
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
(Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, ναὸς Ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου,
τῇ 12ῃ Δεκεμβρίου 2025)
Πανιερώτατε πάτερ καὶ Δέσποτα, σεβαστοί μου ἐν Κυρίῳ πατέρες καὶ ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ·
Μὲ τὴ συμπλήρωση ἐφέτος χιλίων ἑπτακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τὴ σύγκληση τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, καὶ ἀκολουθώντας σχετικὴ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, συναθροισθήκαμε ἀπόψε στὸν περίλαμπρο ναὸ τοῦ ἁγίου νέου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου στὴ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, γιὰ νὰ τελέσουμε τὴν παροῦσα ὁλονύκτιο πανηγυρικὴ Ἀκολουθία καὶ Θεία Λειτουργία, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Κυπρίου στὴν καταγωγὴ Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ, ὁ ὁποῖος συμμετέσχε στὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλὰ καὶ πρὸς τιμὴ ὅλων τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Ἀρχικὰ ὅμως θὰ ἀφηγηθοῦμε συνοπτικὰ ὅσα ἀφοροῦν στὸν εὐκλεὴ βίο τοῦ παμμάκαρος πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, ἔπειτα δὲ θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ γεγονότα τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου, πρὸς δόξαν Θεοῦ.

Σπυρίδων, ὁ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν, τὸ γέννημα καὶ καύχημα τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων Κύπρου, τοῦ ὁποίου τὸ ἄφθαρτο λείψανο θησαυρίζεται ἀπὸ τὸν 15ο αἰ. στὴ νῆσο τῆς Κέρκυρας, ὁ πάμφωτος ἀστέρας τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας καὶ χείμαρρος τῶν θαυμάτων τῆς ἐπὶ γῆς στρατευομένης, ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα ἕνα ἀπὸ τοὺς λαοφιλέστερους ἁγίους, χάρη στὴν ὑψηλὴ ἀρετή, τὸ εὐσυμπάθητο καὶ τὴν ταχεία ἀνταπόκρισή του στὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ τὰ ἀναρίθμητα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες θαύματά του.
Ο ἅγιος εὐμοίρησε νὰ ἔχει ἀρκετὲς ἀναφορὲς στὸ πρόσωπο καὶ τὴ βιοτή του ἀπὸ πρώιμους ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ ἱστορικούς, καθὼς καὶ ἀξιόπιστες βιογραφίες ἀπὸ δόκιμους συγγραφεῖς, ποὺ μᾶς διέσωσαν ἔτσι τὰ πλεῖστα τῆς ἰσάγγελης ἐπὶ γῆς πολιτείας του. Μὲ πρῶτο τὸν Μέγα Ἀθανάσιο (348), ἀναφέρονται ἐφεξῆς περιστασιακὰ στὸν θαυματουργὸ ποιμένα τῆς Τριμιθοῦντος καὶ οἱ ἱστορικοὶ Ρουφῖνος (402-403), Σωκράτης (περ. 440), Σωζομενὸς (περ. 444), Γελάσιος Κυζίκου (περ. 475), κ.ἄ. Μία πρώτη βιογραφία τοῦ ἁγίου σὲ ἰαμβικοὺς στίχους, ποὺ σήμερα ἔχει ἀπωλεσθεῖ, γράφηκε σὲ πρώιμη ἐποχὴ (πρὶν τὸν 7ο αἰ.) καὶ ἀποδίδεται στὸν μαθητή του, ἅγιο Τριφύλλιο, ἐπίσκοπο Λήδρων (σήμ. Λευκωσίας) τῆς Κύπρου. Τὸ ἔργο αὐτό, μαζὶ μὲ τὶς γνωστὲς γραπτὲς πηγὲς καὶ προφορικὲς παραδόσεις, ποὺ συνέλεξε περιστασιακά, ἐνσωμάτωσε στὸν ἀρχαιότερο ἴσως, ἀλλὰ σίγουρα σημαντικώτερο σωζόμενο Βίον τοῦ μεγάλου πατρὸς ὁ ἐπίσκοπος Πάφου Θεόδωρος (7ος αἰ.), ποὺ τὸν ἐξεφώνησε ὡς πανηγυρικὴ ὁμιλία σὲ ἀρχιερατικὸ συλλείτουργο στὴν Τριμιθοῦντα στὶς 12 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 655. Σώζεται ἐπίσης ἀκόμη ἕνας προμεταφραστικὸς ἀνώνυμος Βίος τοῦ ἁγίου, προφανῶς τῆς ἰδίας περιόδου, ποὺ πιθανολογεῖται ὡς ἔργο τοῦ ἁγίου Λεοντίου, ἐπισκόπου Νεαπόλεως τῆς Κύπρου. Οἱ μεταγενέστεροι ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι μεταφραστικοὶ Βίοι, ὅπως αὐτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Μεταφραστή, ἐξαρτῶνται ἄμεσα καὶ ἀρύονται ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ἔργο τοῦ Πάφου Θεοδώρου.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ πλούσιο τοῦτο πηγαῖο ὑλικὸ καὶ τὴν ἄφθονη σχετικὴ βιβλιογραφία, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἄσκεια (σήμ. Ἄσσια) τῆς περιοχῆς Μεσαορίας τῆς Κύπρου, ὅπου γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 270. Ἁπλούστατος στοὺς τρόπους καὶ ὀλιγογράμματος στὴ μόρφωση, μετερχόταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ βοσκοῦ, ἐξασκώντας ταυτόχρονα τὶς ἀρετὲς τῆς πραότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς πολύπλευρης ἐκδήλωσης τῆς ἀγάπης στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Φιλόξενος καὶ ἐλεήμων σὰν τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὑποδεχόταν μὲ μεγάλη χαρὰ στὸν ταπεινό του οἶκο κάθε ξένο καὶ τοῦ παρεῖχε πλούσια περιποίηση. Ὅταν ἔφθασε σὲ κατάλληλη ἡλικία, ἔλαβε νόμιμη σύζυγο, μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε μὲ ἐγκράτεια καὶ εὐλάβεια, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε μία θυγατέρα, τὴν Εἰρήνη, ποὺ καὶ αὐτὴ τιμᾶται ὡς ἁγία. Τῆς ἁγίας αὐτῆς Εἰρήνης σώζεται τοιχογραφία (ἔτους 1332/1333) στὸν νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Παναγίας τῆς Ἀσίνου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου.
