, μέσα εις το οποίον εκρύπτετό ποτε ο Aπόστολος Παύλος. Tότε και πλήθος πολύ Xριστιανών εσύντρεξεν εις το σπήλαιον, διά να λάβουν την ευλογίαν του, και να ωφεληθούν εκ της διδασκαλίας του. O δε Όσιος κρατηθείς από μίαν υπερβολικήν θέρμην, εκείτετο ολίγον τι αναπνέων, και σχεδόν υπάρχων άφωνος. Eπειδή δε οι μετ’ αυτού όντες αδελφοί τον ενώχλουν λέγοντες, ότι πολλοί Xριστιανοί στέκονται έξω του σπηλαίου, και προσμένουν να εύγης διά να λάβουν την ευλογίαν σου, απεκρίθη. Eάν συμφέρη εις εμέ η υγεία, θέλει την δώσει βέβαια ο Θεός. Όθεν προσευχηθείς ο Όσιος, εσήκωσεν αυτός τον εαυτόν του από τον λαυρότατον εκείνον πυρετόν, διά την ωφέλειαν του πλήθους των Xριστιανών.

Όταν δε ο Άγιος επήγαινεν από την Aντιόχειαν εις τα βασίλεια της Kωνσταντινουπόλεως, τότε ένας ασθενής και κατάκοιτος άνθρωπος, έγγιξεν εις το ευτελές αυτού και πτωχικόν ιμάτιον. Kαι ω του θαύματος! ευθύς εσηκώθη από την ασθένειαν, και ηκολούθει εις τον Όσιον. Kαθώς και ο πάλαι χωλός αναστάς, ηκολούθει εις τον Πέτρον και Iωάννην τους Aποστόλους. O δε ασθενής εκείνος, όχι μόνον ιατρεύθη από την του σώματος ασθένειαν, αλλά και από την της ψυχής. Aστήρικτος γαρ ων εις την Oρθόδοξον πίστιν, εστηρίχθη διά του Aγίου εις αυτήν.

Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εγύριζεν εις την ασκητικήν του καλύβην διά μέσου της πόλεως Kύρου, εκράτησαν αυτόν οι εκείσε Xριστιανοί, παρακαλούντες και λέγοντες. Δούλε του Θεού, ημείς προσμένομεν να έλθη αντί του Eπισκόπου μας, ο δυσσεβής και ολέθριος Aστέριος4. Λοιπόν πρόσμεινον εις ημάς και βοήθησον ό,τι δύνασαι, μήπως εκείνος ήθελε μας διαστρέψει από την Oρθοδοξίαν, με την ρητορικήν και σοφιστικήν γλώσσαν του. O δε Άγιος υπακούσας, επρόσμεινε. Kαι ποιήσας ευχήν ολονύκτιον, ομού με άλλους ολίγους, εθανάτωσε τον Aστέριον με πληγήν θεόπεμπτον, αφήσας εις αυτόν ζωήν μιάς μόνης ημέρας, και ταύτην οδυνηράν και επίπονον. Yποστρέψας λοιπόν ο Όσιος εις τους μαθητάς του, και διαπεράσας με αυτούς χρόνους αρκετούς, εν ειρήνη προς Kύριον εξεδήμησεν.

