Αρχική Blog Σελίδα 107

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Eυσταθίου του εν Aγκύρα και Ακακίου του νέου (28 Ιουλίου)

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Eυσταθίου του εν Aγκύρα

Pυσθείς ποταμού παμμάκαρ παρ’ Aγγέλου,
Tαις χερσί του σώσαντος εκπνείς Aγγέλου.

Oύτος ήτον στρατιώτης, φερθείς δε έμπροσθεν του ηγεμόνος της Aγκύρας Kορνηλίου ονομαζομένου, ερωτήθη από αυτόν, και ομολογήσας παρρησία την ένδοξον οικονομίαν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, εδάρθη δυνατά. Έπειτα ετρύπησαν τους αστραγάλους του, και δέσαντες αυτούς με σχοινία, ετράβιζαν αυτόν από την πόλιν της Aγκύρας, έως εις τον ποταμόν Σάγαριν. Ηκολούθει δε οπίσω ο ηγεμών και έβλεπεν. Eκεί δε έβαλον τον Άγιον μέσα εις ένα σεντούκι, και έρριψαν αυτόν εις τον ποταμόν. Άγγελος δε Kυρίου επιστάς, εύγαλε το σεντούκι εις την στερεάν. Όθεν ευρέθη ο Άγιος εις αυτό αβλαβής, ψάλλων το «O κατοικών εν βοηθεία του Yψίστου, εν σκέπη του Θεού του Oυρανού αυλισθήσεται». Tούτο δε μανθάνωντας ο ηγεμών εντροπιάσθη. Όθεν μη υποφέρωντας την εντροπήν, ετράβιξε το μαχαίρι και εθανάτωσε μόνος τον εαυτόν του. O δε Mάρτυς προσευχηθείς, εκοινώνησε τα θεία Mυστήρια διά μέσου μιάς περιστεράς, η οποία επέμφθη εις αυτόν από τους Oυρανούς. Όθεν ευχαριστήσας τω Θεώ, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Aγγέλου, οπού τον ελύτρωσεν από τον ποταμόν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Tο δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη μέσα εις την πόλιν της Aγκύρας.


Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου του νέου

Tράχηλον Aκάκιος εκτμηθείς ξίφει,
Ψυχής το λευκόν μηνύων, βλύζει γάλα.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τιη΄ [318], νέος εις την ηλικίαν, όστις επειδή ωμολόγησε τον εαυτόν του Xριστιανόν, εκρεμάσθη και εξεσχίσθη. Έπειτα επαραδόθη εις τον ηγεμόνα Tερέντιον, ο οποίος έβαλε τον Άγιον μέσα εις ένα καζάνι πεπυρωμένον, γεμάτον από πίσσαν, λάδι, και οξύγγι. O δε Άγιος υπό της θείας χάριτος φυλαττόμενος, έμεινεν αβλαβής. Mετά ταύτα αναγκάζεται ο του Xριστού αθλητής να τρέχη οπίσω από τον ηγεμόνα, ο οποίος έμελλε να υπάγη εις την Aπάμειαν και Aπολλωνίαν. Eκεί δε πηγαίνωντας, εφέρθη μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, και διά προσευχής του εσύντριψε τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα. Ύστερον επαραστάθη εις τον τριβούνον Ζηλικίνθιον, ο οποίος βλέπων τον Mάρτυρα επιμένοντα εις την του Xριστού πίστιν, έδειρεν αυτόν δυνατά. Έπειτα αφήκε κατ’ επάνω του ένα λεοντάρι, και επειδή εφυλάχθη από αυτό αβλαβής, πάλιν εδάρθη. Eίτα εβάλθη μέσα εις καζάνι, γεμάτον από πίσσαν και άσφαλτον, ήτοι από ένα υγρόν όμοιον ωσάν το τιάφι. Eπειδή δε ο Άγιος έμενεν άκαυστος, νομίσας ο Ζηλικίνθιος, ότι είναι το καζάνι ψυχρόν, επλησίασε κοντά, και ευθύς κατεκάη, και έγινεν ωσάν κονιορτός.

Mετά τούτον δε, εδόθη η του Aγίου εξέτασις εις τον Ποσειδώνιον. Oύτος λοιπόν βλέπωντας τον Mάρτυρα μένοντα εις την του Xριστού πίστιν, έδεσεν αυτόν με βαρείαν αλυσίδα και τον έστειλεν εις την Mίλητον της Iωνίας. Eκεί δε εμβαίνωντας εις τον ναόν των ειδώλων, επρόσταξεν αυτά να πέσουν κάτω εις την γην. Όθεν ευθύς πεσόντα, εσυντρίφθησαν. Φερθείς δε εις άλλον ειδωλικόν ναόν, έκαμε και εκεί το ίδιον. Διά τούτο απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και αντί να εύγη αίμα από τον λαιμόν του, ω του θαύματος! ευγήκε γάλα, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον. Tο δε άγιον αυτού λείψανον επήρεν ο Πρεσβύτερος Λεόντιος, και ήλειψεν αυτό με μύρα, και έτζι το απεθησαύρισεν εις την πόλιν των Συννάδων, ομού με το Συναξάριον του μαρτυρίου του, εις ένα τόπον κατάσκιον, ο οποίος ήτον κτήμα ενός πολιτικού άρχοντος, Δορυμέδοντος ονομαζομένου, όστις εμαρτύρησεν ύστερον μαζί με τον Άγιον Tρόφιμον1.

Σημείωση

1. Oύτοι εορτάζονται κατά την δεκάτην ενάτην του Σεπτεμβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των αγίων αποστολικών ανδρών Τίμωνος και Ρόδωνος και της οσίας μητρός ημών Ειρήνης ηγουμένης της μονής του Χρυσοβαλάντου (28 Ιουλίου)

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Εκείνη την εποχή μόνο όσοι κατέβασαν τον νου τους στην καρδιά θα μείνουν ανεπηρέαστοι από αυτή την δικτατορία…

Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ (εκοιμήθη 11 Ιουλίου 1993).
Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Σας προσκαλώ σε υπομονή, σε προσεκτική κατάσταση προσευχής με την ακατάπαυστη αναζήτηση του θελήματος του Θεού. Είθε να μας βοηθήσει ο Κύριος με το Πνεύμα το Άγιο να παραμείνουμε στο φως των εντολών Του. Και πάλι, προσκαλώντας σας σε όλα αυτά, θα σας παρακαλέσω να θυμάστε όλα τα θαύματα της Πρόνοιας του Θεού, η οποία μακροθύμησε απέναντι μας ως τώρα. Η εποχή μας είναι αβάσταχτη. Δεν είμαι αλάθητος, μπορεί να σφάλλω σε κάθε βήμα, και πράγματι σφάλλω. Ωστόσο, θα σας πω ότι μου έρχεται συχνά η σκέψη πως φτάσαμε σε «αποκαλυπτικούς καιρούς».

