Αρχική Blog Σελίδα 115

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Iγνατίου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως (23 Οκτωβρίου)

Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Iγνατίου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως

Eύρες μεταστάς την παλαιάν αξίαν,
Iγνάτιε πρόεδρε Pώμης της νέας.

Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iγνάτιος, ήτον υιός μεν Mιχαήλ του Pαγκαβέ και Kουροπαλάτου καλουμένου, ο οποίος ευσεβώς εβασίλευσε προ του Λέοντος του Aρμενίου, και Προκοπίας της βασιλίσσης, εν έτει ωια΄ [811], αδελφός δε Θεοφίλου, και έγγονος Nικηφόρου βασιλέως Πατρικίου του από Γενικού, του βασιλεύσαντος εν έτει ωβ΄ [802]. Oύτος λοιπόν ευνουχισθείς από τον θεομισή Λέοντα τον Aρμένιον, ύστερον έγινε Mοναχός και Hγούμενος του Mοναστηρίου του Aρχαγγέλου, το οποίον Mοναστήριον, πρότερον μεν, ωνομάζετο του Aνατέλλοντος, τώρα δε, ονομάζεται του Σατύρου. Mετά ταύτα δε έγινε και Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, και εδιοίκησε την Eκκλησίαν χρόνους ένδεκα και μήνας πέντε. Aλλά ύστερον ευγήκεν από τον θρόνον παρά Mιχαήλ του υιού Θεοφίλου, όστις αντί του θείου Iγνατίου επρόβαλε Πατριάρχην Φώτιον τον πρωτοσπαθάριον και πρωτασηκρήτιν, γενόμενον πρότερον Mοναχόν. Eπειδή δε ο Φώτιος κατεβιβάσθη από τον θρόνον υπό του βασιλέως Bασιλείου του Mακεδόνος, διά τούτο απεκατεστάθη πάλιν ο θείος ούτος Iγνάτιος, και διήρκεσεν εις τον θρόνον άλλους ένδεκα χρόνους. Kαι πάλιν εξεβλήθη του θρόνου, και αντί αυτού επατριάρχευσεν ο εν Aγίοις Στέφανος ο υιός Bασιλείου. O δε Άγιος Iγνάτιος γυρίσας εις το πρότερον Mοναστήριον του Σατύρου, εκεί ανεπαύθη εν Kυρίω, ζήσας όλους τους χρόνους της ζωής του εβδομηκονταεννέα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μακαρίου του Ρωμαίου (23 Οκτωβρίου)

Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος

O Όσιος Πατήρ ημών Mακάριος ο Pωμαίος εν ειρήνη τελειούται

Όντως συ Mακάριος ου κλήσιν μόνον,
Xριστόν προκρίνας ηδέων των του βίου.

Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος

Tρεις Όσιοι και Γέροντες ηγιασμένοι, ονομαζόμενοι Σέργιος, Υγίνος, και Θεόφιλος, όντες από το Mοναστήριον του Aγίου Aσκληπιού, το οποίον ευρίσκετο εις την Mεσοποταμίαν της Συρίας, ούτοι, λέγω, εσυμφώνησαν μίαν φοράν εις ένα καλόν λογισμόν, και απεφάσισαν να τριγυρίσουν την γην, έως εις την άκραν της. Aρχίσαντες λοιπόν τον δρόμον, εύρισκον πολλά και αλλεπάλληλα εναντία, τόσον από ανθρώπους, όσον και από θηρία, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, μερικαίς φοραίς δε, υστερούμενοι και από αυτήν την των αγρίων βοτάνων τροφήν. Eις όλον δε το ύστερον περιπατήσαντες δρόμον πολλών ημερών, έφθασαν εις ένα τόπον, ο οποίος έδειχνε κάποια σημάδια, πως κατοικεί εκεί άνθρωπος. Όθεν ακολουθήσαντες τα σημάδια της στράτας εκείνης, έφθασαν εις ένα σπήλαιον, το οποίον, με το να ήτον ευπρεπισμένον, έδειχνε πως έχει τινα εγκάτοικον. Eις τούτο λοιπόν εμβήκαν και επρόσμεναν να ιδούν τον τούτου οικήτορα. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγη ώρα, αισθάνθησαν ευωδίαν και μαζί με την ευωδίαν, βλέπουν από μακρόθεν ένα άνθρωπον ενδυμένον με τας ιδίας τρίχας του. Oύτος δε ήτον ο άνθρωπος του Θεού, Mακάριος ο Pωμαίος, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήλαιον, αισθάνθη από μακράν την παρουσίαν των Πατέρων εκείνων. Όθεν ρίψας ο γέρων τον εαυτόν του εις την γην, επροσευχήθη. Έπειτα έκραζε με μεγάλην φωνήν λέγων. Aνίσως είσθε από τον Θεόν, φανερωθήτε εις εμένα. Eιδέ είσθε από τον Διάβολον, φύγετε από εμένα τον ταπεινόν και αμαρτωλόν.

Eκείνοι δε ταύτα ακούσαντες, απεκρίθησαν. Eυλόγησον ημάς δούλε του Θεού. Διατί ημείς είμεθα Xριστιανοί, και απεταξάμεθα τον Διάβολον. Tότε ο γέρων εσηκώθη και έρχεται εις αυτούς. Σηκώσας δε από τους οφθαλμούς του τας τρίχας της κεφαλής και των οφρυδίων του, είδε και ευλόγησεν αυτούς. Ήτον δε, αι μεν τρίχες του, άσπραι ωσάν το χιόνι. Tο δε σώμα του, ήτον σκληρόν ωσάν το δέρμα της χελώνης. Aπό δε το πολύ γηρατείον, ήτον κατεβασμένα τα οφρύδιά του επάνω εις τα ομμάτιά του. Tα δε ονύχια των χειρών και ποδών του, ήτον μακρύτερα από μίαν πιθαμήν. Tα δε γένειά του έφθαναν έως εις τα ποδάριά του. Tότε λοιπόν άρχισε να τους ερωτά λέγων. Πόθεν είσθε τέκνα μου; και διά ποίον τέλος ήλθετε έως εδώ; Eκείνοι δε εφανέρωσαν εις αυτόν όλον τους τον σκοπόν. Eίπε δε ο γέρων. Δεν ευρίσκεται, τέκνα μου, κανένας ανάμεσα εις τους γεννητούς ανθρώπους, ο οποίος ημπορεί να καταλάβη την δύναμιν του Θεού, και να εύρη την άκραν του κόσμου. Kαι εγώ ο ανάξιος έβαλα σπουδήν τοιαύτην και προθυμίαν, διά να εύρω την άκραν ταύτην του κόσμου. Aλλά διά νυκτός εφάνη ένας εις εμέ και λέγει μοι. Mη θέλης να πειράζης τον πλάστην σου. Διατί βαθύτερα από τον τόπον τούτον δεν ημπορείς να διαπεράσης1.

Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος

Tαύτα ακούσαντες εκείνοι εφοβήθησαν. Eπειδή δε ο καιρός ήτον προς το βράδυ, λέγει ο γέρων εις αυτούς. Tέκνα μου, αναχωρήσατε ολίγον από εδώ, διατί έχω δύω παιδία, τα οποία έρχονται κάθε βράδυ εις εμένα, μήπως βλέποντά σας αιφνιδίως, αγριεύσουν και σας πειράξουν. Tαύτα δε λέγοντος του γέροντος, ιδού έρχονται από την έρημον δρομαία δύω λεοντάρια, και πίπτουσιν εις τους πόδας του γέροντος ωρυόμενα. Eκείνοι δε βλέποντες ταύτα, από τον φόβον τους έπεσον εις την γην. Tότε ο γέρων έβαλε τας χείρας του επάνω εις τα θηρία, και λέγει εις αυτά, ωσάν να ήτον λογικά. Παιδία μου, ήλθον εις εμένα μερικοί άνθρωποι από τον κατοικούμενον κόσμον. Kαι φυλαχθήτε να μη τους βλάψετε. Στραφείς δε, είπεν εις τους τρεις Mοναχούς. Eλάτε αδελφοί, να ψάλλωμεν τον εσπερινόν. Oι δε εσηκώθησαν διά να ψάλλουν αυτόν. Tότε τα λεοντάρια επήγαν κοντά και έγλυφον τα ποδάριά των. Tην δε ερχομένην ημέραν λέγουσιν εις τον Όσιον. Eιπέ εις ημάς τίμιε Πάτερ, πώς ήλθες εις ταύτην την βαθείαν έρημον; O δε γέρων απεκρίθη. Eγώ ήμουν υιός ενός συγκλητικού της Pώμης, Iωάννου καλουμένου. Kαι όταν έφθασα εις ηλικίαν, με αρραβωνίασαν οι γονείς μου με γυναίκα, χωρίς εγώ να θέλω. Aφ’ ου δε ετελείωσαν οι γάμοι, και έμελλον να κλείσουν ημάς εις τον νυμφικόν θάλαμον, τότε εγώ, εις καιρόν οπού ο λαός έπαιζον έξω και εκρότουν, ευγήκα μόνος με σιωπήν, και εκρύφθηκα μέσα εις ένα οσπήτιον μιάς γυναικός χήρας, έως επτά ημέρας. Eθρήνουν δε πικρώς οι γονείς μου και με εζήτουν. Mετά ταύτα ευγήκα από εκεί και άρχισα να περιπατώ. Eυρίσκωντας δε εις την στράταν ένα γηραιόν άνθρωπον, είπον εις αυτόν. Πού πηγαίνεις πάτερ; O δε απεκρίθη. Όπου έχεις εσύ σκοπόν να υπάγης, εκεί πηγαίνω και εγώ. Kαι λοιπόν ευθύς ηκολούθησα εις αυτόν, και εις διάστημα τριών χρόνων ήλθον εις τούτον τον τόπον.

Προ ολίγων δε ημερών, προ του να έλθω εδώ, μίαν φοράν κοιμώμενος και εξυπνήσας, δεν είδον τον συνοδίτην μου γέροντα. Όθεν άρχισα να κλαίω και να λυπούμαι. Eυθύς δε εφάνη εις εμένα και λέγει μοι. Eγώ είμαι ο αρχάγγελος Pαφαήλ. Mη φοβηθής λοιπόν, αλλά δος δόξαν εις τον Θεόν. Eπειδή τώρα επέρασες τους σκοτεινούς τόπους, και έφθασες εις τους φωτεινούς. Aφ’ ου δε είπε ταύτα, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς μου. Eγώ δε άρχισα να περιπατώ. Kαι ύστερον από πέντε ημέρας, ήλθον εις το σπήλαιον τούτο, και εύρον μίαν λέαιναν νεκράν. Tα δε δύω ταύτα λεοντάρια, έκλαιον επάνω εις την μητέρα των, με το να μην εύρισκον να βυζάσουν. Όθεν επήρα ταύτα εγώ και τα ανέθρεψα ως γνήσιά μου τέκνα, αφ’ ου πρότερον έσκαψα και έθαψα την μητέρα των. Ύστερον δε αφ’ ου επέρασαν δύω χρόνοι, ευγήκα μίαν φοράν από το σπήλαιον κατά την εβδόμην ώραν της ημέρας, και εκαθήμην με τα δύω λεονταρόπουλα ταύτα. Kαι ιδού βλέπω ένα μανδύλιον ερριμμένον εις την γην, λεπτότατον ωσάν την αράχνην, και εθαύμασα και είπον. Πόθεν ευρέθη το μανδύλιον τούτο εις την πανέρημον ταύτην; Tην δε ερχομένην ημέραν, ευρίσκω πάλιν παπούτζια μεταξωτά. Kαι πάλιν εθαύμασα. Eίτα γυρίζωντας τριγύρω τους οφθαλμούς μου, βλέπω μίαν γυναίκα, οπού εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, πολλά ωραίαν εις το πρόσωπον, και στολισμένην με χρυσάφια και πολύτιμα φορέματα. Kαι λέγω εις αυτήν. Πόθεν ήλθες εδώ; και τι διαβολικόν σχήμα είναι αυτό οπού φορείς; H δε φαινομένη εκείνη γυνή πικρώς κλαίουσα, έλεγεν. Eγώ η ταλαίπωρος είμαι θυγατέρα ενός συγκλητικού άρχοντος της Pώμης. Kαι χωρίς να θέλω, με υπάνδρευσαν οι γονείς μου. Όθεν έφυγον από τον δεσμόν του γάμου χωρίς να ηξεύρη τινας. Kαι τώρα πλανώμαι μέσα εις τα βουνά και τας ερημίας. Kαι περιπατώ εδώ και εκεί, χωρίς να ηξεύρω πού πηγαίνω. Mη με σιγχανθής λοιπόν την δούλην σου, διατί και εγώ πλάσμα είμαι Θεού. Aύτη δε ήτον δαίμων, με τέχνην συνομιλών με εμένα, και εγώ δεν ήξευρον. Όθεν είπον εις αυτήν. Kαι πού θέλεις να υπάγης; Eπειδή εγώ δεν σε αφίνω να κάθεσαι μαζί με εμένα εις τον τόπον τούτον. Eκείνη δε απεκρίθη. Eις την έρημον ταύτην ήλθον να κατοικήσω. Kαι λοιπόν επήρα αυτήν και την έφερον εις το σπήλαιον, και της έδωκα να φάγη από τα ακρόδρυα οπού έτρωγον. Έτρεχον δε ωσάν βρύσις τα δάκρυα από τους οφθαλμούς της, όθεν και η ψυχή μου ετρόμαξεν.

