Ὁ παππούς μου, νυμφεύθηκε τὴν γιαγιά μου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν 28 ἐτῶν. Ἦταν δάσκαλος. 29 ἐτῶν γέννησαν τὴν μάνα μου. 30 ἐτῶν ἔχασε τὴν σύζυγό του καὶ ἔμεινε ἐν χηρεία 66 ἔτη! Ὅταν λίγο ἀργότερα τοῦ πρότειναν τὴν Ἱερωσύνη, ἐκεῖνος δέχθηκε μὲ χαρά… Ὁ Μητροπολίτης τοῦ εἶπε: «δὲν ἔχω ἀντίρρηση νὰ σὲ χειροτονήσω. Θὰ πᾶς ὅμως στὸ Μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ νὰ μοῦ φέρεις ἔγκριση ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Γεροντάδες. Δὲν θέλω νὰ πέσει στὴν κεφαλή μου τυχὸν ἁμάρτημά σου ποὺ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν χειροτονία. Μπορεῖ νὰ εἶμαι Μητροπολίτης ἀλλὰ γονατίζω μπροστὰ στὴν Ἁγιότητα»! Θαύμασε ὁ παππούς μου. Πῆρε ἕνα γρήγορο ψαρὸ ἄλογο καὶ κατέβηκε στὴν Μονὴ Κουδουμᾶ. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι μᾶλλον τὸν περίμεναν. Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καθάριζε κάτι χόρτα καὶ οἱ ὑπόλοιποι κάνανε κάτι ἄλλο, ὅλοι μαζί. Μόλις ἔφθασε, πρὶν τοὺς χαιρετήσει, σηκώθηκε ὁ Ὅσιος Παρθένιος καὶ τὸν ἀγκάλιασε. Τοῦ εἶπε χαρούμενος: «Ξέρω γιατί ἦρθες παιδί μου δάσκαλε. Περίμενε νὰ φωνάξω τὸν ἀδελφό μου». Ἔκανε νόημα στὸν Ὅσιο Εὐμένιο νὰ πλησιάσει. Ἔπειτα τοῦ εἶπε: «Τοῦτος ὁ φέρελπις νέος πρέπει νὰ ἱερωθεῖ! Ἦταν καθαρώτατος πρὸ τοῦ γάμου, εἶχε ἀμίαντο κοίτη, ἐνάμιση χρόνο παντρεμένος, ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ πιὸ καλὰ ἀπὸ καλόγηρος μετὰ τὴν χηρεία»! Ἔγινε πνευματικός του ὁ Ὅσιος Εὐμένιος! Ὁ Ὅσιος Παρθένιος τὸν ἀποχαιρέτησε λέγοντάς του:
«Σοῦ εὔχομαι παιδί μου νὰ μὴν χορτάσεις ποτὲ τὸν Χριστό! Νὰ γλυκαθεῖς καὶ νὰ Τὸν γυρεύεις ὅλο καὶ περισσότερο! Ταπεινὸς νὰ ’σαι πάντα καὶ νὰ ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους! Ὅλα τ’ ἄλλα θὰ ἔρχουνται μετὰ μοναχὰ ντός!». Κόλλησε, ὅμως, σὰν τὸ στρείδι στοὺς Γεροντάδες του! Ποῦ τὸν ἔχανες, ποῦ τὸν ἔβρισκες, στὴ Μονὴ Κουδουμᾶ!
Ὁ παππούς μου ἀκολουθοῦσε τὴν γραμμὴ τῶν Γεροντάδων του. Τῶν Ὁσίων πατέρων Παρθενίου καὶ Εὐμενίου τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ.
Κάποτε ὁ Δεσπότης ὁ Βασίλειος κήρυττε στὸν Ἅη Γιώργη στὸ χωριό. Συλλειτουργοῦσε μὲ τὸν παππού μου. Σεβόταν πολὺ τὸν παππού μου καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι. Ὁ παππούς μου ἀντιδροῦσε. Ὁ Δεσπότης ἔλεγε συχνὰ μαντινάδες καὶ στὰ κηρύγματα καὶ στὶς συζητήσεις. Εἶπε, κάποτε στὸν παππού μου, ὅταν ἀρνήθηκε νὰ τοῦ ἀφήσει τὸ χέρι γιὰ ἀσπασμό:
Δεσπότης κι ἂν ἐγίνηκα
γι’ ἄνθρωπος δὲ βγατίζω,
ἅμα θὰ δῶ τὴν ἀρετὴ
καὶ δὲν θὰ γονατίζω!
***
Περιστατικό από την ζωή του Οσίου Γέροντα Ιερέα της Πόμπιας παπά Νικόλα Φουστανάκη ,όπως την άκουσα από την εγγονή του ,την γερόντισσα Γαλακτία.