Θα ‘ρθει εποχή που θα κατασκευαστούν μηχανές οι οποίες θα ελέγχουν τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων…
Εκείνη την εποχή μόνο όσοι κατέβασαν τον νου τους στην καρδιά θα μείνουν ανεπηρέαστοι από αυτή την δικτατορία…

Στην Δύση οι άνθρωποι ζουν με τον εγκέφαλο, δηλαδή έχουν κέντρο της ζωής τους την λογική. Έτσι, αν οι επιστήμονες ανακαλύψουν ένα μηχάνημα, τότε θα μπορέσουν να διαβάσουν τις σκέψεις των ανθρώπων και να τους κατευθύνουν. Όσοι, όμως, ζουν με την καρδιά, μέσα στην οποία ενεργεί η Χάρη του Θεού, και προσεύχονται καρδιακά, αυτοί έχουν το χάραγμα του Σταυρού μέσα σε αυτήν και κανείς δεν μπορεί να τους ελέγξει πνευματικά. Αυτοί έχουν την ελευθερία του πνεύματος.

Από το πρωΐ αρχίζει ο εγκλωβισμός των ανθρώπων των πόλεων, αλλά τώρα και των χωριών, στην κοσμική ζωή, που παρασύρει τον νου και τη φαντασία μας στην εξέλιξη των γεγονότων και τα αισθήματά μας στη συμμετοχή σε αυτά.
Πώς λοιπόν με τους όρους αυτούς να αναχθούμε σ’ εκείνη την ησυχία του νου και την ηρεμία της καρδιάς, που είναι πράγματα τόσο απαραίτητα για την προσευχή; Να το ερώτημα…
Η λειτουργική προσευχή με τη συχνή θεία μετάληψη αποτελεί το πλήρωμα…

Μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή.

Ακόμη και στην πνευματική ξηρασία µας στέλνει ο Θεός µιά παρηγοριά, επειδή γνωρίζει τις αδυναμίες µας. Το συμφέρον µας θα ήταν αν ζούσαμε σε όλη µας την ζωή σε µιά πνευματική ξηρασία, αλλά να αγωνιζόμαστε, δηλαδή αν µπορούσαµε να φθάσουμε τον Χριστό μέσα από την τέλεια εγκατάλειψη του Θεού, την πλήρη κένωσή µας, όπως έγινε με τον Χριστό στον Σταυρό. Τότε και η δόξα του ανθρώπου θα ήταν μεγάλη. Ανάλογα με την κένωση και ανάλογα με τον πόνο, που υποµένουµε θα έχουμε δόξα.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 27 Ἰουλίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)
Πρὸς Τιμόθεον Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 1-10

Τέκνον Τιμόθεε, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾽ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. Σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ. Οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ· ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. Νόει ὃ λέγω· δώσει γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου· ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος, ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. Διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσιν τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9: 27-35

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγοντι τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε. τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός. καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες, Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ. οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Ζ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἂν καὶ μικρὴ σὲ ἔκταση, μᾶς παρουσιάζει ἀρκετὰ σημεῖα ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὴ γῆ, καὶ μᾶς παρέχει ἀφορμὲς γιὰ μεγάλη ψυχικὴ ὠφέλεια, ἐὰν τὴ μελετήσουμε μὲ προσοχὴ καὶ κατανοήσουμε ὀρθὰ τὰ ἅγια νοήματα, ποὺ μᾶς προβάλλει.

Ὁ Κύριός μας, ποὺ ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταλύσει τὴ δυναστεία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ σώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος, «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (Πράξ. 10, 38). Εὑρισκόμενος λοιπὸν κάποτε στὰ μέρη τῆς πόλης Καπερναοὺμ καὶ ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ Ἰαείρου, τοῦ ὁποίου τὴ νεκρὴ θυγατέρα εἶχε ἀναστήσει, στὸν δρόμο ποὺ βάδιζε, δίδασκε καὶ θαυματουργοῦσε, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοὶ ἄνδρες. Αὐτοὶ ἀσφαλῶς θὰ εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὰ πολλὰ θαύματα καὶ τὶς θεραπεῖες, ποὺ  ἐνεργοῦσε ὁ Δεσπότης Χριστός, καὶ πίστεψαν πὼς κι αὐτοὺς μποροῦσε νὰ τοὺς θεραπεύσει. Γι᾽ αὐτό, ἀκολουθώντας Τον, φώναζαν: «Ἐλέησέ μας, Υἱὲ Δαβίδ.» Τὸν ἀποκαλοῦσαν υἱό, δηλ. ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ, καὶ ζητοῦσαν τὸ ἔλεός Του. Καὶ ὁ Κύριος, πῶς ἀνταποκρίνεται στὶς σπαρακτικὲς κραυγὲς τῶν τυφλῶν; Οὔτε ποὺ τοὺς δίνει-φαινομενικὰ ἀσφαλῶς- σημασία! Καὶ τοῦτο, ὅπως φάνηκε ἀμέσως στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη τους, τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ πρόσωπό Του! Φθάνει λοιπὸν ὁ Θεάνθρωπος στὸ σπίτι, ὅπου θὰ τὸν φιλοξενοῦσαν, καὶ οἱ τυφλοί, ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν ὑπομονετικὰ ὡς ἐκεῖ, ἔρχονται μπροστά Του, ζητώντας τὴ θεραπεία τους. Καὶ ὁ Κύριος, δοκιμάζοντας γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴν πίστη τους, τοὺς ρωτάει: «Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό, ποὺ ζητᾶτε;» Κι αὐτοί, γεμάτοι πίστη καὶ ἐλπίδα, ἀπαντοῦν: «Ναί, Κύριε!» Προσέξτε, ὅτι τώρα τὸν ἀποκαλοῦν πλέον Κύριο, δηλαδὴ Θεό, καὶ ὄχι πιὰ ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. Ἡ δοκιμασία τῆς πίστης τους ἐπιβραβεύτηκε. Πῆραν ἄριστα! Ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ φιλανθρώπου Δεσπότου κάμφθηκε, καί, βάζοντας τὰ πανάγια χέρια Του στὰ τυφλά τους μάτια, εἶπε ὁ Παντοδύναμος: «Νὰ γίνει σ᾽ ἐσᾶς σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας.» Κι ἀμέσως, τὰ σβησμένα τους μάτια ἄνοιξαν, φωτίσθηκαν, καὶ εἶδαν πρῶτα τὸν θαυματουργὸ ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων! Μά, πρὶν προλάβουν νὰ ξεσπάσουνε σὲ δάκρυα καὶ λυγμοὺς εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης στὸν Εὐεργέτη τους, τὸν ἄκουσαν νὰ τοὺς λέει, προστακτικὰ καὶ αὐστηρά: «Προσέξτε, νὰ μὴν τὸ μάθει κανεὶς τοῦτο τὸ θαῦμα· νὰ μὴν εἰπεῖτε σὲ κανένα τίποτα!» Μά, μόλις βγήκανε ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ σπίτι, ἡ πλημμυρισμένη ἀπὸ εὐχαριστία καρδιά τους, τοὺς ἔκανε λαμπροὺς κήρυκες τοῦ θαύματος σ᾽ ὅλη τὴν περιοχὴ ἐκείνη.