Γιὰ τὴν ἐνάρετή του πολιτεία καὶ τὴ φήμη τῆς ἁγίας του βιοτῆς, μετὰ τὴν ἀποβίωση τῆς συζύγου του, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος τῆς πλησιόχωρης στὴν Ἄσκεια μικρῆς πόλης Τριμιθοῦντος ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (312-337) καὶ πρὶν τὸ 325, καὶ ἔγινε ἔτσι καὶ ποιμένας λογικῶν προβάτων. Παρόλη ὅμως τὴν τιμὴ καὶ τὸ ἀξίωμα, ὁ ταπεινόνους Σπυρίδων συνέχισε τὴν ἐνασχόλησή του μὲ τὸ κοπάδι του καὶ τὶς γεωργικὲς ἐργασίες. Πάμπολλες ὑπῆρξαν οἱ θαυματουργίες, τὶς ὁποῖες ὁ θεοφόρος καὶ τερατουργὸς Σπυρίδων τέλεσε ἐνόσω ἀκόμη ζοῦσε, τὶς ὁποῖες διηγοῦνται λεπτομερῶς οἱ ἀνωτέρω πρώιμοι Βίοι του.

Ὁ ἅγιος, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, συμμετέσχε στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας κατὰ τὸ 325 μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ ἀναφορὰ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ζηλωτὴς τῆς Ὀρθόδοξης πίστης Σπυρίδων προσυπέγραψε, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι τότε ἐπίσκοποι τῆς Κύπρου, τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς (σημερινῆς Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) περὶ τὰ ἔτη 346/347. Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ Σύνοδος, καταδίκασε καὶ πάλιν τὸν Ἀρειανισμό, ἀποκατάστησε τὸν Μεγάλο Ἀθανάσιο στὸν θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ καθιέρωσε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου τῶν ἐπισκόπων στὸν Πάπα Ρώμης, δικαίωμα ποὺ ἀργότερα μεταφέρθηκε στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ἀφοῦ λοιπὸν τέλεσε καὶ ἄλλα θαυμάσια, κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὴ 12η Δεκεμβρίου τοῦ 348, σὲ ἡλικία περίπου 78 ἐτῶν, καὶ τάφηκε στὴν Τριμιθοῦντα. Ἐκεῖ σώζεται ναὸς καὶ μονὴ στὸ ὄνομά του, ποὺ κτίσθηκαν ἐπάνω στὴν ἀρχικὴ στὸν χῶρο βασιλική, ἡ ὁποία ἀνασκάφηκε μερικῶς καὶ χρονολογεῖται στὸν 4ο αἰ. Ἐκεῖ εὑρίσκεται ὅπου μαρμάρινη λάρνακα, ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἔκειτο τὸ πολυδόξαστο καὶ ἄφθαρτο σκήνωμά του μέχρι καὶ τὸν 7ο αἰ., τὸ ὁποῖο συνέχισε χειμαρρωδῶς τὶς θαυματουργίες καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου. Ἕνεκα τῶν ἀραβικῶν κατὰ τῆς νήσου ἐπιδρομῶν, καὶ πιθανώτατα κατὰ τὴν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Β´ τὸν Ρινότμητο μετοίκηση πλήθους Κυπρίων στὸν Ἑλλήσποντο (690/691), τὸ σκῆνος του μεταφέρθηκε γιὰ ἀσφαλὴ διαφύλαξη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ ἀποτέθηκε σὲ ναὸ πλησίον τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς βασιλεύουσας (1453) καὶ κατόπιν πολλῶν περιπετειῶν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄφθαρτο τοῦτο σκήνωμα μεταφέρθηκε μαζὶ μὲ τὸ ἐπίσης ἄφθαρτο σκήνωμα τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς Αὐγούστης ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ του, ἱερέα Γεώργιο Πολύευκτο, στὴν Κέρκυρα (1456). Τὰ Ἑπτάνησα ἐκείνη τὴν ἐποχὴ βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ἑνετῶν. Ὁ ἱερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρῆκε ἐκεῖ ἕνα συμπολίτη του πρόσφυγα, τὸν ἱερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, καὶ τοῦ κληροδότησε τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου, τὸ ὁποῖο ἔκτοτε παραμένει ἐκεῖ, ἄφθαρτο, θαυματουργὸ καὶ μεγάλως τιμώμενο. Τὸ πανίερο τοῦτο λείψανο τοῦ ἁγίου φιλοξενήθηκε ἀρχικὰ σὲ ποικίλους ναοὺς τῆς νήσου, γιὰ νὰ καταλήξει στὸν ἐπώνυμό του ναό, ὅπου σήμερα βρίσκεται, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀνέγερση ὁλοκληρώθηκε τὸ 1594. Καὶ στὴν Κέρκυρα ὁ ἅγιος δὲν ἔπαυσε νὰ θαυματουργεῖ ποικιλότροπα, καὶ σὲ μεμονωμένους ἀνθρώπους καὶ στὸ σύνολο τῶν πιστῶν κατοίκων. Μεταξὺ ἄλλων, ἔσωσε τὸ νησὶ ἀπὸ ἐπιδημία χολέρας, καθὼς καὶ ἀπὸ ἐπιδρομὴ Ἀγαρηνῶν τὸ ἔτος 1716.
Ὁ ἅγιος Σπυρίδων τιμᾶται βεβαίως καὶ ἀνὰ τὸ πανελλήνιον (ὑπάρχουν περὶ τοὺς 80 ναούς του στὴν Ἑλλάδα), ἀλλ᾽ ἰδιαιτέρως στὴ γενέτειρά του Κύπρο, ὅπου 10 ναοὶ (σὲ λειτουργία ἢ ἐρειπωμένοι) τιμῶνται στὸ ὄνομά του, σώζονται πλεῖστες δὲ εἰκόνες του (τοιχογραφίες καὶ φορητές), χρονολογούμενες ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶνα κ. ἑξ. Ἡ ἀνωτέρω μονὴ καὶ ὁ ναός του στὴν Τριμιθοῦντα βρίσκονται σήμερα ὑπὸ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ ἀποτελοῦν ἕδρα στρατοπέδου.
* * *
Ἀλλά, ἂς μεταβοῦμε σὲ ὅσα ἀφοροῦν στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τῆς ὁποίας ἑορτάζουμε ἐφέτος τὴν 1700ὴ ἐπετηρίδα. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ὑπῆρξε γιὰ τὸν τέταρτο αἰῶνα μία νέα ἔκφραση τοῦ συνοδικοῦ συστήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μέχρι τότε εἶχε συγκροτήσει διάφορες τοπικὲς καὶ μόνο Συνόδους, ὅπως οἱ Σύνοδοι τῆς Καρχηδόνας (251), τῆς Ἀντιόχειας (μεταξὺ 264 καὶ 269) κ. ἄ. Κατὰ τὴν ἀρχαία ἐπικρατήσασα ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ σύγκλιση διευρυμένων Συνόδων εἶχε ὡς βασικὴ προϋπόθεση σοβαρὴ αἰτία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας συγκαλεῖτο τὸ σῶμα τῶν ἐπισκόπων γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ ὀρθὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, τόσο σὲ δογματικό, ὅσο καὶ σὲ κανονικὸ ἐπίπεδο, δηλαδὴ γιὰ νὰ ψηφίσουν ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τὴ ρύθμιση τῆς ὁμαλῆς διοικητικῆς λειτουργίας τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Πρώτιστο ὅμως αἴτιο σύγκλισης τῶν οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων ἦταν πάντοτε κάποια ἐμφανιζόμενη νέα αἵρεση, ἡ ὁποία ἀμφισβητοῦσε τὴν παραδεδομένη ὀρθὴ πίστη.