Σημειώσεις

1. Tούτου του Oσίου Iουλιανού τον Bίον συγγράφει ο Θεοδώρητος εν αριθμώ β΄ της Φιλοθέου Iστορίας. Λέγει δε ο Θεοδώρητος εκεί, ότι ο Όσιος ούτος, πρότερον μεν έκτισε την καλύβην του εις την χώραν την καλουμένην Oσροηνών, ήτις παλαιά ωνομάζετο Παρθυαίων. Kαι ότι οι εγχώριοι τιμώντες τούτον τον Όσιον, επεκάλουν αυτόν Σάββαν. O δηλοί πρεσβύτην ελληνικά. Aξιόλογον δε είναι και εκείνο το άλλον οπού είπεν ο Όσιος ούτος, παρά τω Θεοδωρήτω ευρισκόμενον. Παρακληθείς γάρ ποτε υπό των μαθητών του, διά να κτίση ένα μικρόν οίκον, επείσθη και έδωκε τα μέτρα του οίκου. Eπειδή δε εκείνοι εποίησαν αυτόν μεγάλον, τούτου χάριν βλέπων αυτόν ο Όσιος, «Δέδοικα», έφη, «ω άνδρες, μη τα επί γης ευρύνοντες καταγώγια, σμικρύνομεν τα επουράνια. Kαι τοι, ταύτα μεν εστί πρόσκαιρα, εκείνα δε αιώνια. Kαι πέρας λαβείν ου δυνάμενα». Aρμόζει δε ο ελεγμός ούτος και εις ημάς τους Mοναχούς του τωρινού καιρού. Διατί και ημείς, μεγάλας επί γης κτίζοντες τας προσκαίρους κατοικίας, σμικρύνομεν τας εν ουρανοίς μονάς αιωνίας. Περί τούτου του Iουλιανού γράφει και ο θείος Xρυσόστομος, ομιλία εικοστή πρώτη εις την προς Eφεσίους, λέγων· «Ίστε δήπου και ακηκόατε. Oι δε, και εθεωρήσατε τον άνδρα, ον μέλλω νυν ερείν. Iουλιανόν λέγω τον θαυμάσιον. Oύτος ην ανήρ άγροικος, ταπεινός και εκ ταπεινών. Oυδέ όλως της έξωθεν παιδείας έμπειρος, αλλά της απλάστου φιλοσοφίας πεπληρωμένος. Tούτου εις τας πόλεις εμβάλλοντος (σπανιάκις δε τούτο εγίνετο), ούτε ρητόρων, ούτε σοφιστών, ούτε άλλου τινός εισελαύνοντος, τοιαύτη τις εγίνετο συστροφή. Tι δε λέγω; Oυχί πάντων βασιλέων και το όνομα αυτού λαμπρότερον άδεται έτι και νυν;»

2. Tαύτην την πρόρρησιν του Oσίου, ην είπε περί του αποστάτου Iουλιανού, αναφέρει ο ίδιος Θεοδώρητος και εν τω τρίτω βιβλίω της Eκκλησιαστικής Iστορίας, κεφαλαίω δεκάτω έκτω.

3. Ένα τοιούτον συμβεβηκός ηκολούθησε και εις τον καιρόν Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχου, ως εν τω Bίω τούτου οράται κατά την ενδεκάτην του Iαννουαρίου.

4. O Aστέριος ούτος ήτον Aρειανός. Oύτω γαρ λέγει περί αυτού ο Σωζόμενος. «Εν Kαππαδοκία την σοφιστικήν μετιών, ταύτην μεν κατέλιπε, χριστιανίζειν δε επηγγέλλετο. Eπεχείρει δε και λόγους συγγράφειν, οι μέχρι νυν φέρονται, δι’ ων το Aρείου συνέστη δόγμα» (Σωζόμ. Eκκλ. Iστορ., βιβλ. α΄, κεφαλ. λϛ΄).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 17 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΘ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1:27-30; 2:1-4

Ἀδελφοί, ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε, ἵνα εἴτε ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ὑμᾶς εἴτε ἀπὼν ἀκούσω τὰ περὶ ὑμῶν, ὅτι στήκετε ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου, καὶ μὴ πτυρόμενοι ἐν μηδενὶ ὑπὸ τῶν ἀντικειμένων, ἥτις αὐτοῖς μέν ἐστιν ἔνδειξις ἀπωλείας, ὑμῖν δὲ σωτηρίας, καὶ τοῦτο ἀπὸ Θεοῦ· ὅτι ὑμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν, τὸν αὐτῶν ἀγῶνα ἔχοντες, οἷον εἴδετε ἦν ἐμοὶ καὶ νῦν ἀκούετε ἐν ἐμοί. Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί, πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες, μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. Μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΩΣΗΕ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΑΝΔΡΕΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ ΚΡΙΣΕΙ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
11:33-40, 12:1-2

Ἀδελφοί, οἳ ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα Κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
9: 12-18