Στὴ συνέχεια, ἡ σημερινὴ περικοπὴ μᾶς ἀφηγεῖται τὴ θεραπεία ἀπὸ τὸν Κύριο ἑνὸς κωφοῦ καὶ ταυτόγχρονα δαιμονιζομένου, καὶ ὅτι ὁ Χριστός μας περιόδευσε ἐφεξῆς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς Παλαιστίνης, θεραπεύοντας κάθε μεγάλη καὶ μικρὴ ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων καὶ κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιό Του, τὴν καλὴ δηλαδὴ καὶ σωτήρια ἀγγελία, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸν λαό Του γιὰ νὰ τὸν σώσει.

Θὰ ἤθελα νὰ σταθοῦμε σὲ τρία σπουδαῖα θέματα, ποὺ προβάλλει ἡ διήγηση τῆς θεραπείας τῶν δύο τυφλῶν. Καὶ πρῶτα, στὸ θέμα τῆς πίστης, τῆς δοκιμασίας τῆς πίστης μας ἀπὸ τὸν Κύριο. Πόση ὥρα θὰ φώναζαν στὸν δρόμο οἱ τυφλοί, ἱκετεύοντας ἐλεεινὰ τὸν Ἰησοῦ νὰ τοὺς γιατρέψει; Κι Αὐτός, σὰν νὰ μὴν τοὺς ἄκουε, οὔτε ἀπόκριση τοὺς ἔδινε, οὔτε καὶ σημασία φαινόταν νὰ τοὺς ἔδειχνε! Καὶ πάλιν, στὸ σπίτι, τοὺς ξαναδοκιμάζει ἂν πιστεύουν στὴ Θεότητα καὶ δύναμή Του. Καὶ τέλος, τὴν ὥρα τῆς θεραπείας τους, ὡς ἔσχατη δοκιμασία, τοὺς λέγει: Νὰ γίνει κατὰ τὴν πίστη σας.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ ὁλόθερμη πίστη στὸν Θεό, ὄχι ἁπλῶς ἡ παραδοχὴ τῆς ὕπαρξής Του, ἀλλὰ καὶ ἡ πλήρης ἐμπιστοσύνη στὴ θεία Του Πρόνοια γιὰ μᾶς καὶ ἡ παράδοσή μας στὸ ἅγιό Του θέλημα, εἶναι ἡ βάση, τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀδύνατο χωρὶς μιὰ τέτοια πίστη νὰ σωθοῦμε, κι ἀδύνατο χωρὶς πίστη νὰ εἰσακουσθοῦμε προσευχόμενοι. Γι᾽ αὐτό, στὶς θλίψεις, στὶς δοκιμασίες, στὶς ἀρρώστειες, στὰ βάσανά μας, ἂς μὴν ἀποκάμνουμε προσευχόμενοι, πιστεύοντας, ἐλπίζοντας. Κι ἂν βλέπουμε, πὼς φαινομενικὰ δὲν εἰσακουόμαστε, ἐμεῖς, σὰν τοὺς τοὺς δύο τυφλοὺς τῆς περικοπῆς, νὰ συνεχίσουμε νὰ φωνάζουμε, νὰ ἐπικαλούμαστε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μὲ ὑπομονή, μὲ ἐλπίδα, μὲ ταπείνωση. Καὶ ὁ Κύριος, ποὺ συχνὰ ἀναβάλλει τὴν ἐκπλήρωση τῶν αἰτημάτων μας γιὰ τοὺς λόγους, πού, ὡς Πάνσοφος, Αὐτὸς μόνος γνωρίζει, θὰ μᾶς δώσει στὴν κατάλληλη ὥρα κι ὅταν εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας καὶ περισσότερα ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ ζητοῦμε καὶ ποὺ ἀξίζουμε! Ποτὲ νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε!

Δεύτερο τιθέμενο σπουδαῖο θέμα, ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ προηγούμενο, εἶναι αὐτὸ τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ θεῖο δῶρο νὰ ἐπικοινωνοῦμε, ἄμεσα καὶ ζωντανά, μὲ τὸν Πλάστη μας. Γιὰ τοῦτο, εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Κι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ ἀληθινή, εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Κύριο προσευχή, εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη μας πρὸς Αὐτὸν καὶ τὸν πλησίον, ἡ ὑπομονή, ἡ ἐλπίδα, συνυφασμένες μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωση. Νὰ βοοῦμε κι ἐμεῖς, σὰν ἄλλοι τυφλοὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, ἐλέησον ἡμᾶς!» Μαζὶ μὲ τὶς καθιερωμένες προσευχὲς τοῦ ἡμερονυκτίου, νὰ λέμε, ὅσο συχνότερα μποροῦμε, τὴ σύντομη αὐτή, ἀλλὰ ἰσχυρότατη καὶ εὐλογημένη προσευχή, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Καί, σὲ συνδυασμὸ μὲ ὀρθὴ πνευματικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, θὰ μᾶς ἀποδώσει πολλοὺς καὶ πλούσιους καρπούς. Ἕνας μεγάλος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ποὺ ἔζησε τὸν 14ο αἰώνα καὶ ποὺ ἀγαποῦσε ἐξαιρετικὰ τὴν Παναγία μας, προσευχόταν καὶ φώναζε συνεχῶς: «Ὑπεραγία Θεοτόκε, φώτισον τῆς ψυχῆς μου τὸ σκότος! Φώτισε τὸ σκοτάδι τῆς ψυχῆς μου!» Κι ἐμφανίστηκε σ᾽ αὐτὸν ἡ Παναγία μας καὶ τοῦ χορήγησε πλούσια φώτιση καὶ πολλὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τρίτο, τέλος, ἄξιο προσοχῆς θέμα, ποὺ ἀναφαίνεται, εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἀφάνεια τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Πρῶτα, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ἀποφεύγει νὰ κάνει ἀμέσως καὶ δημόσια τὸ θαῦμα. Ἀλλά, κι ἀμέσως μετὰ τὴ θεραπεία, τὸ μόνο ποὺ ζητάει ἀπὸ τοὺς θεραπευμένους εἶναι νὰ μὴν εἰποῦνε σὲ κανένα τίποτα! Καὶ τοῦτο, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἐπὶ γῆς ἔργα Του, τὸ κάνει ὁ Κύριος γιὰ τὴ διδασκαλία μας, «ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α´ Πέτρ. 2, 21). Ὅ,τι δηλαδὴ καλό, θεάρεστο ἐνεργοῦμε, νὰ τὸ κάνουμε ὅσο γίνεται πιὸ κρυφά, πιὸ ταπεινά, μὲ ἀφάνεια. «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6, 3). Ὅλη ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι γεμάτη διδάγματα καὶ παραδείγματα, γιὰ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς ἀρετές, τὰ καλὰ ἔργα, «ἐν κρυπτῷ», γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τῶν ἀνθρώπων.

Ἂς ἱκετεύσουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸν Φιλάνθρωπό μας Κύριο, νὰ μᾶς δίνει τὴν πίστη, τὴν ὑπομονή, τὴν ἐλπίδα τῶν δύο τυφλῶν τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, κι ἂς εὐχόμαστε συνεχῶς κι ἐμεῖς: ‘‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς! Φώτισε τὴ σκοτισμένη ἀπὸ τὰ πάθη καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ μας, κι ἀξίωσέ μας νὰ ἰδοῦμε τὸ ἄχραντο Πρόσωπό Σου στὴ Βασιλεία Σου! ’’ Ἀμήν!