Ὡς κύρια αἰτία σύγκλησης τῆς Α´οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπῆρξε ἡ ἐπίσημα διατυπωμένη ἀπὸ τὸν Ἄρειο, πρεσβύτερο τῆς ἐκκλησίας Ἀλεξάνδρειας τῆς Αἰγύπτου αἱρετικὴ διδασκαλία γιὰ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ γιὰ τὸν σαρκωθέντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ Ἄρειος, ἔχοντας ἐκτραπεῖ σὲ φιλοσοφικὴ προσέγγιση καὶ ἀναθεώρηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀρνεῖτο τὴν πηγάζουσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἱερὰ Παράδοση πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦταν κατὰ φύσιν Θεός, καὶ παρέμεινε Θεὸς καὶ μετὰ τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης γιὰ τὸν ἁγιασμό της. Ἔτσι ὁ Ἄρειος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ἀντὶ νὰ προσεγγίσει τὴν ἀλήθεια τῆς πίστης μὲ τὴν ἐμπειρικὴ θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν προσέγγισε μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κλασικῆς μεταφυσικῆς, μέσῳ φιλοσοφικῶν στοχασμῶν, ἄλλοτε πλατωνικῶν καὶ ἄλλοτε ἀριστοτελικῶν. Ὁ Ἄρειος λοιπὸν δίδασκε ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Θεὸς ἀλλὰ τὸ πρῶτο κτίσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ὕλης, ὅτι εἶναι ἄλλης οὐσίας ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅτι εἶναι τρεπτὸς καὶ ἀγνοεῖ τὸν Πατέρα, καὶ ὅτι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι δεύτερη δημιουργημένη δύναμη καὶ τὸ πρῶτο κτίσμα μέσῳ τοῦ Υἱοῦ. Ὀρθὰ λοιπὸν ὁ Ἄρειος θεωρήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σὰν πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου καὶ ἡ αἱρετική του διδασκαλία πηγὴ τῶν μεταγενέστερων αἱρέσεων.
Ἐξαἰτίας τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Ἀρείου στὴν αἱρετική του διδασκαλία, ἀρχικὰ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξάνδρειας Ἀλέξανδρος συγκάλεσε δύο τοπικὲς Συνόδους στὴν Αἴγυπτο, οἱ ὁποῖες καθαίρεσαν τὸν Ἄρειο καὶ ἀναθεμάτισαν καὶ ἐκεῖνον καὶ τοὺς ἀκολούθους του. Παρόλα αὐτά, ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση ἐξαπλώθηκε ταχύτατα στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία καὶ δημιούργησε σοβαρὴ διασάλευση τῆς ἑνότητας στὴν ὀρθὴ πίστη μεταξὺ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἐπίσκοπος Κορδούης τῆς Ἱσπανίας, ὀνόματι Ὅσιος, ποὺ στάληκε ἀπὸ τὸν Μεγάλο Κωσταντίνο γιὰ νὰ εἰρηνεύσει τὴν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, εἰσηγήθηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τὴν ἐκ νέου διευρυμένη λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία εἶχε ἀπαγορευθεῖ ἀπὸ τὸν Λικίνιο κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν του ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ τελειωτικὰ ἡ ἐκτεταμένη ἐκείνη ἐκκλησιαστικὴ κρίση. Πράγματι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, μὲ αὐτοκρατορικὲς ἐπιστολὲς πρὸς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, συγκάλεσε οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, μέσα στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ παλατιοῦ τῆς πόλης αὐτῆς. Ἡ ἔναρξη τῆς Συνόδου ἔγινε προκαταρκτικὰ στὶς 20 Μαΐου τοῦ 325, ἐπίσημα δὲ καὶ στὴν παρουσία τοῦ αὐτοκράτορα στὶς 14 Ἰουνίου, καὶ ἔληξε στὶς 25 Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους. Πρακτικὰ τῆς Συνόδου δὲν διασώθηκαν, γιατί δὲν καταγράφηκαν. Διασώθηκαν ὅμως κατάλογοι τῶν ἐπισκόπων ποὺ παρέστησαν στὴ Σύνοδο. Περαιτέρω, τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴ Σύνοδο γεγονότα μᾶς παραδόθηκαν ἀποσπασματικά, ὄχι μόνο ἀπὸ μεταγενέστερους ἱστορικοὺς τῶν πρώτων βυζαντινῶν χρόνων, ὅπως καὶ σὲ Βίους ἁγίων, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔργα ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ποὺ ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, δηλαδὴ τῶν Εὐσταθίου Ἀντιοχείας, Εὐσεβίου Καισαρείας καὶ Μεγάλου Ἀθανασίου.