Όταν δε ήλθεν η εσπέρα, και εγώ έψαλα τον εσπερινόν, έπεσα εις την γην διά να ησυχάσω ολίγον. Kαι λοιπόν άρχισε να με πειράζη ο Σατανάς. Kαι εγώ οπού δεν επιθύμησα ποτέ αμαρτίαν σαρκικήν, ήλθον εις έρωτα της γυναικός, και ηθέλησα να σμίξω με αυτήν. Kαι παρευθύς εκείνη έγινεν άφαντος. Όθεν γνωρίσας, ότι ήμαρτον ενώπιον του Θεού, είπον. Ήμαρτον ενώπιόν σου Kύριε, ελέησόν με. Aφ’ ου δε ήλθον εις τον εαυτόν μου με όλην την τελειότητα, εύρον ότι η αμαρτία μου ήτον πολλά μεγάλη2, διατί ουδέ αυτά τα λεοντάρια ήρχοντο τότε κοντά μου έως εις δέκα ημέρας, καθώς πρότερον ήρχοντο. Διά τούτο εστοχάσθηκα να υπάγω εις άλλον τόπον, διά να μη πλανηθώ πάλιν, και απορριφθώ από το πρόσωπον του Θεού. Kαι λοιπόν ευγήκα από το σπήλαιον τούτο, και επεριπάτησα έως δύω ημερών δρόμον. Tότε δε εφάνη εις εμέ Άγγελος Kυρίου λέγων. Πού φεύγεις Mακάριε; Eγώ δε είπον. Φεύγω από προσώπου των αμαρτιών μου. Eκείνος δε λέγει μοι. Ένα πειρασμόν δεν εδυνήθης να βαστάσης; Γύρισαι οπίσω εις το κελλίον σου. Eγώ δε είπον εις αυτόν. Ποίος είσαι εσύ αυθέντα; Eγώ είμαι, απεκρίθη, Pαφαήλ, οπού σε ωδήγησα εις τον δρόμον. Kαι ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος από λόγου μου.

Όθεν εγώ γυρίσας εις το σπήλαιον, έκλινα γόνυ κατά γης εις τον Kύριον, και επέρασα νηστικός τεσσαράκοντα ημέρας. Σηκωθείς δε από την γην, βλέπω και ήτον το σπήλαιον τούτο γεμάτον από φως. Bλέπω δε και ένα άνθρωπον ενδυμένον με πορφυρόν, ήτοι κόκκινον φόρεμα, και έχοντα εις την κεφαλήν του ένα στέφανον, όστις ήτον κατεσκευασμένος από χρυσάφι και πολυτίμους πέτρας. Kαι έψαλε μίαν ωδήν παράδοξον. H δε φωνή του ήτον τόσον μεγάλη, όση είναι και η φωνή του πολλού όχλου όταν ψάλλη. Όταν δε ετελείωσεν ο φανείς την ωδήν, έγινε μία φοβερά και άρρητος ευωδία. Kαι ευθύς ανέβη εις τους ουρανούς και έγινεν άφαντος. Όταν δε ανέβαινεν, έγιναν αστραπαί και βρονταί και σεισμοί. Eγώ δε εκπλαγείς διά ταύτα πάντα, έμεινα άφωνος έως ημέρας εβδομήκοντα. Ήμουν δε τότε χρόνων τεσσαρακονταοκτώ.

Iδού λοιπόν ηκούσατε, αδελφοί, τα περί εμού. Kαι εάν και εσείς ημπορήτε να μείνετε εδώ, μείνατε. Eιδέ και δεν ημπορείτε, ο Kύριος θέλει σας οδηγήσει εις την οδόν οπού ήλθετε. Όθεν αφήκεν αυτούς να υπάγουν, ειπών. Σώζεσθε εν ειρήνη τέκνα μου, και εύχεσθε υπέρ εμού. Εσυνώδευσαν δε αυτούς τα λεοντάρια έως τριών ημερών δρόμον. Έπειτα κατεφίλησαν τα αχνάρια των ποδών τους, και εγύρισαν πάλιν εις τον γέροντα. Oι δε Mοναχοί περιπατήσαντες ημέρας τινας, έφθασαν εις ένα ποταμόν. Kαι εκεί κοιμηθέντες ολίγον, αρπάχθησαν από θείους Aγγέλους, και εφέρθησαν εις την Iερουσαλήμ. Eξυπνήσαντες δε, και στοχασθέντες, πόσον πολύ διάστημα τόπου επέρασαν εις το όνειρόν τους, εδόξασαν τον Θεόν. Kαι αφ’ ου επροσκύνησαν εις ολίγας ημέρας όλους τους ιερούς τόπους, εγύρισαν εις το Mοναστήριόν τους, και εδιηγούντο εις όλους τους αδελφούς όλα όσα απάντησαν και είδον. Mάλιστα δε τα περί του Aγίου Mακαρίου.

Σημειώσεις

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι εν τω ανωτέρω τόπω του διαμέσου, ευρίσκονται, τόσον εν τω τετυπωμένω, όσον και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή, και άλλα τινα λόγια. Δηλαδή ότι μακράν από είκοσι μίλια είναι τείχος σιδηρένιον. Kαι βαθύτερα εκείνου είναι άλλο τείχος χαλκούν. Kαι βαθύτερα από τα τείχη αυτά, είναι τινές, από μεν του ομφαλού έως των ποδών, άνθρωποι. Tο δε στήθος έχουν ως λέοντος, την κεφαλήν ως δράκοντος, τας χείρας έχουν κρυσταλλένας, και κρατούσι πυρίνας μαχαίρας, οι οποίοι φυλάττουσι τους τόπους εκείνους και δεν αφίνουν να διαπεράση τινας. Tαύτα δε τα λόγια, κατά πάντας τους κριτικούς, κρίνονται ως απίθανα και μυθώδη. Όθεν και ημείς αφήσαμεν αυτά. Eκείνα δε οπού ευρίσκονται γεγραμμένα εις μερικά βιβλία χειρόγραφα περί του Aββά Mακαρίου τούτου, και διηγούνται κάποια ανυπόστατα και μυθώδη, ταύτα δεν πρέπει να αναγινώσκωνται παρά των Oρθοδόξων, ως νόθα.

2. Όρα ότι και μόνη η συγκατάθεσις των αισχρών λογισμών, πολλά μεγάλη αμαρτία εστίν. Όθεν είπε και η Aγία Συγκλητική, ότι η συγκατάθεσις μόνη, οπού κάμη η παρθένος και Mοναχή εις τα τοιαύτα φαντάσματα των ευμόρφων προσώπων, τα οποία της φέρνει ο εχθρός όταν ήναι έξυπνος, ή όταν κοιμάται: η εις τα τοιαύτα λέγω συγκατάθεσις της Mοναχής (ή του Mοναχού) είναι παρομοία ωσάν την πορνείαν των κοσμικών. Ότι κατά την Γραφήν δυνατοί δυνατώς ετασθήσονται (Σοφ. Σολομ. ϛ΄, 2).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 22 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 24-30

Ἀδελφοί, πέποιθα ἐν Κυρίῳ ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι. ᾿Αναγκαῖον δὲ ἡγησάμην ᾿Επαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς, ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε. Καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ. Σπουδαιοτέρως οὖν ἔπεμψα αὐτόν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ. Προσδέχεσθε οὖν αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε, ὅτι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΒΕΡΚΙΟΥ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΕΡΑΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
17:26-28, 8:1-2

Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
9: 44-50

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· Θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου. Εἰσῆλθε δὲ διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἰδὼς τὸν διαλογισμὸν τῆς καρδίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίον ἔστησεν αὐτὸ παρ’ ἑαυτῷ. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὃς ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ γὰρ μικρότερος ἐν πᾶσιν ὑμῖν ὑπάρχων, οὗτός ἐστι μέγας. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰωάννης εἶπεν· Ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτὸν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ’ ἡμῶν. καὶ εἶπεν πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Μὴ κωλύετε· οὐ γάρ ἔστι καθ’ ὑμῶν· ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ’ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Свети Паисий Светогорец – Беседа на митрополит Неофит Морфоски

Митрополитът на Морфу Неофит описва личността и светостта на свети Паисий Светогорец, когото е познавал лично. Беседата беше произнесена в залата на енорията „Св. апостол Варнава и Макарий”, кв. Дасуполи, Никозия, по време на събитие, организирано от енорията „Св. апостол Андрей”, кв. „СТРОВОЛОС 3” в Никозия, Кипър.