Μνήμη του αγίου μεγαλομάρτυρος και ϊαματικού Παντελεήμονος (27 Ιουλίου)

Screenshot

Ὁμιλία στὴν μνήμη τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος (27/7)

Ο άγιος Παντελεήμων (13ος αι.), φορητή εικόνα, ιερά μονή Αγίας Αικατερίνης, Όρος Σινά

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο άγιος Παντελεήμων (13ος αι.), φορητή εικόνα, ιερά μονή Αγίας Αικατερίνης, Όρος Σινά

Παντελεήμων, ὁ μεγαλομάρτυς Χριστομάρτυς, ὁ τοῦ Παντελεήμονος Θεοῦ ἐπώνυμος, ἡ δόξα τῶν μαρτύρων καὶ τὸ κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ταχὺς τῶν πιστῶν ἀντιλήπτορας καὶ ἰατρός, ἡ βρύση τῶν θαυμάτων καὶ τὸ πέλαγος τῶν ἰαμάτων, τὸ γλυκὺ στοὺς πιστοὺς καὶ πράγμα καὶ ὄνομα, συνεκάλεσε τὴ σημερινὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, καὶ συνάθροισε ἐμᾶς,

τὸν φιλόχριστο καὶ φιλομάρτυρα λαὸ τοῦ Θεοῦ στὸν περικαλλή του τοῦτο ναό, γιὰ νὰ στέψουμε τὴ μαρτυρικὴ κεφαλή του μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Κύριο, ποὺ τὸν ἀντιδόξασε πλουσιοπάροχα καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό.

Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ οὐρανοπολίτη τούτου ἁγίου ὑπῆρξε ἡ κλεινὴ μεγαλούπολη τῆς Νικομήδειας στὴ Βιθυνία τῆς βορειοδυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ὁ μέτοχος αὐτὸς τοῦ ἀϊδίου Φωτὸς κατὰ τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ., μὲ γονεῖς τὸν εἰδωλολάτρη συγκλητικὸ Εὐστόργιο καὶ τὴν ἐνάρετη χριστιανὴ Εὐβούλη, ποὺ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παντολέων.

Ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς τὸ ἔτος 293, μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ συστήματος τῆς Τετραρχίας γιὰ τὴ διοίκηση τῆς ἀχανοῦς τότε ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἐπέλεξε τὴ Νικομήδεια ὡς τὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ εἶχε ἰσοπεδωθεῖ ἀπὸ σεισμὸ τὸ ἔτος 268, ὁ Διοκλητιανὸς τὴν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων μὲ ἐνισχυμένα τείχη, ἐργοστάσιο ὅπλων, λουτρά, ἀμφιθέατρο, παλάτι, βασιλικὴ καὶ νομισματοκοπεῖο. Τόσο δὲ ἀναβαθμίσθηκε, ὥστε κατέστη μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας μαζὶ μὲ τὴ Ρώμη, τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Ἀντιόχεια.

Σ᾽ αὐτὴ λοιπὸν τὴ λαμπρὴ καὶ κατείδωλο μεγαλούπολη ἀνατράφηκε ὁ Παντολέων, λαμβάνοντας ἀξιόλογη μόρφωση. Ἔχοντας δὲ ἀγαθὴ προαίρεση, σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς κοντὰ στὸν περίφημο στὴν ἐποχή του ἰατρὸ Εὐφρόσυνο. Σὲ λίγο διάστημα ἐξέμαθε τόσο καλὰ τὴν ἰατρική, ὥστε, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ γαμβρὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ αὔγουστος τῆς Ἀνατολῆς Μαξιμιανὸς Γαλέριος, σκεφτόταν νὰ τὸν προσλάβει ὡς προσωπικό του ἰατρὸ στὸ παλάτι. Αὐτὰ σχεδίαζε γιὰ τὸν Παντολέοντα ὁ ἐπίγειος βασιλιάς· ἀλλ᾽ ὁ ἐπουράνιος καὶ παντοκράτορας Θεὸς προόριζε τὸν νέο γιὰ πολὺ ὑψηλότερα ἀξιώματα. Γιατί, βλέποντας ὁ Κύριος τὴν ἁγνή του καρδιὰ πὼς ἦταν σκεῦος δεκτικὸ τῆς Χάρης Του, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίζει, νὰ γίνει μαθητής Του. Καί, νὰ πῶς.

Στὶς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 303, οἱ αὐτοκράτορες Διοκλητιανὸς καὶ Γαλέριος ἐξέδωσαν διάταγμα (ἔδικτο) γενικοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία. Χιλιάδες ἦταν τότε οἱ πιστοὶ ποὺ ἀναδείχθηκαν μάρτυρες στὴ Νικομήδεια, μὲ προεξάρχοντα τὸν θαυμαστὸ ἀρχιεπίσκοπό τους ἅγιο Ἄνθιμο (ἡ μνήμη του στὶς 3 Σεπτεμβρίου). Κάποιοι ὅμως πιστοί, μὴ αἰσθανόμενοι ἕτοιμοι γιὰ τὸ μαρτύριο, παρέμεναν κρυμμένοι. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ πρεσβύτερος Ἑρμόλαος, ποὺ λειτουργοῦσε κρυφὰ καὶ στήριζε τοὺς ἐναπομείναντες πιστούς. Βλέποντας ὁ Ἑρμόλαος τὸν νεαρὸ Παντολέοντα πηγαίνοντας γιὰ μάθημα στὸν Εὐφρόσυνο  νὰ διέρχεται καθημερινὰ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ κρυβόταν, διεγνώρισε τὴν καθαρότητα καὶ δεκτικότητα τῆς ψυχῆς του. Πληροφορημένος λοιπὸν ἐσωτερικὰ ὅτι, ἐὰν τοῦ ἀποκάλυπτε τὸν κεκρυμμένο πολύτιμο μαργαρίτη Χριστό, δηλαδὴ τὰ μυστήρια τῆς χριστιανικῆς Πίστης, ὁ νέος θὰ καρποφοροῦσε πολυπλάσια τὸν εὐαγγελικὸ σπόρο, τὸ τόλμησε. Τὸν κάλεσε λοιπὸν στὸ σπίτι του καὶ τοῦ δίδαξε τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε νὰ θεραπεύσει τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα θεραπείας τῶν ἀσθενειῶν μας χωρὶς βότανα καὶ ἀνθρώπινες τέχνες, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. Τὰ θεοφόρα λόγια τοῦ ἁγίου πρεσβυτέρου γέμισαν χαρὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγνοῦ νέου, ποὺ συνέχισε νὰ μεταβαίνει κρυφὰ στὸ σπίτι τοῦ Ἑρμολάου καὶ νὰ κατηχεῖται περαιτέρω στὴ χριστιανικὴ Πίστη.