Ο παπά Νικόλας Φουστανάκης ήταν άγιος. Παππούς από την μητέρα της γερόντισσας Γαλακτίας. Έφυγε για τον ουρανό 97 ετών στις 7-7-1949. Λειτουργούσε μέχρι τα 92 χρόνια του. Τότε οι ιερείς δεν έβγαιναν στη σύνταξη. Ήταν άμισθοι και κολλημένοι ισοβίως στην Αγία Τράπεζα. Κάποτε, στα βαθειά γεράματα του παπά Νικόλα πήγε μια γριούλα με πρόβλημα στη μνήμη, τύπου άνοιας, να κοινωνήσει. Έκανε μια απότομη κίνηση και έριξε κάτω τη θεία κοινωνία. Ο παπά Νικόλας έντρομος, έσκυψε με δάκρυα και λυγμούς και καθάρισε με τη γλώσσα του από το πάτωμα του παλαιού Αη Γιώργη, το μέρος της θείας κοινωνίας που έπεσε.
Μετά την οσιακή κοίμηση του παπά Νικόλα, πριν τελεσθεί το 40 ήμερο μνημόσυνό του, τον είδε στον ύπνο της, ολοζώντανο και χαρούμενο η Σφηνιάδαινα , η μητέρα της μεγαλύτερης σήμερα ηλικιακά Πομπιανής Ελένης Πεδιαδιτάκη. Τον είδε να περνά, στολισμένος, χαρούμενος και ολόλαμπρος από τη γειτονιά της. Τον προσκάλεσε για καφέ αλλά απάντησε ότι δεν είχε χρόνο.
Έπειτα της είπε:
-Σήμερα παιδί μου είχα δικαστήριο.
-Δικαστήριο, θείε παπά εσύ, ιερωμένο πρόσωπο; παρατηρησε η Σφηνιάδαινα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, όταν μου έριξε η Τιτάκαινα τα Άγια;
– Το θυμάμαι θείε.
– Ε… Σήμερα είχαμε τη δίκη.
– Και τι απογινε θείε Παπά;
– Αθωοθήκαμε και οι δύο. Ούτε και εγώ έφταιγα, γιατί δεν πρόλαβα να στηριχθώ, ούτε και εκείνη γιατί δεν ήταν καλά στο μυαλό. Μόνο θέλω να πας να πεις στη κόρη μου ( μητέρα της γερόντισσας) να βάλει θυμίαμα και να δοξολογήσει το Θεό. Αυτή μόνο τη δυσκολία πέρασα. Ξέρεις, εμείς οι ιερείς, δίνουμε λόγο εκεί πάνω για την παρακαταθήκη του Χριστού που πιάσαμε στα χέρια μας. Πως την διαχειριστήκαμε με τα λόγια μας, με τα χέρια μας και με όλη την ζωή μας. Αλλοίμονο στο βέβηλο και προδότη ιερωμένο. Μη τα ρωτάς παιδί μου τι παθαίνει εκεί που είμαι τώρα…
***
Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας…
Άγιος παπά Νικόλας Φουστανάκης της Πόμπιας

Οσία Γερόντισσα Γαλακτία: Όταν δεν έχεις Θεό, θωρείς τον άλλο εργαλείο για λεφτά, ή κρέας, σκέτο κρέας για τσι βρωμιές σου… Ανε το πιάσομε και τούτονα, δεν θα έχομε τελειωμό… Ένα θα σασε πω: ο παππούς μου ο παπα Νικόλας, είχε Γεροντάδες τση Πατέρες του Κουδουμά, Παρθένιο και Ευμένιο! Ο Ευμένιος υπόγραψε για να χειροτονηθεί ο παππούς μου. Μας έλεγε ο παππούς μου, ότι του λέγανε ότι θα ξανάρθουνε οι Τούρκοι οθε παε (προς τα μέρη μας). Θα κάνουνε τριήμερο πέρασμα… Θα φύγουνε από τον Άγιο Νικόλαο από το Λασίθι. Τότε, του λέγανε, θα έχει σαπίσει ο τόπος μας από την ξεγυμνωσά (γύμνια), τα διαζύγια, τσι ατιμίες, τσι φόνους των αγέννητων παιδιών (εκτρώσεις) και ανωμαλίες ένα σωρό… Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας… Θα έρθουνε γιατί από τση Καλούς Λιμένες και κάτω έχει χρυσάφι η θάλασσα και το θένε δικό ντος… Χρυσάφι το λέω, αλλά έχει άλλα πράματα σα ντο χρυσάφι… Του λέγανε οι Άγιο Πατέρες του παππού μου, ότι τότε θα πηγαίνουνε ακόμη και οι σύντεκνοι με τις συντέκνισσες… Κρέατα θα είναι οι πλια πολλοί… Μας έλεγε ο παππούς μου ότι το πιο βαρύ από ετούτα τα αμαρτήματα, είναι να