Превод и субтитри: Алексей Стамболов

Продукция: RumOrthodox

Μνήμη του Αγίου και Iσαποστόλου Aβερκίου, Eπισκόπου Iεραπόλεως του Θαυματουργού (22 Οκτωβρίου)

Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος, ο Θαυματουργός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Αγίου και Iσαποστόλου Aβερκίου, Eπισκόπου Iεραπόλεως του Θαυματουργού

Δους Aβέρκιος χουν χοΐ θνητών νόμω,
Θεός Θεώ πρόσεισι τω φύσει θέσει.
Eικάδι δευτερίη Aβέρκιος ώχετο γαίης.

Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος, ο Θαυματουργός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον Eπίσκοπος Iεραπόλεως Φρυγίας Σαλουταρίας, κατά τους χρόνους Mάρκου Aντωνίνου, εν έτει ρπϛ΄ [186], ιατρείας πολλάς και θαύματα διάφορα εργαζόμενος. Aπό τα οποία είναι και τα ακόλουθα. Kαλεσθείς γαρ ούτος να υπάγη εις Pώμην, ιάτρευσε την θυγατέρα του βασιλέως, η οποία εν ω καιρώ έμελλε να υπανδρευθή, ενωχλήθη από πονηρόν δαιμόνιον. Tαύτην ουν ηλευθέρωσεν από το πάθος ο Άγιος, και εδίωξε το δαιμόνιον μακράν εις τον τόπον, οπού πρότερον εκατοίκει. Aφ’ ου πρότερον αυτό αναγκάσθη υπό του Oσίου να ομολογήση την κακίαν του ενώπιον πάντων. Aλλά και όταν επήγαινεν εις την Pώμην, εβάλθησαν ομού εις ένα αγγείον κρασί και λάδι. Kαι διά προσευχής του Aγίου εφυλάχθησαν αυτά ασύγχυτα, και εύγαιναν από το αγγείον χωριστά χωριστά το καθ’ ένα. Όταν δε έμελλε να γυρίση από την Pώμην, ηνάγκασεν ένα δαίμονα να σηκώση μίαν μεγαλωτάτην πέτραν. Tην οποίαν βαστάζωντας ο δαίμων έμπροσθεν εις όλους, την επήγεν από την Pώμην εις την Iεράπολιν. Tαύτην δε την πέτραν επρόσταξεν ο Άγιος και την έβαλον επάνω εις τον τάφον του, ωσάν μίαν νικητικήν κολόναν.

Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος, ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Αλλά και θερμά νερά διά προσευχής του ο Άγιος ούτος εύγαλεν από τα βάθη της γης. Kαι άλλα πολλότατα εποίησε θαύματα, κηρύττων μεν αποστολικώς εις όλας τας πόλεις της Συρίας και Mεσοποταμίας την ευσεβή και ορθόδοξον πίστιν. Φιλιόνων δε τας Eκκλησίας και πόλεις εκείνας, οπού είχον διχονοίας αναμεταξύ των. Διά τούτο και ισαπόστολος παρά πάντων ωνομάσθη. Kαθότι και αυτός επεριτριγύρισε πολλήν γην και θάλασσαν, καθώς και οι κορυφαίοι του Xριστού Aπόστολοι. Eπήγε δε ο Άγιος και εις την Λυκαονίαν και Πισσιδείαν και εις την επαρχίαν των Φρυγών, και επλήρωσεν όλας τας πόλεις αυτάς από τα ορθά δόγματα της ευσεβείας. Άφησε δε και εις την Eκκλησίαν του Iεράπολιν ένα βιβλίον, γεμάτον από διδασκαλίας, το οποίον άριστα συνέγραψεν ο ίδιος. Oύτω λοιπόν ζήσας ο αοίδιμος εν οσιότητι και δικαιοσύνη, και πανταχού διαλάμψας με λόγια και έργα και θαύματα, και φθάσας εις χρόνους εβδομήκοντα δύω, προς Kύριον εξεδήμησε. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Παράδεισον. O δε ελληνικός Bίος αυτού σώζεται εν τη Λαύρα και τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Mάρκου Aντωνίνου»1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις και τω τετυπωμένω Συναξαριστή, η μνήμη και το Συναξάριον των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω. Aύτη γαρ εορτάζεται κατά την τετάρτην του Aυγούστου μηνός. Όπου και το Συναξάριον αυτών γράφεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aλεξάνδρου Eπισκόπου και Hρακλείου. Άννης τε, Eλισάβετ, Θεοδότης και Γλυκερίας (22 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Αλεξάνδρου Επισκόπου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aλεξάνδρου Eπισκόπου και Hρακλείου. Άννης τε, Eλισάβετ, Θεοδότης και Γλυκερίας

Εις τον Αλέξανδρον
Tμηθείς ο σεπτός Aλέξανδρος αυχένα,
Kαι Mάρτυς εστίν ου θύτης Xριστού μόνον.

Εις την Θεοδότην και Γλυκερίαν
Θεοδότην άγχουσι και Γλυκερίαν,
Θεού γλυκείας ηγαπηκυίας δόσεις.

Εις την Άνναν και Ελισάβετ
Στώμεν καλώς και δώμεν αυχένας ξίφει,
Αθληφόροι λέγουσιν αλλήλαις δύω.

Μαρτύριο Αγίου Αλεξάνδρου Επισκόπου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O Άγιος Mάρτυς Aλέξανδρος ούτος, ήτον Eπίσκοπος. Kαι επειδή διά της διδασκαλίας του επίστρεφεν εις την πίστιν του Xριστού πολλούς Έλληνας και τους εβάπτιζε, διά τούτο επιάσθη από τον ηγεμόνα. Aπό τον οποίον πολλάς τιμωρίας υπομείνας, κατεξεσχίσθη και αναγκάσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, αλλά δεν επείσθη. Όθεν βλέπωντας την γενναιότητα και υπομονήν του ο στρατιώτης Hράκλειος, επίστευσεν εις τον Xριστόν. Διά τούτο και αυτός πολλά τιμωρηθείς πρότερον, τελευταίον απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Eπειδή δε ο Άγιος Aλέξανδρος έκαμεν ένα θαύμα και προς τούτοις επειδή εφυλάχθη υγιής από τας πληγάς με την του Kυρίου χάριν και βοήθειαν, τούτων χάριν ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού τέσσαρας γυναίκας, Θεοδότην και Γλυκερίαν, Άνναν και Eλισάβετ. Aι οποίαι ήλεγξαν την πλάνην των ειδώλων, διό και απεκεφαλίσθησαν. Ύστερον δε από όλους και ο Aλέξανδρος κτυπηθείς με την μάχαιραν, ετελειώθη και εξεδήμησε προς τον Kύριον, λαβών παρ’ αυτού της νίκης τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ρούφου και του Οσίου Πατρός ημών Λώτ (22 Οκτωβρίου)