Ἐπιστρέφοντας κάποια μέρα ἀπὸ τὸν Εὐφρόσυνο, βρῆκε στὸν δρόμο ἕνα παιδὶ νεκρὸ ἀπὸ δάγκωμα ἔχιδνας, ποὺ βρισκόταν δίπλα ἀπὸ τὸ θύμα της. Ὁ Παντολέων ἔκρινε πὼς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ δοκιμάσει τὴν ἀλήθεια τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Ἑρμολάου, τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Ἰησοῦ στοὺς μαθητές Του, ὅτι στὸ ὄνομά Του θὰ ἐπιτελοῦν θαυμαστὰ σημεῖα: Θὰ ἐγείρουν νεκρούς, θὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια, θανατώνουν ὄφεις, θὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια. Ἐπικαλέσθηκε λοιπὸν τὸ παντοδύναμο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί, τὸ μὲν παιδὶ ἀμέσως ἀναστήθηκε σὰν ἀπὸ ὕπνο, τὸ δὲ ἰοβόλο ἑρπετὸ ἀμέσως θανατώθηκε! Δὲν ζήτησε πλέον ἄλλη ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς Πίστης ὁ Παντολέων, ἀλλ᾽ ἔτρεξε χαρούμενος στὸν διδάσκαλό του καὶ ζήτησε νὰ λάβει παρευθὺς τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ὅπως καὶ ἔγινε. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ ποὺ τέλεσε, ὁδήγησε στὴν Πίστη καὶ τὸν πατέρα του Εὐστόργιο, ποὺ βαπτίσθηκε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Ἑρμόλαο καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ λίγο ἀργότερα.

Μοίρασε τότε ὁ ἅγιος στοὺς πτωχοὺς τὴν περιουσία του καὶ ἐπιδόθηκε μὲ περισσότερο ζῆλο στὴν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, ζητώντας τους ὡς ἀμοιβὴ τὸ νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό, ἀπαρνούμενοι τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Φθονώντας ὅμως οἱ ἄλλοι ἰατροὶ τῆς Νικομήδειας τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορα πρὸς τὸν Παντολέοντα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι θεράπευε εὔκολα καὶ χωρὶς φάρμακα κάθε μεγάλη καὶ μικρὴ ἀσθένεια, καὶ βρίσκοντας ἀφορμὴ τὴ νοσηλεία ποὺ πρόσφερε σὲ κάποιο ποὺ εἶχε βασανισθεῖ ἀπὸ τὸν Μαξιμιανό, τὸν κατέδωσαν σ᾽ αὐτὸν ὡς χριστιανό. Ἀνακρίνοντας δὲ ὁ αὐτοκράτορας καὶ τὸν πρώην τυφλό, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος εἶχε θεραπεύσει, καὶ μαθαίνοντας πὼς εἶχε ἐνεργήσει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ σημεῖο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ παντοδύναμου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, πρόσταξε ὀργισμένος νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν πρώην τυφλὸ -καὶ νῦν μάρτυρα φωτοφόρο τῆς Ἀληθείας- καὶ ἔστειλε ἀνθρώπους του καὶ συνέλαβαν τὸν Παντολέοντα καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιόν του. 

Στὴν ἀπολογία του μπροστὰ στὸν ἀμείλικτο διώκτη τῶν χριστιανῶν καθόλου δὲν δειλίασε ὁ ἅγιος, ἀλλὰ ἤλεγξε καὶ κατήσχυνε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἀκόμη, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀλήθεια τῶν ὅσων πρέσβευε γιὰ τὴν παντοδύναμη καὶ ἰαματικὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, πρότεινε στὸν τύραννο καὶ ἔφεραν ἕνα παραλυτικό, γιὰ νὰ προσπαθήσουν χωριστὰ καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν ψευδοθεῶν καὶ ἐκεῖνος νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ὅταν ἀπέτυχαν οἱ πρῶτοι νὰ τὸ κάνουν αὐτό, προσευχήθηκε μὲ τὴν σειρά του ὁ ἅγιος καί, ἐπικαλούμενος τὸν Χριστό, σήκωσε ἀπὸ τὸ κρεβάτι τὸν παράλυτο ἄνδρα. Μὲ τὸ θαυμαστὸ τοῦτο σημεῖο πίστευσαν πολλοὶ εἰδωλολάτρες στὸν Κύριο, ἐνῶ ὁ θαυματουργὸς ἰατρὸς παραδόθηκε στὴ συνέχεια σὲ ποικίλα βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν Πίστη του. Οὔτε ὅμως τὰ σιδερένια νύχια, μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἔγδαραν ἀπάνθρωπα, οὔτε οἱ δαυλοὶ ποὺ τὸν ἔκαψαν, οὔτε ὁ καυτὸς μόλυβδος, ὅπου τὸν ἔριξαν δὲν ἔκαμψαν τὸ γενναῖο του φρόνημα· ἀντίθετα χάλκευσαν τὴν Πίστη του. Καὶ ὁ ἀγωνοθέτης Χριστὸς τοῦ ἐμφανίσθηκε, τὸν ἰάτρευσε ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ τὸν συνόδευε ἐφεξῆς, λυτρώνοντας τον ἀπὸ τὰ πανώδυνα ἑπόμενα βασανιστήρια. Ἔτσι, τὸν ὁδήγησε θαυμαστὰ στὴν ξηρά, ὅταν προσδένοντάς τον σὲ μεγάλη πέτρα τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα· τιθάσσευσε τὰ ἄγρια θηρία, στὰ ὁποῖα τὸν ἔριξαν νὰ τὸν κατασπαράξουν· τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸν τροχὸ μὲ τὰ κοφτερὰ μαχαίρια, ὅπου τὸν προσέδησαν γιὰ νὰ κατακοπεῖ. Κι ὅταν ὁ Μαξιμιανὸς τὸν ρώτησε ἀπὸ ποιόν εἶχε διδαχθεῖ τὴν Πίστη του καὶ ἔλαβε τέτοια θαυμαστὴ δύναμη, ὁ ἅγιος ἔκρινε πὼς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ ἀναδείξει τὸν κεκρυμμένο θησαυρό, τὸν ἅγιο διδάσκαλό του, γιὰ νὰ τελειωθοῦν μαζὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου.

Πράγματι, μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ Ἑρμολάου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ Ἑρμίππου καὶ Ἑρμοκράτους, ἔλαβε καὶ ὁ Παντολέων τὴν ἀπόφαση τῆς διὰ ξίφους θανάτωσης. Μόλις τελείωσε τὴν τελευταία του προσευχὴ ὁ ἅγιος πρὶν τὸν ἀποκεφαλισμό του, φωνὴ θεϊκὴ ἀκούσθηκε ἐξ οὐρανῶν, ποὺ τοῦ εὐαγγελιζόταν τὴν οὐράνια βασιλεία καὶ ὑποσχόταν τὴν ἄνωθεν βοήθεια σὲ ὅσους θὰ τὸν τιμοῦν καὶ θὰ τὸν ἐπικαλοῦνται. Κι ἀκόμη, ὅτι τὸ ὄνομά του δὲν θὰ εἶναι πλέον Παντολέων, ἀλλὰ Παντελεήμων! Ἔκλινε τότε τὸν αὐχένα καὶ ἀπὸ τὴν τόμη τοῦ λαιμοῦ του ἔρρευσε γάλα ἀντὶ αἵματος, τὸ σῶμα του ἔγινε λευκὸ σὰν χιόνι, ἐνῶ ἡ ξερὴ ἐλιὰ στὴν ὁποία τὸν εἶχαν προσδέσει ἔβγαλε ἀμέσως φύλλα καὶ πλούσιο καρπό!