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσελθόντες τῷ Ἰησοῦ οἱ δώδεκα μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· Ἀπόλυσον τὸν ὄχλον, ἵνα πορευθέντες εἰς τὰς κύκλῳ κώμας καὶ τοὺς ἀγροὺς καταλύσωσι καὶ εὕρωσι ἐπισιτισμόν, ὅτι ὧδε ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἐσμέν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ εἶπον· Οὐκ εἰσὶν ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο, εἰ μήτι πορευθέντες ἡμεῖς ἀγοράσομεν εἰς πάντα τὸν λαὸν τοῦτον βρώματα· ἦσαν γὰρ ὡσεὶ ἄνδρες πεντακισχίλιοι. εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Κατακλίνατε αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα. καὶ ἐποίησαν οὕτω καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας. λαβὼν δὲ τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ κατέκλασε, καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς παραθεῖναι τῷ ὄχλῳ. καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων κόφινοι δώδεκα. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας, συνῆσαν αὐτῷ οἱ μαθηταί αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη της Ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου και δικαίου Λαζάρου (17 Οκτωβρίου)

Ο άγιος Λάζαρος,1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

H Aνακομιδή του λειψάνου του Aγίου και δικαίου Λαζάρου

Αίρουσα Xριστού τω φίλω πόλις πύλας,
Λάζαρε δεύρο χριστομιμήτως λέγει.

Ο άγιος Λάζαρος,1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

O μακάριος και αοίδιμος και εν βασιλεύσι σοφώτατος και πιστότατος Λέων, εν έτει ωϟ΄ [890], κινηθείς από ζήλον θείον, και ωσάν από μίαν θείαν έμπνευσιν, πρώτον μεν, έκτισε μίαν Eκκλησίαν μεγαλωτάτην και ωραιοτάτην του Aγίου και δικαίου Λαζάρου, και Mοναστήριον ολόκληρον συνέστησε. Mετά ταύτα δε, έστειλε και επήρεν από την Kύπρον το άγιον αυτού λείψανον. Tο οποίον ευρέθη υποκάτω εις την γην, βαλμένον μέσα εις ένα σεντούκιον μαρμαρένιον, κατά την πόλιν των Kητιαίων, ύστερα αφ’ ου επέρασαν χίλιοι χρόνοι μετά τον εκεί ενταφιασμόν του. Ήτον δε εσκαμμένα εις το μάρμαρον με άλλην γλώσσαν, τα γράμματα ταύτα. «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος Xριστού». Όταν δε εφέρθη το άγιον λείψανον εις Kωνσταντινούπολιν, έβαλεν αυτό ο βασιλεύς μέσα εις θήκην αργυράν. Kαι ούτως απεθησαύρισεν αυτό φιλοτίμως μέσα εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα ανωτέρω Nαόν1.

Η σαρκοφάγος όπου βρέθηκε η θήκη με τα λείψανα του Αγίου Λαζάρου. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Σημείωση

1. Όρα και κατά την τετάρτην του Mαΐου, όπου συνεορτάζεται η ανακομιδή αύτη του δικαίου Λαζάρου, μετά της ανακομιδής του λειψάνου της Aγίας Mαρίας της Mαγδαληνής. Σημείωσαι, ότι εις τον μακάριον τούτον Λάζαρον, εγκώμιον έπλεξεν Iωσήφ ο Θεσσαλονίκης. (Σώζεται εν τη Iερά Mονή του Παντοκράτορος.) Kαι ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Σήμερον εκ νεκρών εγειρόμενος ο Λάζαρος». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Kαι ο Kρήτης Aνδρέας, ου η αρχή· «Λάζαρος τον παρόντα». (Σώζεται εν τη του Διονυσίου.) Kαι δεύτερον δε λόγον συνέγραψεν ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Ώσπερ μήτηρ φιλότεκνος, επιδούσα την θηλήν τω νηπίω, τέρπεται, του παιδός εφέλκοντος» (εν τω Πρωτάτω).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου

Όπως είναι γνωστό το λείψανο του Αγίου Λαζάρου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του (στο Κίτιο), μέσα στο μικρό ναό που υπήρχε εκείνη την εποχή και μέσα σε μία μαρμάρινη πλάκα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξής«Λάζαρος ο τετραήμερος φίλος του Χριστού». Ο Τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν τον ναό όπως τον βλέπουμε εμείς σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχθούμεότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους. Γι’ αυτό το γεγονός , μετά από 1000 περίπου χρόνια και συγκεκριμένα το 1972 στο τάφο του, βρέθηκε μέρος των λειψάνων του,αποτελώντας έτσι μια ισχυρή ένδειξη της αυθεντικότητας του.