Παρόντες στὴ Σύνοδο, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἦταν 318 Πατέρες: «Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ οἰκουμενικὴ γέγονεν ἡ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος, τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ συνελθόντων ἐπισκόπων περὶ τῆς πίστεως διὰ τὴν Ἀρειανὴν ἀσέβειαν» (Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν πρὸς τοὺς ἐν Ἀφρικῇ τιμιωτάτους ἐπισκόπους, MPG 26, 1032B). Τὸν ἴδιο ἀριθμὸ ἐπισκόπων ποὺ παρέστησαν στὴ Σύνοδο ἀναφέρουν σὲ ἔργα τους καὶ ἄλλοι πατέρες καὶ ἱστορικοὶ τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Ἐπιφάνιος, ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, Θεοδώρητος Κύρου, Σωκράτης κ.ἄ.). Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἦταν παρὼν στὴ Σύνοδο, τότε νεαρὸς διάκονος, καὶ συνόδευε τὸν Γέροντά του, τὸν γηραιὸ ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξάνδρειας ἅγιο Ἀλέξανδρο. Πρόεδροι τῆς Συνόδου διατέλεσαν ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος καὶ ὁ Ἀλεξάνδρειας Ἀλέξανδρος, ἴσως καὶ ὁ Κορδούης Ὅσιος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν ἕνα εἶδος προεδρείου. Κύριος πρόεδρος ὅμως τῆς Συνόδου ὑπῆρξε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπέβλεπε αὐτοπροσώπως τὶς ἐργασίες της. Μεταξὺ τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Συνόδου ἦταν καὶ οἱ θαυματουργοὶ ἅγιοι Σπυρίδων Τριμιθοῦντος, Νικόλαος Μύρων τῆς Λυκίας, Ἰωάννης Εἰρηνουπόλεως, Ἀχίλλιος Λαρίσης, Παφνούτιος ὁ Αἰγύπτιος, καθὼς καὶ ἄλλοι ἅγιοι ὁμολογητὲς τῆς πίστης, οἱ ὁποῖοι ἐπέζησαν τῶν μαρτυρίων τοῦ τελευταίου Μεγάλου Διωγμοῦ. Ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀνωτέρω σωζομένους καταλόγους παραστάντων ἐπισκόπων, μετέσχαν τοὐλάχιστον τέσσερεις ἐπίσκοποι, οἱ Γελάσιος Σαλαμίνος, Κυριακὸς ἢ Κύριλλος Πάφου, Σπυρίδων Τριμιθοῦντος καὶ Σιρίκιος (χωρὶς ἀναφορὰ στὴν ἐπισκοπή του). Στὴν πλευρὰ τῶν αἱρετικῶν, ἐκτὸς τοῦ Ἀρείου παρέστησαν 17 ἀρειανοὶ ἐπίσκοποι, καθὼς καὶ ρήτορες καὶ φιλόσοφοι μαζὶ μὲ τὸν σοφιστὴ Ἀστέριο.
Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ὁ αὐτοκρατορικὸς μηχανισμὸς ἦταν ἀπαραίτητος, τόσο γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τὴν ἐπιτήρηση τῶν ἐργασιῶν της, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινοποίηση καὶ ἐπιβολὴ τῶν ἀποφάσεων της. Κατὰ τὸ ὑπόδειγμα δὲ τῆς Α´ οἰκουμ. Συνόδου συγκλήθηκαν καὶ ἐργάσθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιπες οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Παρὰ ταῦτα, ἡ παρουσία τοῦ αὐτοκράτορα ἦταν πρὸς ἐπίβλεψη τῶν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ψῆφο. Ἁπλῶς, μετὰ τὶς ἀποφάσεις καὶ τὶς κατὰ προκαθεδρία ὑπογραφὲς τῶν ἐπισκόπων, ὑπέγραφε τελευταῖος αὐτός, ἐπικυρώνοντας ἔτσι τὴν αὐθεντικότητά τους.
Ἄλλο σημεῖο γιὰ ὑπογράμμιση εἶναι ὅτι κατὰ τὰς πρῶτες ἀνεπίσημες συνεδρίες τῆς Συνόδου ἐπικρατοῦσε μία ἐλευθερία ἔκφρασης καὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐπισκόπων, σ᾽ αὐτὲς δὲ μετεῖχαν καὶ μὴ ἐπίσκοποι, συνοδοὶ ὅμως τῶν ἐπισκόπων, ὅπως πρεσβύτεροι, διάκονοι, μοναχοὶ καὶ φιλόσοφοι ὑποστηρικτὲς τοῦ Ἀρείου. Στὶς τελικὲς ὅμως συνεδρίες, ὅπου καὶ θεολογικὲς συζητήσεις πρὸς διατύπωση τῶν δογμάτων —τοῦ συμβόλου τῆς Πίστεως—, μόνοι οἱ ἐπίσκοποι ἦταν παρόντες. Ἡ Σύνοδος, ἀκολουθώντας πιστὰ τὴν κανονικὴ τάξη, κάλεσε πρῶτα τοὺς ἀρειανόφρονες ἐπισκόπους σὲ ἀπολογία γιὰ τὶς ἀποδιδόμενες σ᾽ αὐτοὺς αἱρετικὲς δοξασίες. Πράγματι, ὅλοι αὐτοὶ ὑπέβαλαν στὴ Σύνοδο λίβελλο πίστεως, οἱ μὲν μετριοπαθεῖς μέσῳ τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας, οἱ δὲ ἀκραῖοι μέσῳ τοῦ Εὐσεβίου Νικομηδείας.