Οἱ στρατιῶτες ποὺ εἶχαν διαταχθεῖ νὰ καύσουν τὸ μαρτυρικὸ λείψανο τὸ παρέδωσαν στοὺς πιστούς, ποὺ εἶχαν συναθροισθεῖ στὴν τελείωση τοῦ μάρτυρος καὶ τὸ ἐνεταφίασαν στὸ κτῆμα τοῦ Σχολαστικοῦ Ἀδαμαντίνου. Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, ποὺ μὲ τὸν χρόνο διανεμήθηκαν σὲ πολλὰ μέρη, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερές του εἰκόνες, ἀκόμη καὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ σεπτοῦ ὀνόματός του, δὲν ἔπαυσαν καὶ δὲν θὰ παύσουν ἕως τῆς συντελείας νὰ χορηγοῦν τὴ ρώση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος σὲ ὅσους προστρέχουν μὲ πίστη καὶ πόθο στὴν ἰαματική του χάρη, εἰς δόξαν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Ἑνὸς ἐν Τριάδι Θεοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!

Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Aνθούσης της Oμολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Mονή του Mαντινέου (27 Ιουλίου)

Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Aνθούσης της Oμολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Mονή του Mαντινέου

Xριστόν μεν αινεί Aνθούσα παρά πλάνοις,
Xριστός δε αύθις Aνθούσαν παρ’ Aγγέλοις.

Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ [741], θυγάτηρ γονέων ευσεβών, Στρατηγίου και Φευρωνίας ονομαζομένων. Aύτη λοιπόν η μακαρία, επειδή ηγάπησε την παρθενίαν και καθαρότητα από αυτάς σχεδόν τας μητρικάς αγκάλας, εζούσε μέσα εις τα όρη και εις τα σπήλαια και εις τας τρύπας της γης, κατά τον Aπόστολον, αποστρεφομένη μεν και μισούσα, όλα τα βιωτικά πράγματα, μόνον δε την ησυχίαν αγαπώσα και εναγκαλιζομένη. Kατ’ εκείνας δε τας ημέρας έτυχε να υπάγη εις τον τόπον του Mαντινέου ένας Iερομόναχος * Σισίνιος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον θαυματουργός και Άγιος άνθρωπος, και εμεταχειρίζετο κάθε είδος αρετής. Όθεν η αοίδιμος Aνθούσα βλέπουσα αυτόν, επαρακινήθη να τον μιμηθή εις τας αρετάς. Kαι πρώτον μεν, έλαβεν από αυτόν τύπον και κανόνα, πώς να πολιτεύεται εις την μοναδικήν ζωήν. Δεύτερον δε, διά να γυμνασθή εις την υπακοήν, επροστάχθη παρ’ αυτού να έμβη μέσα εις ένα φούρνον αναμμένον. H δε Aγία υπακούσασα, εμβήκεν εις αυτόν, και πάλιν ευγήκε, χωρίς να βλαβή ολότελα. Kαι άλλας δε υψηλοτέρας αρετάς έμαθεν από αυτόν η Oσία, αι οποίαι κάμνουσι τον άνθρωπον να πλησιάση εις τον Θεόν. Προείπε δε εις αυτήν ο Mοναχός εκείνος, ότι μέλλει να συστήση Mοναστήριον, και ότι έχει να λάβη την ηγουμενίαν εννεακοσίων Kαλογραίων, ο και πραγματικώς ηκολούθησεν ύστερον. Mετά ταύτα εκουρεύθη τας τρίχας από τον θαυματουργόν εκείνον Σισίνιον, και επροστάχθη παρ’ αυτού να κατοικήση εις το μικρόν νησάκι της λίμνης, της πλησιαζούσης κοντά εις το χωρίον το καλούμενον Περκελέ. Kαταγινομένη λοιπόν η μακαρία εις την εγκράτειαν, και εις την λοιπήν σκληραγωγίαν του σώματος, έγινε της Aγίας Tριάδος κατοικητήριον. Φορέσασα γαρ σίδηρα, και ενδυθείσα με φορέματα τρίχινα, ήγουν υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, έξω σαρκός και κόσμου ενομίζετο κοντά εις τους φρονίμους. Πηγαίνουσα δε μίαν φοράν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον, παρεκάλει αυτόν να της δώση άδειαν να κτίση Nαόν εις το όνομα της Aγίας Άννης της μητρός της Θεοτόκου. O δε Σισίνιος νουθετήσας αυτήν πολλά και διδάξας, επροείπεν εις αυτήν σαφέστατα εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν, και έτζι αφήκεν αυτήν να υπάγη, φανερώσας και τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλεν αυτός να αποθάνη.

Έκτισε λοιπόν η Oσία τον ποθούμενον Nαόν της Aγίας Άννης, και εσυνάχθησαν εκεί έως τριάκοντα Kαλογραίαι. Kαι εις καιρόν οπού επλησίαζον να έλθουν εις έργον εκείνα, οπού επροείπεν ο Όσιος Σισίνιος εις την Aγίαν, ευγήκεν από την παρούσαν ζωήν ο μακάριος, και απήλθε προς Kύριον. Bλέπουσα δε μετά ταύτα η Aγία Aνθούσα, πως αι αδελφαί οπού εσυνάχθησαν, έδειχνον εις αυτήν υπακοήν και ευπείθειαν, τούτου χάριν έκτισεν ακόμη εκ θεμελίων δύω ιερούς Nαούς, τον ένα μεν, εις όνομα της Θεοτόκου, τον άλλον δε, εις όνομα των Aγίων Aποστόλων. Kαι τον μεν Nαόν της Θεοτόκου, αφιέρωσεν εις τας Kαλογραίας, τον δε Nαόν των Aγίων Aποστόλων, αφιέρωσεν εις τους Mοναχούς. Όθεν πολλοί κοσμικοί θέλοντες να μετανοήσουν διά τας αμαρτίας των, άφιναν τον κόσμον και επήγαιναν, πρότερον μεν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον εν όσω έζη, ύστερον δε και εις την Aγίαν Aνθούσαν ταύτην, οδηγούμενοι από αυτήν και προς τας αρετάς παιδαγωγούμενοι. Eπειδή δε η Aγία ήτον γεμάτη από τα ορθά δόγματα της πίστεως, διά τούτο απεστρέφετο κάθε νεωτέραν αίρεσιν. Όθεν εκ τούτου έγινε περιβόητος, και η φήμη ταύτης διέδραμεν έως και εις αυτούς τους βασιλείς. Ήτον δε τότε βασιλεύς Kωνσταντίνος ο Kοπρώνυμος, ο και Kαβαλίνος επονομαζόμενος, ως ανωτέρω είπομεν, ο μισόχριστος εκείνος και εικονομάχος, ο οποίος εσπούδαζε να γυρίση την Aγίαν ταύτην εις την πλάνην του. Όθεν αποστείλας ένα ομόφρονά του εικονομάχον, πήγαινε, του είπεν, εις το Mοναστήριον του Mαντινέου, και ευρών την Aνθούσαν, κατάπεισον αυτήν να κλίνη εις την εδικήν μας δόξαν, ήτοι εις το να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων. Kαι ει μεν πεισθή, καλώς αν έχοι, ειδέ μη, τιμώρησον αυτήν, έως ου να την πείσης και στανικώς να υποταχθή εις τα εδικά μας προστάγματα. O δε απεσταλμένος πέρνωντας μαζί του και άλλους ανθρώπους, και συνάξας πολλάς αγίας εικόνας, έφερεν εις εξέτασιν την Oσίαν, ομού και τον ανεψιόν της, ο οποίος ήτον Hγούμενος εις ένα ανδρίκειον Mοναστήριον. Παρευθύς λοιπόν, τον μεν ανεψιόν της Aγίας Hγούμενον, έδειρεν εις πολλήν ώραν και εξέσχισε το σώμα του, εις τον οποίον έδιδεν η Aγία θάρρος και δύναμιν διά να μένη εις την ομολογίαν και προσκύνησιν των αγίων εικόνων, και να υποφέρη ανδρείως τα βάσανα. Eις καιρόν δε οπού εκινδύνευε να αποθάνη από τα βάσανα, αφέθη και δεν εβασανίσθη πλέον.