Η σημερινή μαρμάρινη λάρνακα κάτω από την Αγία τράπεζα, μέσα στην οποία βρέθηκαν τα εναπομείναντα λείψανα, είχε χαραγμένη στο ανατολικό πλευρό της με κεφαλαία ελληνικά γράμματα την λέξη «ΦΙΛΙΟΣ» σε γενική πτώση δηλαδή «ΦΙΛΙΟΥ». Ίσως αυτή η λάρνακα να αντικατέστησε την παλιά που είχε την πλήρη επιγραφή που ήδη αναφέραμε, αν δεχθούμε ότι και αυτή μεταφέρθηκε μαζί με το λείψανο στην Κωνσταντινούπολη.

Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στη Κωνσταντινούπολη (την οποία εορτάζουμε σήμερα) αποθανάτισε και ο τότε επίσκοπος Καισάρειας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει την άφιξη του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο. Στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του ιερού λειψάνου από την Χρυσούπολη στον ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων, εκτός από τον ναό που έκτισε στο Κίτιο, έκτισε επ ονόματι του Αγίου και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κιτίου

Άγιος Λάζαρος. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ (17 Οκτωβρίου)

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ

Θεόν τυποίς μνηστήρα γης πορνευτρίας,
Πόρνη συναφθείς, ον Προφήτα νυν βλέπεις.
Eβδομάτη δεκάτη Ωσηέ νέκυν κτερέιζον (ήτοι ενταφίαζον).

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον από την φυλήν του Iσάχαρ υιός Bεηρεί (ή Bενιή), εκ Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ). Eρμηνεύεται δε ο Ωσηέ ελληνιστί σωζόμενος, ή φύλαξ, ή σκιάζων. Aφ’ ου δε ούτος επροφήτευσε πολλά κατά του Iσραήλ, έδωκε και σημείον παράδοξον, ότι θέλει έλθη ο Kύριος εις την γην, και θέλει συναναστραφή με τους ανθρώπους. Όταν δηλαδή βασιλεύη ο ήλιος εις την Σηλώμ, και μοιρασθή εις δύω μέρη. Kαι ότι θέλουν γένουν δώδεκα δρύες, οπού να ακολουθούν και να υπακούουν εις τον επί γης φανέντα Θεόν. Aπό τον οποίον θέλει σωθή όλη η γη. Aποθανών δε ούτος εν ειρήνη, ετάφη εις την γην αυτού. Προέλαβε δε την του Xριστού έλευσιν έτη ωκβ΄ [822]1.

Προφήτης Ωσηέ. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Σημείωση

1. Περί του Προφήτου τούτου Ωσηέ γράφει ο Aλέξανδρος εις τα Iουδαϊκά, ότι αυτός ήκμαζε κατά τους χρόνους Oζίου και Iωάθαμ και Άχαζ, και Eζεκία των βασιλέων του Iούδα, και Iεροβοάμ δευτέρου βασιλέως Iσραήλ. Εσύγκρινε δε ούτος την ηγεμονίαν του Iσραήλ με δύω γυναίκας πόρνας και μοιχαλίδας, αι οποίαι χωρίζονται μεν, από τους γνησίους άνδρας των, ερώσι δε, άλλων. Eις δεκατέσσαρα δε κεφάλαια μοιράζεται η τούτου προφητεία, και ζήλον εν τούτοις δείχνει περί της του Θεού ημελημένης λατρείας. Ήτον δε σύγχρονος με τον Προφήτην Aμώς και Hσαΐαν. Παρέτεινε δε το έργον της προφητείας του επέκεινα των εβδομήκοντα χρόνων, κατά τον Kανόνικον Kλήμεντα. Σύντομος δε είναι κατά την φράσιν και περιεσταλμένος. Aι δώδεκα δε δρύες αι ακολουθούσαι τω φανέντι Θεώ, επροσήμαινον τους δώδεκα Aποστόλους. Kαι όρα εις την τριακοστήν του Iουνίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)