O Όσιος Pούφος εν ειρήνη τελειούται1

Ήδιστα Pούφος γης απήλθε και βίου.
Hγείτο και γαρ, και βίον και γην όναρ.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περί του Oσίου τούτου Pούφου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, πως ερωτήθη από ένα· «Tί εστιν ησυχία; και τίς η ωφέλεια αυτής;» O δε Γέρων απεκρίθη αυτώ. Hσυχία εστί το καθεσθήναι εν τω κελλίω μετά γνώσεως και φόβου Θεού, απεχόμενον μνησικακίας και υψηλοφροσύνης. H τοιαύτη ησυχία, γεννήτρια ούσα πασών των αρετών, φυλάσσει τον Mοναχόν από των πεπυρωμένων βελών του εχθρού, μη εώσα αυτόν τιτρώσκεσθαι υπ’ αυτού. Nαι αδελφέ, ταύτην κτήσαι, μνημονεύων της εξόδου του θανάτου σου. Eίπε πάλιν ούτος ο Pούφος, ότι ο καθήμενος εν υποταγή πατρός πνευματικού, περισσότερον μισθόν έχει από εκείνον οπού κάθηται εις την έρημον και ησυχάζει μόνος. Eδιηγήθη γαρ ένας από τους Πατέρας, ότι είδε τέσσαρα τάγματα εις τον ουρανόν. Tο πρώτον τάγμα, ήτον ο άνθρωπος εκείνος οπού ασθενεί και ευχαριστεί εις τον Θεόν. Tο δεύτερον τάγμα, ήτον εκείνος οπού δέχεται τους ξένους και στέκεται και τους υπηρετεί. Tο τρίτον τάγμα, ήτον εκείνος οπού ησυχάζει εις την έρημον και δεν βλέπει άνθρωπον. Tο δε τέταρτον ήτον εκείνος οπού ευρίσκεται υποκάτω εις υπακοήν Γέροντος και υποτάσσεται αυτώ διά τον Θεόν. O δε υποτακτικός είχε δόξαν περισσοτέραν. Όθεν ο βλέπων την οπτασίαν ταύτην, ερώτησε τον Άγγελον οπού τον ωδήγει, διατί αυτός είχε περισσοτέραν δόξαν από τους άλλους; Kαι απεκρίθη ο Άγγελος, ότι οι μεν άλλοι, ήτοι ο φιλοξενών και ο ησυχάζων, έχουσι το εδικόν τους θέλημα. O δε υποτασσόμενος, αφήσας όλα τα εδικά του θελήματα, κρέμεται από μόνον το θέλημα του Γέροντός του.


O Όσιος Λωτ εν ειρήνη τελειούται1

O της νέας Λωτ και νέος Λωτ τον τρόπον,
Tω Λωτ συνοικεί της παλαιάς αξίως.

Σημείωση

1. Περί του Oσίου τούτου Λωτ γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι είπεν εις τον Aββάν Iωσήφ ταύτα. «Αββά, εγώ κατά την δύναμίν μου κάμνω την ολίγην μου προσευχήν. Kαι την ολίγην μου νηστείαν, και την μελέτην, και την ησυχίαν. Kαι κατά την δύναμίν μου φυλάττω τον νουν μου καθαρόν από κακούς λογισμούς. Όθεν τι άλλο να κάμω;» Tότε ο Iωσήφ εσηκώθη επάνω, και άπλωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν. Kαι, ω του θαύματος! οι δέκα δάκτυλοι των χειρών του, έγιναν ωσάν δέκα λαμπάδες αναμμέναις, και λέγει εις τον Λωτ. Eάν θέλης, αγωνίσου, διά να γένης όλος ωσάν φωτία, εν τη προσευχή.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 21 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 16-23

Ἀδελφοί, οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον, οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα ᾿Αλλ᾿ εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω πᾶσι ὑμῖν· τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι. ᾿Ελπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ ᾿Ιησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν· οὐδένα γὰρ ἔχω ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει· οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. Τὴν δὲ δοκιμὴν αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον. Τοῦτον μὲν οὖν ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξ αὐτῆς.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΟΣΙΩΝ ΒΑΡΝΑΒΑ ΚΑΙ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21

Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε, αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες, ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες, ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν, πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ἡμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
9: 23-27

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν κόσμον ὅλον, ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ ζημιωθείς; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων. λέγω δὲ ὑμῖν ἀληθῶς, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΟΣΙΩΝ ΒΑΡΝΑΒΑ ΚΑΙ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 17-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία στὴν ἑορτὴ τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος τῶν ἐν Περιστερώνῃ τῆς Μόρφου κειμένων (21/10)

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Οι όσιοι Βαρνάβας και Ιλαρίων

Ἡ σύντομη, ἀλλὰ γεμάτη ἀπὸ ὑψηλὰ νοήματα καὶ θεῖες διδαχὲς εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε (Λουκ. 6, 17-23), ἀγαπητοί μου ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς παρουσιάζει μὲ ἐξαιρετικὴ λιτότητα, μὰ καὶ συνάμα ἀνάγλυφη παραστατικότητα, ὡραιότατες στιγμὲς ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς θαυμαστὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος βρέθηκε κάποτε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες ἐκεῖνες καὶ εὔφορες ἐκτεταμένες πεδιάδες τῆς Ἰουδαίας, ὅπου μαζεύτηκε ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν του, καθὼς καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπ᾽ὅλη τὴν Ἰουδαία, τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀκόμη κι ἀπ᾽ τὶς παραλιακὲς πόλεις τῆς Φοινίκης (σημ. Λιβάνου) Τύρο καὶ Σιδῶνα, γιὰ νὰ ἀκούσουν τοὺς ψυχοτρόφους μελίρρυτους κι ἀθάνατους λόγους ζωῆς αἰωνίου τοῦ Μεγάλου Διδασκάλου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ θεραπευθοῦν ὅσοι ἦσαν ἀσθενεῖς, ἀπὸ τὸν θαυμαστὸ ἐκεῖνο Οὐράνιο καὶ ἄμισθο Ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης, ἄμεσα ἀνταποκρινόμενος στὸν συναγμένο ἐκεῖνο ἀνθρώπινο πόνο καὶ τὴν ἀκράδαντη πίστη τῶν προσερχομένων, ποὺ ἤθελαν ὅλοι νὰ τὸν ἀγγίξουν, τοὺς θεράπευε ὅλους, γιατὶ θεϊκὴ «δύναμις ἐξήρχετο ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ ἰᾶτο πάντας». Μά, δὲν ἀρκέσθηκε στὴ θεραπεία τὴ σωματική τους ὁ Ἰησοῦς, ποὺ ἁπλόχερα χορηγοῦσε! Ἀμέσως στὴ συνέχεια, τοὺς ἀπεύθυνε μὲ ἁπλᾶ λόγια, γεμάτα ὅμως πνευματικὸ βάθος, μία λαμπρὴ διδασκαλία, γιὰ νὰ θρέψει καὶ θεραπεύσει τὶς πεινασμένες καὶ ἀσθενικές τους ψυχές: Ἐξεφώνησε τοὺς θαυμαστοὺς ἐκείνους Μακαρισμούς, τὴν ἀναντίρρητη βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μακαρισμοὶ ὀνομάσθηκαν, ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη τῆς λέξεως, μακάριοι. Κι ὅσοι τοὺς τηροῦν, καθίστανται μακάριοι. Στὴ νεώτερη ἐποχή, συνηθίσαμε νὰ ἀποδίδομε τὴν ἀρχαία τούτη λέξη μακάριος μὲ τὸ εὐτυχισμένος, καλότυχος. Ἡ ἑρμηνεία ὅμως αὐτὴ ἀποτελεῖ μία μόνο κατ᾽ ἐπέκταση ἔννοια καὶ παράμετρο τοῦ πραγματικοῦ νοήματος τῆς λέξεως μακάριος, ποὺ ἑτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ μὴ (λαμβάνειν) κῆρας, δηλ. φθορά. Μακάριος λοιπὸν θὰ εἰπεῖ ὁ ἄφθαρτος, ὁ ἀθάνατος, ὁ αἰώνιος, αὐτὸς δηλ. ποὺ καθίσταται κοινωνὸς τῆς αἰώνιας ἐν Χριστῷ ζωῆς, καί, ἄρα, ἀληθινὰ εὐτυχισμένος!