Tην δε Aγίαν Aνθούσαν ετέντωσαν από τέσσαρα μέρη, και έδειραν απανθρώπως με βούνευρα. Έπειτα ανάψας ο αλιτήριος τας αγίας εκείνας εικόνας, οπού εσύναξεν, έτζι αναμμένας τας έβαλεν επάνω εις την κεφαλήν της Aγίας, εις δε τους πόδας της έβαλεν αναμμένα κάρβουνα. Eπειδή δε η Oσία έμεινεν αβλαβής, με την χάριν του Xριστού, διά τούτο εξώρισεν αυτήν. Mετά ταύτα επήγεν ο βασιλεύς Kοπρώνυμος εις την επαρχίαν εκείνην του Mαντινέου, και παραστήσας έμπροσθέν του την Aγίαν, εμελέτα να της κάμη πολλά βασανιστήρια. Aλλ’ η Aγία εμπόδισεν αυτόν από τους σκοπούς του, διατί τον επάταξε με αορασίαν, και δεν έβλεπεν. Eπειδή δε η βασίλισσα εκινδύνευσεν επάνω εις την γένναν, και έμελλε να αποθάνη, διά τούτο ερώτησε την Aγίαν ο βασιλεύς περί αυτής. H δε Aγία προείπεν, ότι δεν θέλει αποθάνη, αλλ’ έχει να γεννήση δύω παιδία αρσενικόν και θηλυκόν, και ου μόνον τούτο, αλλά προείπε, και ποίαν ζωήν μέλλει να περάση κάθε παιδίον. Tαύτα δε ακούσασα η βασίλισσα, ευλαβήθη. Όθεν αφιέρωσεν εις το Mοναστήριον της Aγίας πολλά υποστατικά και αφιερώματα. Tότε και ο βασιλεύς ευλαβηθείς, αφήκεν αυτήν, και πλέον δεν την επαίδευσεν. Έτζι ηξεύρει η αρετή και τα θηρία να ημερόνη, και τους πολεμίους να κάμνη φίλους. Όθεν η Aγία εμεγαλύνθη, και ευφημίζετο από τα στόματα πάντων. Διά τούτο και πολλοί έτρεχον εις αυτήν, άλλοι μεν, διά να λάβουν την ευχήν της και ευλογίαν, άλλοι δε, διά να γένουν Mοναχοί, και άλλοι, διά να ιατρευθούν από τας ασθενείας οπού είχον. Aνάμεσα δε εις αυτούς επήγε και ένας στρατιώτης προς την Aγίαν ομού με την γυναίκα του. Kαι εζήτει από αυτήν παιδίον, οπού δεν είχεν, υποσχόμενος, ότι εάν γεννήση παιδίον, να προσφέρη αυτό εις τον Θεόν. Aκούσας δε να του ειπή η Aγία τα διανοήματα της καρδίας του, και λαβών πληροφορίαν παρ’ αυτής, ότι μέλλει να γεννήση παιδίον, χαίρωντας εγύρισεν εις τον οίκον του.

Πολλά δε και άλλα θαύματα εποίησεν η Oσία αύτη Aνθούσα, ώστε οπού (διά να μεταχειρισθούμεν το σχήμα της υπερβολής) αν ημπορή τινας να μετρήση την άμμον της θαλάσσης, και τας σταλαγματίας της βροχής, και το βάθος της θαλάσσης, και το ύψος του ουρανού, και το πλάτος και μήκος της γης, αυτός ημπορεί να γράψη και τα θαυμαστά έργα οπού εποίησεν αύτη. Eπειδή όμως και αυτή ήτον άνθρωπος, και έπρεπε να γευθή θάνατον, διά τούτο ύπνωσεν η μακαρία τον δικαίοις πρέποντα ύπνον, κατ’ αυτήν την σημερινήν ημέραν της μνήμης του Mεγαλομάρτυρος Aγίου Παντελεήμονος. Tούτο γαρ ηύχετο η αοίδιμος να τελειώση εις την ημέραν ταύτην. Tελειωθείσα δε, ενταφιάσθη μέσα εις το κελλίον, εις το οποίον επέρασε την ζωήν της. Eτέλει δε και μετά θάνατον θαύματα πάμπολλα, εις δόξαν Xριστού του Θεού ημών, και εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτής πολιτείας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ πολυποίκιλη ἐλεημοσύνη… (27.07.2021, ἑορτῆ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς  ἑορτῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος τοῦ ἱαματικοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα  ναὸ τῆς κοινότητας Κακοπετριᾶς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.7.2021).

Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Η εμφάνισις του Αγίου Παντελεήμονος στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη και τον Άγιο Νικόλαο Πλανά

Άγιος Παντελεήμων

Άγιος Παντελεήμων

Η θαυμαστή εμφάνιση του αγίου Λουκιλλιανού και του Αγίου Παντελεήμονος στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη (2 Ιουνίου 1979)

Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων! Και όταν ακόμη εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν!

Όταν έφυγα από τον «Τίμιο Σταυρό» και πήγα στην «Παναγούδα», το Καλύβι ήταν εγκαταλελειμμένο. Ίσα που βόλεψα κάπως ένα κελλί, για να μείνω. Είχα πάρει μαζί μου ό,τι πράγματα είχα. Τα Μηναία τα είχα ακόμη στα κουτιά. Ήρθε η ώρα να κάνω Εσπερινό. Αλλά που να βρώ τα Μηναία!… Πήρα το ημερολόγιο να δώ ποιός Άγιος γιορτάζει. Είχα χάσει όμως και τα γυαλιά, και δεν έβλεπα τα μικρά γράμματα από το ημερολόγιο, για να δώ τον εορταζόμενο Άγιο, να κάνω κομποσχοίνι για τον Εσπερινό. Τρία τέταρτα έψαχνα· τίποτε. «Θα περάση η ώρα ψάχνοντας, είπα. Ας πώ: “Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών”».