Κατόπιν ἡ Σύνοδος προχώρησε στὸ τελικό της ἔργο, τὸ ὁποῖο ἦταν τόσο δογματικό, ὅσο καὶ νομοθετικό. Στὸν δογματικὸ τομέα, καθόρισε καὶ διατύπωσε τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα ἀναφορικὰ πρὸς τὴν πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ σύνταξε τὸ Σύμβολον Πίστεως τῆς Νικαίας, τὸ ὁποῖο στὰ χειρόγραφα τιτλοφορεῖται «Ἔκθεσις τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ Πατέρων». Τοῦτο στὴ βάση του εἶναι ἕνα σύντομο κείμενο βαπτιστήριας ὁμολογίας πίστεως, ποὺ προσαρμόσθηκε μὲ τὶς λιγότερες δυνατὸν τροποποιήσεις πρὸς ἀντιμετώπιση τῆς αἱρετικῆς θεολογικῆς προβληματικῆς τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Κατόπιν καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθαίρεσε ὅλους τοὺς ἀμετανόητους ἀρειανοὺς ἐπισκόπους καὶ κατώτερους κληρικούς. Ἀφοῦ λοιπὸν μὲ τὸν καθορισμὸ τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος τέθηκαν τὰ ὅρια μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἵρεσης, ἡ Σύνοδος προχώρησε στὸν νομοκανονικὸ τομέα καὶ ἐξέδωσε εἴκοσι ἱεροὺς Κανόνες, μὲ τοὺς ὁποίους ρυθμίσθηκαν ζητήματα καθοριστικὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ὀρθοῦ ἤθους καὶ βίου τῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν πιστῶν. Μὲ τοὺς Κανόνες αὐτοὺς εἰσήχθηκε τὸ Μητροπολιτικὸ σύστημα στὴν Ἐκκλησία, καθορίσθηκε πότε πρέπει νὰ συγκαλοῦνται οἱ ἐπαρχιακὲς Σύνοδοι, πῶς καὶ ἀπὸ πόσους ἀρχιερεῖς νὰ χειροτονεῖται ἕνας ἐπίσκοπος, ὅτι δὲν πρέπει «κλίνειν γόνυ τῇ Κυριακῇ καί τῇ Πεντηκοστῇ», πῶς πρέπει νὰ γίνονται δεκτοὶ οἱ ἀκοινώνητοι καὶ οἱ παραπεπτωκότες κατηχούμενοι κ.λπ.
Ἰδιαίτερα σημαίνουσα ὑπῆρξε ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου περὶ καθορισμοῦ ἑνιαίας ἡμέρας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἐπειδὴ ὑπῆρξε διαφωνία γιὰ τὸ ζήτημα τοῦτο στὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων γιὰ λόγους τοπικοὺς/ἱστορικοὺς μεταξὺ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ ἑλληνιστῶν ἐξ Ἰουδαίων χριστιανῶν καὶ δημιουργήθηκαν πολλαπλὲς σχετικὲς διενέξεις —οἱ γνωστὲς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορίαν ὡς Αἱ περὶ τοῦ Πάσχα ἔριδες. Ἀρχικὰ λοιπὸν στὴ Σύνοδο τῆς Ἀρελάτης (Arles, ἔτος 314) καὶ ὁριστικὰ στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διακανονίσθηκε ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα ἀπὸ ὅλη τὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἴδια ἡμέρα. Ἀποφάσισε λοιπὸν ἡ Σύνοδος ὅτι τὸ Πάσχα πρέπει νὰ ἑορτάζεται τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας (21η Μαρτίου). Ἐὰν ἡ πανσέληνος συμβεῖ Κυριακή, τότε τὸ Πάσχα θὰ ἑορτάζεται κατὰ τὴν ἑπόμενη Κυριακή, δηλαδὴ θὰ ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε τὴ 14η ἡμέρα τοῦ ἑβραϊκοῦ μηνὸς Νισάν. Ἐὰν ὅμως συμπίπτει τὸ κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο καθορισμένο χριστιανικὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τὸ ἑβραϊκὸ Φάσκα, τότε καὶ μόνο τότε τὸ Πάσχα τῶν χριστιανῶν θὰ μετατίθεται στὴν ἑπόμενη Κυριακή. Ἡ ρύθμιση αὐτὴ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα δὲν ἀναφέρεται στοὺς ἀνωτέρω 20 Κανόνες τῆς Συνόδου, ἀλλὰ στὴν ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἀθανάσιο διασωθεῖσα «Ἐπιστολὴν τῆς συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ πρὸς τοὺς Αἰγυπτίους», μὲ τὴν ὁποία κοινοποιοῦνται οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου.
* * *
Στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἑκάστη τῶν ἐφεξῆς οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καὶ τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Συνόδων, καταρχὰς ἐπικύρωνε τὶς δογματικὲς ἀποφάνσεις τῶν προηγουμένων οἰκουμενικῶν Συνόδων καί, στηριζόμενη σ᾽ αὐτές, δογμάτιζε ἀναφορικὰ πρὸς τὴν ἀναφυεῖσα νέα αἱρετικὴ διδασκαλία.
Ὡς παράδειγμα ἀναφέρουμε τὴ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 μ.Χ., τόσο γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἐξάλειψη τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ὅσο καὶ τὸν θεολογικὸ προσδιορισμὸ τῆς ὑπόστασης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ὁποίου οἱ Πνευματομάχοι ἀρνοῦνταν τὴ Θεότητα, θεωρώντας το ὡς κτίσμα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Β´ οἰκουμ. Συνόδου, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν» τῆς Α´ οἰκουμ. Συνόδου, ἔχοντας ἐπικυρώσει πρῶτα τὸ Σύμβολον Πίστεως τῆς Νικαίας, δογμάτισαν καὶ πάλιν τὴ Θεότητα τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὡσαύτως τὴ Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσθέτοντας στὸ Σύμβολο τοῦτο τὰ τελευταῖα 5 ἄρθρα, πρῶτο τῶν ὁποίων τό, «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν».