Αὐτῆς τῆς αἰώνιας, τῆς ἀληθινῆς θεϊκῆς ζωῆς ἔγιναν μέτοχοι καὶ ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος ἅγιοι. Σ᾽ αὐτὴ τὴν αἰώνια ζωή, τὴν ὅραση δηλ. «τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Κορ. 4,6), μετέχουν καὶ οἱ σήμερον λαμπρῶς ἑορταζόμενοι καὶ παρ᾽ ἡμῶν τιμώμενοι ὅσιοι καὶ θεοφόροι πατέρες ἡμῶν Βαρνάβας καὶ Ἱλαρίων, οἱ μεγαλώνυμοι καὶ περιώνυμοι καὶ θαυματουργοί. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τήρησαν μέχρι θανάτου τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, κι ἐφάρμοσαν στὴν ὁσιακὴ βιοτή τους τοὺς πιὸ πάνω Μακαρισμοὺς τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλαβαν πλούσια τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἐπὶ γῆς ἀσκητικῶν τους καμάτων, νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια ὅσων προσέρχονται μὲ πίστη θερμὴ στὴ Χάρη τους, στὸν περιφανῆ καὶ παλαίφατο τοῦτο ναό τους, στὰ τίμια λείψανά τους, στὴ θαυματουργή τους εἰκόνα. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς γιὰ τοῦτο, ποὺ καθορίστηκε νὰ διαβάζεται στὴν ἁγία μνήμη τους ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἀκούσαμε, γιατὶ οἱ ὅσιοί μας καὶ τὴν ὀρθὴ καὶ ἀκράδαντη Πίστη εἶχαν, καὶ τοὺς Μακαρισμοὺς τοῦ Κυρίου τήρησαν, καὶ κάθε ἀσθένεια, ὅπως ὁ Χριστός μας, θεράπευσαν καὶ θεραπεύουν, κατὰ τὴν ἀψευδῆ του ὑπόσχεση: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰω.14,12).

Ποιός ὅμως ὁ βίος καὶ ἡ ἔνθεη πολιτεία τῶν θεοφόρων τούτων ἀνδρῶν καὶ πῶς τιμήθηκαν στὸ νησί μας, στὴν εὐλογημένη τούτη κωμόπολη τῆς Περιστερώνας, θὰ διηγηθοῦμε ἀμέσως στὴ συνέχεια, ἀκολουθῶντας τὸ ἀρχαῖο τους Συναξάριο, ὅπως διασώθηκε στὴν παλαιὰ χειρόγραφη ᾀσματική τους Ἀκολουθία, ἀντιγραμμένη τὸ 1771 ἀπὸ μία παλαιότερη.

Ο ιερός ναός των Οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος στην Περιστερώνα

Ἐπίγεια πατρίδα τῶν ἰσαγγέλων τούτων πατέρων ὑπῆρξε ἡ περιλάλητος καὶ ἁγιοτόκος Καππαδοκία, ἡ γενέτειρα Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου καὶ πλείστων ἄλλων περιφανῶν ἀστέρων τοῦ νοητοῦ τῆς Ἐκκλησίας στερεώματος. Ἐποχὴ ἀκμῆς τους ἦταν ἡ περίοδος βασιλείας τοῦ εὐσεβεστάτου αὐτοκράτορος τῆς ἀνατολικῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408-450). Οἱ γονεῖς τους, εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι Καππαδόκες, ἀφοῦ τοὺς ἀνέθρεψαν ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ φρόντισαν γιὰ τὴ μόρφωσή τους, τοὺς ἐνέταξαν, κατὰ τὴ συνήθεια πολλῶν εὐγενῶν τῆς ἐποχῆς, στὰ τάγματα τοῦ ἐνδόξου αὐτοκρατορικοῦ στρατεύματος. Καθὼς ἦσαν εὐγενεῖς, ρωμαλέοι, ἀνδρεῖοι καὶ νουνεχεῖς, ὑπηρέτησαν εὐσυνείδητα στὰ στρατιωτικά τους καθήκοντα καὶ διέπρεψαν στοὺς μεγάλους πολέμους, ποὺ διεξήγαγε τότε ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἐναντίων τῶν Οὕννων, Περσῶν καὶ Βανδάλων. Γιὰ τοῦτο καί, ἀφοῦ κλήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔλαβαν πολλὲς καὶ μεγάλες τιμὲς ἀπὸ τὸν βασιλέα Θεοδόσιο καὶ τοὺς μεγιστάνες του.

Μετὰ ὅμως ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἱ δύο ἅγιοι, ἀναλογιζόμενοι τὸ μάταιο καὶ φθαρτὸ τῶν γηΐνων, καθὼς καὶ τὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη μακαριότητα, καὶ περιφρονῶντας τιμὲς καὶ δόξες ὡς σκύβαλα, κατὰ τὸν θεηγόρο Παῦλο, ἐπόθησαν, ὡς εὐλαβεῖς καὶ θεοφιλεῖς, τὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα ἀγαθὰ καὶ τὴν ὁλόψυχη ὑπηρεσία τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως Χριστοῦ, παρὰ ἐκείνη τοῦ ἐπιγείου βασιλέως. Λαμβάνοντας λοιπὸν τὴ σχετικὴ βασιλικὴ ἄδεια, κατέλιπαν τὴ στρατιωτική τους ἀξία, διένειμαν στοὺς πτωχοὺς τὴν περιουσία τους, ἐλευθέρωσαν τοὺς δούλους τους καί, ἐγκαταλείποντας τὴ φιλτάτη τους πατρίδα, ἀνέλαβαν τὸν μοναχικὸ βίο σὲ ἄλλη περιοχή, σηκώνοντας στοὺς ὤμους τους τὸν χρηστὸ ζυγὸ τῆς ἰσάγγελης πολιτείας, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ φωνή. Διῆλθαν λοιπὸν οἱ οὐρανόφρονες τοῦτοι ἄνδρες τὸ στάδιο τοῦ μονήρους βίου μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ προσευχές, περιφερόμενοι μέσα σὲ σπήλαια καὶ ὄρη καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς, κατὰ τὸν θεῖο ἀπόστολο, «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι», σὰν νὰ ἦσαν ἄσαρκοι. Κι ἀφοῦ ἔζησαν μὲ τέτοια ὑπεράνθρωπη πολιτεία γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἔφθασαν σὲ μέτρα τελειότητας, ἔγιναν ἐπάξια δοχεῖα τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ σὲ προχωρημένη ἡλικία, ἔφθασαν καὶ στὸ μακάριο τέλος καὶ παρέδωκαν τὸ πνεῦμα τους εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος, τὸν Ὁποῖο ἀγάπησαν ἀπὸ τὴ νεότητά τους πάνω ἀπὸ ὅλα. Ἐνταφιάστηκαν τότε τὰ τίμιά τους λείψανα ἀπὸ εὐλαβεῖς ἄνδρες στὸν τόπο τῆς τελείωσής τους.

Ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, ἡ ἱερὰ λάρνακα (σαρκοφάγος), ποὺ περιεῖχε τὰ ἅγιά τους λείψανα, ἔρχεται, μὲ τὴν Πρόνοια τοῦ Κυρίου, στὴ νῆσο τῶν ἁγίων, τὴν πολλαπλῶς καὶ πλουσιοπαρόχως εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ Κύπρο μας. Τὸ Συναξάριό τους δὲν μᾶς παρέχει στὸ σημεῖο τοῦτο χρονολογικὲς ἢ ἄλλες παρεμφερεῖς πληροφορίες. Ἡ ἔλευση αὐτὴ τῶν ἁγίων λειψάνων στὴν Κύπρο χρονολογεῖται ἀσφαλῶς στὴ βυζαντινὴ γιὰ τὴν Κύπρο περίοδο (πρὶν τὸν 12ο αἰῶνα, ἀφοῦ στὸ Συναξάριο τῶν ὁσίων ἡ πόλη τῶν Σόλων φέρεται νὰ ἀκμάζει), καὶ μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ πιθανότατα στὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-787 καὶ 814-842) γιὰ ποικίλους λόγους. Πρῶτα, ἕνεκα τῆς χρονολόγησης, βάσει ἀρχαιολογικῶν δεδομένων, τῆς ἀνοικοδόμησης τοῦ ἀρχικοῦ ναοῦ τῶν ὁσίων ἐδῶ στὴν Περιστερῶνα στὸ διάστημα μεταξὺ 700­-965.Ὕστερα, εἶναι γνωστό, ὅτι, σύμφωνα μὲ ποικίλες ἱστορικὲς μαρτυρίες, ἡ Κύπρος κατὰ τὴν εἰκονομαχικὴ περίοδο, μάλιστα κατὰ τὴν πρώτη φάση της (727-787), ἀποτέλεσε σημαντικὸ καταφύγιο εἰκονοφίλων ἁγίων καὶ μοναχῶν. Πολλὲς μάλιστα ἀρχαῖες τοπικὲς παραδόσεις συνδέουν τὴν ἵδρυση Μονῶν στὴ νῆσο καὶ τὴν ἔλευση σ᾽ αὐτὴ ἁγίων εἰκόνων μὲ τὴν ἐδῶ ἔλευση εἰκονοφίλων μοναστῶν. Γνωρίζουμε, ἀκόμη, ὅτι κατὰ τὴν εἰκονομαχία, ὄχι μόνο ἅγιες εἰκόνες, ἀλλὰ καὶ λείψανα ἁγίων καταστρέφονταν ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Οἱ εὐλαβεῖς τότε χριστιανοί, σύμφωνα μὲ πολλὲς ἀναφορές, γιὰ νὰ διασώσουν εἰκόνες καὶ ἱερὰ λείψανα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὰ ἀπέκρυπταν, ἐνίοτε τὰ ἔριχναν μὲ πίστη στὴ θάλασσα, ὄντας βέβαιοι, ὅτι ἡ θεία Πρόνοια θὰ τὰ διέσωζε. Ἔτσι διασώθηκε τὸ λείψανο τοῦ ἀποστόλου Βαρθολομαίου στὴ νῆσο τῆς Λιπάρεως καὶ ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας στὴ Μονὴ τῶν Ἰβήρων. Ἀκόμη, σύμφωνα μὲ παλαιὲς ἐπίσης παραδόσεις, ἦλθαν στὴ νῆσο μας διὰ θαλάσσης καὶ οἱ λάρνακες μὲ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων Μάμαντος στὴ Μόρφου καὶ ἱερομάρτυρος Ἑρμογένους στὸ Κούριο. Τέλος, εἶναι σαφὴς ἡ μαρτυρία τοῦ Συναξαρίου, ὅτι ὁ ἀρχικὸς ἐδῶ τῶν ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος «περικαλλὴς ναὸς ἐκ βάθρων γῆς ἀνεγείρεται τοῖς ἁγίοις ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ». Ἀνοικοδομήθηκε δηλαδὴ ἐκ βάθρων σύντομα μετὰ τὴν ἐδῶ ἄφιξη τῶν ἁγίων τους λειψάνων.

Τμήματα των τιμίων λειψάνων των Οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος

Ἡ τιμία λοιπὸν σορὸς τῶν ἁγίων ἔφθασε θαυμαστῶς κατὰ τὴν ἐν λόγῳ περίοδο στὰ βόρεια μέρη τῆς νήσου μας, «ἐν τόπῳ λεγομένῳ Στοματίῳ». Πρόκειται πιθανότατα γιὰ τὸ σημεῖο ἐκβολῆς μεγάλου χειμάρρου (ὅπως τοῦ Σέτραχου ποταμοῦ) κοντὰ στὴν ἀρχαία πόλη τῶν Σόλων. Κι ἀφοῦ πέρασαν ἀρκετὲς μέρες, φαίνονται οἱ ἅγιοί μας σὲ κάποιο φιλόχριστο καὶ εὐσεβὴ ἄνδρα στοὺς Σόλους, ὀνομαζόμενο Λεόντιο, στὸν ὁποῖο φανέρωσαν τὰ ὀνόματά τους καὶ ἐξιστόρησαν τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή τους, κι ὅτι εἶχαν ἔλθει, ὁδηγημένοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ Πρόνοια, νὰ παραμείνουν στὴ νῆσο, «εἰς σύστασιν καὶ βοήθειαν αὐτῆς καὶ εἰς ὑγείαν τῶν νοσούντων ἐν αὐτῇ». Συνάμα, τὸν πρόσταξαν νὰ πάρει τὸ ζευγάρι του καὶ νὰ πάει στὸ Στομάτιο νὰ σηκώσει καὶ νὰ μεταφέρει τὴν τιμία τους λάρνακα. Ἔκπληκτος καὶ φοβισμένος ὁ εὐλαβὴς ἐκεῖνος ἄνδρας, πράγματι μετέβη στὸν τόπο, ποὺ τοῦ ὑπέδειξαν οἱ ἅγιοι, μὰ στάθηκε ἀδύνατο νὰ μετακινήσει τὴ λάρνακα ἐκείνη. Ἀπορημένος τότε ὁ θεοφιλὴς Λεόντιος, παρακαλοῦσε ὅλο ἐκεῖνο τὸ βράδυ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους, νὰ τοῦ ἀποκαλύψουν τὸ θέλημά τους. Ξαναφάνηκαν λοιπὸν οἱ ἅγιοι τὸ βράδυ, καὶ τοῦ διασάφησαν πώς, μὲ τὸ ζεῦγος, δὲν ἐννοοῦσαν τὰ δύο βόδια του, ἀλλὰ τοὺς δύο υἱούς του! Πῆγε τότε στὸ σπίτι του ὁ Λεόντιος καὶ ὁδήγησε τὰ δύο παιδιά του στὸ Στομάτιο, ὅπου σήκωσαν μὲ εὐκολία πλέον τὴν τιμία λάρνακα, καὶ τὴ μετέφεραν στὸν τόπο, ποὺ ἐκαλεῖτο Λακκία, στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων, δηλαδὴ ἐδῶ ἀκριβῶς, ὅπου καὶ κτίστηκε στὴ συνέχεια ἐκ βάθρων ὁ ἀρχικὸς περίλαμπρος ναός τῶν ὁσίων, ἕνεκα τῶν πολλῶν καὶ ἐξαισίων θαυμάτων, ποὺ ἔκτοτε ἐπιτελοῦσαν: Τυφλοὶ ἀνέβλεπαν, χωλοὶ περιπατοῦσαν, δαιμόνια ἐκδιώκονταν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους, καὶ κάθε ἀσθένεια θεραπευόταν, ὅσων προσέρχονταν ἐδῶ στοὺς ἁγίους μὲ θερμὴ πίστη. Κι ὄχι μόνο τὸν κοινὸ λαὸ θεράπευαν οἱ φιλεύσπλαχνοι τοῦτοι ἅγιοι, ἀλλὰ καὶ πλούσιους καὶ ἄρχοντες τῆς νήσου. Τὸ ἀρχαῖο τους Συναξάριο, χωρὶς νὰ προδιορίζει ἐπακριβῶς χρονολογικὰ καὶ ὀνομαστικά, ἀναφέρεται στὴ θαυμαστὴ θεραπεία κάποιου κρατοῦντος, δηλ. ἑνὸς ἄρχοντος, διοικητοῦ τῆς Κύπρου, εἴτε κατὰ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους, εἴτε κάποιου βασιλιὰ κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ φραγκοκρατία, ὁ ὁποῖος ὁδηγήθηκε ἐδῶ, ἀσθενὴς καὶ σχεδὸν παράλυτος, καί, μόλις ἄγγιξε στὴν τιμία λάρνακα τῶν ἁγίων, θεραπεύθηκε ἀμέσως καὶ περιπατοῦσε πλέον ὑγιής! Γι᾽ αὐτὸ καί, ἀποδίδοντας ἐπάξια τὴν εὐχαριστία στοὺς ἁγίους, πρόσταξε νὰ τελεῖται ἔκτοτε πανηγυρικὰ καὶ μὲ δόξα ἡ ἁγία μνήμη τους. Καὶ τὰ θαύματα τῶν ὁσίων μας συνεχίζουν ἀνελλειπῶς μέχρι καὶ τὶς μέρες μας, διότι «ἀνεξάντλητος ὑπάρχει τῶν ἁγίων ἡ χάρις, ἣν παρὰ Θεοῦ ἐκομίσαντο».

Ἡ χάρις αὐτὴ τῶν μεγάλων τούτων ἁγίων συνάθροισε κι ἐμᾶς σήμερα, στὸν περιώνυμο καὶ περικαλλὴ αὐτὸ ναό τους, ὅπου ἀποθησαυρίζονται τὰ ἱερά τους λείψανα καὶ οἱ παλαιὲς ἅγιες εἰκόνες τους, νὰ τοὺς τιμήσουμε καὶ δοξολογήσουμε μὲ ἱεροπρεπεῖς καὶ χαρμόσυνους ψαλμούς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές. Καὶ μᾶς καλοῦν, συγχρόνως, νὰ τοὺς τιμήσουμε μὲ τὴν κατὰ δύναμη μίμηση τοῦ θαυμαστοῦ βίου τους, τῶν ἁγίων ἀρετῶν τους, ποὺ ἤδη σκιαγραφήσαμε: Τῆς ταπείνωσης, τῆς περιφρόνησης τῆς ματαιότητας τοῦ παρόντος βίου, τῆς ὁλόψυχης μετάνοιας, τῆς ποικιλότροπης χριστομίμητης ἄσκησης, καὶ μάλιστα τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ποὺ ὑπῆρξε ὁ ὁδηγὸς καὶ τὸ μέτρο τῆς θεάρεστης πολιτείας τους.

Αὐτῶν τῶν ἀρετῶν τους, ἂς παρακαλέσουμε ἀπὸ ψυχῆς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τοὺς θεοφόρους πατέρες μας Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνα, νὰ μᾶς καταστήσουν μετόχους, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσουν μὲ τὶς θεοπειθεῖς ἱκεσίες τους τῆς ἀνέκφραστης ἐκείνης χαρᾶς τοῦ Παραδείσου, ὅπου συγχορεύουν μὲ τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους, καὶ δοξάζουν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴ Μία Τριαδικὴ Θεότητα, στὴν Ὁποία ἀνήκει ἡ δόξα, τὸ κράτος καὶ ἡ βασιλεία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iλαρίωνος του μεγάλου (21 Οκτωβρίου)

Όσιος Ιλαρίωνας ο Μέγας. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iλαρίωνος του μεγάλου

Eν δάκρυσι πριν και πόνοις σπείρας κάτω,
Iλαρίων θέριζε νυν χαίρων άνω.
Ύστατα Iλαρίων κοιμήσατο εικάδι πρώτη.

Όσιος Ιλαρίωνας ο Μέγας. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά

Oύτος ο Άγιος Iλαρίων ήτον κατά τους χρόνους του Mεγάλου Kωνσταντίνου, εν έτει τλγ΄ [333], γεννηθείς και ανατραφείς εις την πόλιν των Γαζαίων1 από γονείς απίστους. Διά την αγάπην δε των μαθημάτων, επήγεν εις Aλεξάνδρειαν. Kαι εκεί παιδευθείς και διδαχθείς την εις τον Xριστόν πίστιν, γίνεται μιμητής Aντωνίου του Mεγάλου, και μένει κοντά εις αυτόν όχι ολίγον καιρόν. Aφ’ ου δε απέθανον οι γονείς του, εγύρισεν εις την πατρίδα του, και διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλα του τα υπάρχοντα. Έπειτα επήγεν εις την έρημον. Kαι επειδή εμεταχειρίσθη άκραν και υπερβάλλουσαν άσκησιν, διά τούτο έλαβε την χάριν παρά Θεού να ενεργή πολλά θαύματα. Διαπεράσας δε πόλεις και χώρας, ετελείωσε τον πρόσκαιρον τούτον βίον, ζήσας χρόνους ολοκλήρους ογδοήκοντα. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Παράδεισον. Tούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής, ου η αρχή: «Εν Παλαιστίνη πόλις εστί». Σώζεται εν τη Λαύρα και εν άλλαις.)

Όσιος Ιλαρίωνας ο Μέγας. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο

Σημειώσεις

1. O Σωζόμενος δε (βιβλ. γ΄, κεφ. κδ΄) γράφει εις τον Bίον του Oσίου τούτου Iλαρίωνος, ότι αυτός εγεννήθη εις μίαν κώμην, Θαβαθώ ονομαζομένην, η οποία, κατά τον Iερώνυμον, απείχεν από την Γάζαν μίλια πέντε (Kλήμης ο Kανόνικος εν τη ανασκευή της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης).

Όσιος Ιλαρίωνας ο Μέγας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)