Αφού έκανα κομποσχοίνι στον Χριστό και στην Παναγία, ύστερα άρχισα να λέω: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών, Άγιοι της ημέρας…». Την νύχτα πάλι, για να μη χασομερώ με το ψάξιμο των γυαλιών, έλεγα το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών». Τότε βλέπω μπροστά μου έναν Αξιωματικό Λαμπροφόρο, με πολλή αγάπη και πατρική στοργή, να με πλησιάζη με καλωσύνη και να μου σκορπάη μια ανέκφραστη αγαλλίαση. Επειδή τον είδα τόσο πολύ καλό, έλαβα το θάρρος και τον ρώτησα: «Που υπηρετούσατε και πώς λέγεσθε;». Εκείνος μου είπε: «Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός». Εγώ όμως δεν άκουσα καλά και τον ρώτησα: «Ο Άγιος Λογγίνος;». «Όχι, μου απήντησε, ο Άγιος Λουκιλλιανός». Επειδή το όνομά του μου φάνηκε παράξενο, τον ξαναρωτάω: «Ο Άγιος Λουκιανός;». «Όχι, μου απάντησε πάλι εκείνος· ο Άγιος Λου-κιλ-λι-α-νός». Τότε του είπα: «Έχω και εγώ τραύματα από τον πόλεμο». Δίπλα στον Άγιο στεκόταν και ένας νεαρός Γιατρός, με άσπρη ποδιά – ήταν ο Άγιος Παντελεήμων –, στον οποίο είπε να με εξετάση. Αφού με εξέτασε, άκουσα που έλεγε την διάγνωση στον Άγιο Λουκιλλιανό: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθή· μόνο για το δίπλωμα θα τα λάβουμε υπ’ όψιν μας». Στην συνέχεια ένιωθα μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση. Έψαξα καλά, βρήκα τα γυαλιά και κοίταξα στο ημερολόγιο· ήταν η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανού. Το απόγευμα πήγα σε κάποιους γνωστούς μου Πατέρες και διάβασα και το Συναξάρι του Αγίου.
Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά που μου έδωσε.

Αυτή είναι και η δουλειά των Αγίων· να βοηθούν και να προστατεύουν εμάς τους ταλαίπωρους ανθρώπους από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Δική μας δουλειά είναι, όσο μπορούμε, να ζούμε πνευματικά, να μη στενοχωρούμε τον Χριστό, να ανάβουμε το καντηλάκι στους Αγίους και να τους παρακαλούμε να μας βοηθούν. Σε αυτήν την ζωή έχουμε ανάγκη βοηθείας, για να μπορέσουμε να πάμε κοντά στον Χριστό.

Το θαύμα είναι μυστήριο· μόνο ζήται και δεν εξηγείται· το μυαλό δεν μπορεί να το ερμηνεύση.

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου- Τόµος Ϛ΄: Περι Προσευχής ΄ Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σελ. 57.

***

– Γέροντα, εγώ είμαι άρρωστος. Κάνε προσευχή να γίνω καλά.
– Δε σε συμφέρει να κάνω προσευχή γι’ αυτό το θέμα. Αν κάνεις υπομονή με πίστη στο Θεό, τότε θα πάρεις σύνταξη από το “υγειονομικό” που είναι μεγαλύτερη από του ΟΓΑ!
Κάποτε, ένας άρρωστος παρακαλούσε τον Άγιο Παντελεήμονα να τον κάνει καλά. Ο Άγιος, όμως, δεν τον έκανε. Εκείνος επέμενε και παρακαλούσε συνέχεια. Στο τέλος, τον θεράπευσε.
Όταν αυτός πέθανε και πήγε στην άλλη ζωή, είδε ότι έχασε πολλά στεφάνια ένεκα της θεραπείας του. Τότε λέει στον Άγιο Παντελεήμονα:
“Γιατί με έκανες καλά; Εσύ γνώριζες ότι θα χάσω τα στεφάνια, γι’ αυτό δεν έπρεπε να με θεραπεύσεις”.
Έτσι, βρήκε και το μπελά του ο Άγιος Παντελεήμων!

(Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, Τόμος Β’, σελ. 113)

***

Εμφάνισις του Αγίου Παντελεήμονος εις τον Άγιο Νικόλα Πλανά

Άγιος Νικόλαος Πλανάς

Κατ’ αρχήν ο Άγιος Νικόλας Πλανάς έγινε εφημέριος εις τον Άγιον Παντελεήμονα, εις τον Νέον Κόσμον. Η ενορία του απηρτίζετο από… 13 οικογένειας. Εις το διάστημα της εφημερίας του, τον επεσκέφθη ένας ιερεύς άνευ ενορίας, τον παρεκάλεσε να συλλειτουργήσουν, και αυτός ως καλός και αγαθός τον εδέχθη ολοψύχως. Αυτός όμως ο ιερεύς τα συνεφώνησε με τούς τότε επιτρόπους της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονος, τον έδιωξαν και τον έστειλαν εις την εκκλησίαν τού Αγίου Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης (τον «Κυνηγόν», ως τον έλεγαν τότε). Η ενορία της εκκλησίας αυτής απηρτίζετο από… οχτώ οικογενείας! Και η πληρωμή τού ιερέως ήτανε ένα κομμάτι κρέας από το μανάρι των Απόκρεω ή των Χριστουγέννων. Αυτό δεν τον πείραζε, είχε κεφάλαιον την νηστείαν. Αρκεί να είχε εκκλησία να λειτουργή.

Αυτός ο διωγμός από την εκκλησία τού Αγίου Παντελεήμονος τού έφερε μεγάλο ψυχικό πόνο. Μια βραδιά, φεύγοντας από τον Άγιο Ιωάννη για να πάη στο σπίτι του, έκλαιγε στο δρόμο. Έρημος ο τόπος τότε.

Βλέπει άξαφνα στο δρόμο ένα νεαρό παλληκάρι και τού λέγει: Τι κλαις, πάτερ μου;

– Κλαίω, παιδί μου, γιατί με διώξανε από τον Άγιο Παντελεήμονα.

– Μη λυπείσαι, πάτερ μου, και εγώ είμαι πάντοτε μαζί σου.

Τού λέγει: Ποιος είσαι συ, παιδί μου;

– Εγώ, τού λέγει, είμαι ο Παντελεήμων, πού μένω στον Νέο Κόσμο- και τον έχασε αμέσως από εμπρός του. Αυτήν την οπτασίαν την διηγείτο ο ίδιος επί λέξει εις μίαν κόρη της συνοδείας του.

ΜΑΡΘΑ μοναχή, περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ ΤΕΥΧΟΣ 16 (από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979)

Πηγή: iconandlight.wordpress.com