Κατ᾽ ἀναλογίαν ἐνήργησαν καὶ οἱ Πατέρες τῆς ἐπὶ Φωτίου τοῦ Μεγάλου συγκληθείσας καὶ θεωρουμένης ὡς Η´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (879-880). Ἡ Σύνοδος συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Βασίλειο τὸν Μακεδόνα, πρόεδρός της ἦταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Φώτιος καὶ παρέστησαν σ᾽ αὐτὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα, καθὼς καὶ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Πατριαρχείων. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπισε ἡ Σύνοδος, ἦταν δογματικὰ καὶ ἐκκλησιολογικά, καὶ ἑπομένως ἔχει πολλὰ τὰ ἐχέγγυα νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ Η´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ ἰδία ἡ Σύνοδος ἔχει τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι Οἰκουμενική. Ἡ Σύνοδος αὐτή, ἀφοῦ ἐξέτασε τὰ πρὸς συζήτηση θέματα, ἐπικύρωσε τὶς ἀποφάσεις τῆς πρὶν ἀπὸ αὐτὴ Ζ´ οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἔτος 787 μ.Χ.) καὶ στὴ συνέχεια, μεταξὺ ἄλλων, καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Filioque, δηλονότι τὴν ἀπὸ τοὺς Φράγκους προσθήκη στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἀπέρριψε τὸ πρωτεῖον τοῦ Πάπα στὴν Ἐκκλησία. Τέλος, εἶναι σημαντικώτατο νὰ τονισθεῖ ὅτι κατὰ τὶς ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἐπικρατοῦσε ἡ δογματικὴ ἀλήθεια μέσῳ τῆς θεόπνευστης θεολογίας τῶν σὲ κατάσταση θεώσεως τελούντων ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι ἁπλὰ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἑκάστοτε ἐπισκόπων. Οἱ μὴ εὑρισκόμενοι σὲ κατάσταση θεοπτίας ἀρχιερεῖς ἀκολουθοῦσαν τὴν ἑκάστοτε θεολογικὴ ἀπόφανση τῶν εὑρισκομένων σὲ δοξασμὸ ἁγίων Πατέρων.
* * *
Τελευτώντας τὸν λόγο, πέραν τοῦ πρωταγωνιστικοῦ ρόλου τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου κατὰ καὶ μετὰ τὴν Α´ οἰκουμ. Σύνοδο, καθόσον τελοῦμε τὴν παροῦσα ἀγρυπνία πρὸς τιμὴν τοῦ ἱεροῦ Σπυρίδωνος στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, θὰ ἀναφερθοῦμε συνοπτικὰ στὶς θεοσημεῖες τῶν δύο τούτων ἁγίων, μὲ τὶς ὁποῖες συνέβαλαν στὸν καθορισμὸ τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος στὴ Νίκαια.
Κατὰ τὶς εἰσαγωγικὲς συνεδρίες τῆς Συνόδου, σύμφωνα πρὸς τοὺς βυζαντινοὺς Βίους τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἕνας ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους ποὺ συνόδευε τὸν Ἄρειο, δεινὸς στὸν λόγο καὶ εὔστροφος στὸ νὰ ἀποκρίνεται, ἀντέκρουε μὲ εὐκολία ὅλα τὰ προβαλλόμενα ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὀρθῆς πίστης καὶ τοὺς ἀποστόμωνε. Ἀλλ᾽ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι «οὐκ ἐν λόγῳ ἡ ἀλήθεια, ἀλλ᾽ ἐν δυνάμει συνίσταται» (πρβλ. Α´ Κορ. 4, 20), ἔδωκε χάρισμα λόγου καὶ σοφίας στὸν ταπεινόφρονα καὶ ὀλιγογράμματο Σπυρίδωνα, ὁ ὁποῖος, μὴ ἀνεχόμενος νὰ βλέπει ἐπαιρόμενο καὶ ἀλαζονευόμενο τὸν φιλόσοφο κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, καίτοι ἀρχικὰ παρεμποδιζόταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους, προσῆλθε μὲ θάρρος πρὸς ἐκεῖνο καὶ τοῦ εἶπε· «Ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὦ φιλόσοφε, ἄκουσον τὰ τῆς ἀληθείας δόγματα». Ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Ἐὰν εἴπῃς, ἀκούω». Τότε ὁ ἅγιος ἐξέθεσε σ᾽ αὐτὸν μὲ συντομία τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνσάρκωσης τοῦ Χριστοῦ, καὶ τελευτώντας ρώτησε· «Πιστεύεις τοῦτο, ὦ φιλόσοφε;» Ἐκεῖνος τότε, ἔχοντας φωτισθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνοικοῦσα στὸν θεοφόρο Σπυρίδωνα χάρη, ὁμολόγησε ὅτι συμφωνοῦσε πλήρως πρὸς τὰ ἐκτεθέντα ἀπὸ ἐκεῖνον δόγματα καὶ στρεφόμενος πρὸς τοὺς μαθητές του, τοὺς παρότρυνε νὰ ἀκολουθήσουν τὴν πίστη τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀλλὰ πλήρους χάριτος ἐπισκόπου Σπυρίδωνος. Σύμφωνα μάλιστα πρὸς ἀρχαία παράδοση, ἀποτυπούμενη σὲ παλαιὲς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ ἅγιος, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει καὶ ὀφθαλμοφανῶς τὸ Ὀρθόδοξο Τριαδικὸ δόγμα, λαμβάνοντας ἕνα κεραμίδι καὶ ἐπικαλούμενος τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀνέλυσε τὸ κεραμίδι στὰ στοιχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχε συντεθεῖ. Δηλονότι, ἡ φλόγα μὲ τὴν ὁποία εἶχε ψηθεῖ ἀνέβη ἐπάνω, τὸ ἐμπεριεχόμενο νερὸ ἔρρευσε πρὸς τὰ κάτω καί, τέλος, τὸ χῶμα τοῦ κεραμιδιοῦ παρέμεινε στὸ χέρι του. Γεμάτοι ἔκπληξη οἱ παριστάμενοι μὲ τὸν φιλόσοφο αἱρετικοί, ζήτησαν νὰ ἀσπασθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία. Ὁ ἅγιος τότε τοὺς ὁδήγησε στὴν ἐκκλησία, ὅπου, ἀπαρνούμενοι τὴν ἀρειανικὴ αἵρεση καὶ ὁμολογώντας τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἔλαβαν τὸ ἅγιο χρῖσμα καὶ ἔγιναν χριστιανοί.
Ἐρχόμενοι στὸν μεγάλο θαυματουργό, ἅγιο Νικόλαο, ἐπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας, σύμφωνα μὲ συναξαριακὲς ἀναφορὲς ἀλλὰ καὶ βυζαντινὲς εἰκονογραφικὲς ἀπεικονίσεις, κατὰ μία συνεδρία τῆς Συνόδου στὴν παρουσία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐνῶ δικαζόταν ὁ Ἄρειος καὶ ἄρχισε νὰ ἐκφέρει βλάσφημους λόγους γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἱερὸς Νικόλαος, εὑρισκόμενος κοντά του καὶ ὁδηγούμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο, ράπισε τὸν Ἄρειο στὸ πρόσωπο, γιὰ νὰ παύσει τὶς βδελυρὲς βλασφημίες του. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τότε ἴσχυε νόμος ὅπως αὐτὸς ποὺ ἔδερε κάποιον μπροστὰ στὸν βασιλέα ἔπρεπε νὰ τιμωρεῖται αὐστηρά, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀγνοώντας τὰ κίνητρα τοῦ ἁγίου, πρόσταξε νὰ τὸν φυλακίσουν, λέγοντας στοὺς συνοδικοὺς Πατέρες νὰ ἀναβάλουν τὴν κρίση τους γιὰ τὸν Νικόλαο μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Ἔτσι ὁ ζηλωτὴς τῆς ἀληθείας Νικόλαος ὁδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στὴ φυλακή. Ἀλλ᾽ ὁ Δεσπότης Χριστὸς καὶ ἡ Θεοτόκος Μαρία, χάριν τῶν ὁποίων ἔπασχε αὐτά, ἐμφανίσθηκαν σ᾽ αὐτὸν στὴ φυλακὴ καί, ὁ μὲν Κύριος τοῦ ἔδωσε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἡ δὲ Θεοτόκος ἱερὸ ὡμοφόριο, ἀποκαθιστώντας τον μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ στὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο οἱ συνοδικοὶ σκέπτονταν νὰ τὸν καθαιρέσουν γιὰ τὴν ἐν λόγῳ πράξη του. Ὅταν πληροφορήθηκε αὐτὰ ὁ αὐτοκράτορας, ἀντιλήφθηκε τὸ σφάλμα του καὶ τὸν θεῖο ζῆλο τοῦ Νικολάου. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἀπέλυσε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ ζήτησε συγνώμη, τὸν ἀπέστειλε μὲ τιμὲς στὴν ἐπαρχία του.
* * *
Ἂς παρακαλέσουμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί, τοὺς μεγάλους τούτους ἁγίους, Σπυρίδωνα καὶ Νικόλαο, μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ πρεσβεύουν γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς χριστιανοὺς τῶν ἐσχάτων τούτων χρόνων, ὥστε νὰ τηροῦμε κατὰ πάντα τὴν Ὀρθόδοξη πίστη ποὺ αὐτοὶ διακήρυξαν καὶ στερέωσαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μετάνοια, πίστη, ὑπομονὴ καὶ ὁμολογιακὸ φρόνημα, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτή· «καθ᾽ ὅσον ὁμολογήσατε ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν ὑμῖν ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν» (πρβλ. Ματθ. 10,32· 25,21). Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!