μαγαρίσουνε οι αθρώποι το Άγιο Μύρο! Ξέρετε τί θα πει Άγιο Μύρο; Είναι η φλόγα της Πεντηκοστής… Γι’ αυτό έλεγαν οι παλιοί: <του μυροντικού μας συντέκνου δεν πατούμε το ζάλο του (το αποτύπωμα του παπουτσιού του)>. Τόσο σεβασμό είχανε! Άκουγα κοπελίτσα να συμβουλεύει ο παππούς μου και να λέει σε νέους ανθρώπους, πως του έλεγαν οι Άγιοι του Κουδουμά ότι όταν μαγαρίσει κάποιος το Άγιο Μύρο και τη Χάρη του Γάμου με ανώμαλα έργα μεταξύ ντος οι παντρεμένοι, τότε έχομε τα πιο βαριά αμαρτήματα γιατί τα βάνουνε με το ίδιο το Άγιο Πνεύμα… Γάμος και βάπτιση σημαίνει Άγιο Πνεύμα! Και είναι η μεγαλύτερη βλαστημία να κάνομε στο όνομα του Αγίου Πνεύματος έργα του σατανά! Τώρα εγενήκαμε χειρότεροι από χοίρους, γιατί και οι σωστοί ιερωμένοι φοβούνται να διδάξουνε και μερικοί μεγάλοι τση Εκκλησίας πάνε με το κράτος και τση πολιτικούς και το πνεύμα του κόσμου…
Αυτά που μου είπε ο παππούς μου για τσι Τούρκους, τα είδα κι εγώ η ελεεινή για να πιστέψω και να μετανοήσω… Όταν άκουγα τον παππού μου να λέει τσι ιστορίες των γεροντάδων του, έλεγα συντουνούς μου (με το νου μου). «Μα είναι δυνατόν;». Τώρα τα είδα και κλαίω και παρακαλώ να μη γενούνε ή τουλάχιστο να ’ρθει το κακό λιγότερο, γιατί θα τσι πιάσει όλους στον ύπνο… Ο παππούς μου έλεγε: «Όσοι θα εξομολογούνται σωστά την εποχή εκείνη και θα έχουνε το όνομα του Χριστού στα χείλη ντος, θα πάνε οθε ντο Ψηλορείτη, Ζαρό και πάνω και στο Κόφινα και στα Παρακόφινα (κορυφές των Αστερουσίων ορέων) και θα σωθούν…»
***
Ὅταν ἔφυγε ὁ παππούς μου ὁ παπὰ Νικόλας γιὰ τὸν οὐρανό, ἤμουν δίπλα του 23 ἐτῶν κοπέλα. Εἶδε τὸν Μέγα Ἀρχιερέα τὸν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριο τῶν κυριευόντων! Ἄστραψε ὁ κόσμος, ὅπως μᾶς εἶπε. Τοῦ ζήτησε τὰ διαβατήριά του καὶ τριῶν ἀνδρῶν ἀκόμη. Τοῦ εἶπε ὅτι κατὰ «τὴν 3ην μεταμεσονύχτιον θὰ ἀναχωρήσει ὁ γέρων»! Ὄντως ἔτσι ἔγινε! Γλυκόφθογγες ἀγγελικὲς σάλπιγγες ξύπνησαν τὸ χωριό. Τὶς ἄκουσα κι ἐγὼ καὶ ἡ μικρὴ ἀδελφή μου ἡ Ἐλισάβετ. Μᾶς εἶπε ὁ παππούς μου ὅτι τὸ σημεῖο τοῦ θανάτου του, θὰ τὸ δοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ ναὸς φωταγωγήθηκε ἔντονα, τότε τὸ σκοτάδι ἦταν πυκνό, ρεῦμα δὲν ὑπῆρχε, ἀπὸ μία λαμπάδα ποὺ βρέθηκε ἀναμμένη! Ἀπ’ αὐτὴ τὴν λαμπάδα ἀνάψαμε τὰ κεριὰ στὸ σπίτι. Μία γριὰ γειτόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, εἶδε τὴν νύχτα ἐκείνη φωταγωγημένο ἔντονα τὸν Ἅη Γιώργη καὶ ξεσήκωσε τὸ χωριό. Νόμιζε πὼς καιγόταν ἡ Ἐκκλησία. Ὁ παππούς μου ἔλαμπε καὶ προφήτευε. «Θὰ δεῖτε, εἶπε, μία μεγαλόπρεπη Ἐκκλησία νὰ κτίζεται κάτω ἀπὸ τὴν ἤδη ὑπάρχουσα τοῦ Ἄη Γιώργη. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι τώρα ἡ ἀστυνομία. Θὰ ‘ναι Ἅγιος Γεώργιος καὶ αὐτή. Καὶ στὸ ἐνδιάμεσο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἕνα ψηλὸ κτήριο μὲ πατώματα πατώματα…δὲν ξέρω τί εἶναι». Ἔβλεπε τὸ κτίσμα ποὺ στεγάζει τὸ ψηλὸ ρολόι τῆς Πόμπιας.
Ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τοῦ παπποῦ μου, τοῦ παπᾶ Νικόλα, εὐωδίαζε πολύ. Πῆραν οἱ χωριανοὶ τὰ μικρὰ τεμάχια τῶν λειψάνων του. Ἄφησαν μόνο τὴν κάρα του καὶ τὰ μεγάλα ὀστᾶ.



