Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ πατὴρ Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης τῆς Σπιναλόγκας ἐξεδήμησε εἰς Κύριον στὶς 3 Ἀπριλίου 1972 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ Μονὴ Τοπλού.
«Θυμήσου Κύριε, τη Σπιναλόγκα τη δική Σου γη»
π. Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης:
Ο ιερέας της Σπιναλόγκα, ο «Άγιος των λεπρών»
«Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον»
Στο νησάκι της Σπιναλόγκας, που άλλοι το αποκαλούσαν «το νησί των ζωντανών νεκρών», κι άλλοι «το νησί των δακρύων», από το 1904 έως το 1957 ζούσαν οι λεπροί, άνθρωποι απομονωμένοι, πληγωμένοι από τον έξω κόσμο, περιφρονημένοι.. Μόνη τους παρηγοριά οι Άγιοι ιατροί και παρηγορητές τους, ο Άγιος Γεώργιος κι ο Άγιος Παντελεήμονας, κι η καμπάνα της μικρής Εκκλησίας τους που άλλοτε κτυπούσε χαρμόσυνα για να καλέσει σε προσευχή και άλλοτε πένθιμα για να αποχαιρετήσει έναν από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί με την ελπίδα εξεύρεσης του φαρμάκου.
Πολλοί ασθενείς έλεγαν, βλέποντας απέναντι στην στεριά, το τροπάριο της Εκκλησίας: “Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου καί την ιδίαν γύμνωσιν ιδών ωδύρετο”. Ο γιατρός Γεώργιος Παπαγεωργίου, που επισκέφτηκε το νησί γράφει, «Η ζωή τριάντα ασθενών είναι μια αληθινή τραγωδία. Είναι τριάντα μελλοθάνατοι, που σπαρταρούν στα θλιβερά κρεβάτια τους χωρίς γιατρό και φάρμακα… Μόλις πάτησα το πόδι μου στον τάφο αυτό των ζωντανών, μου φώναζαν κλαίοντας: Γιατρέ, είμαστε εγκαταλελειμμένοι από το κράτος και την κοινωνία. Πεθαίνουμε σα δηλητηριασμένα σκυλιά και γιατρό έχουμε να δούμε τώρα και ένα χρόνο. Το νερό που πίνουμε μαζεύεται μέσα σε στέρνες και, καθώς το τραβάμε με τον κουβά, πέφτουν μέσα τα δάκτυλά μας. Πίνουμε το αίμα μας, το πύο μας και τρώμε τις σάρκες μας. Γιατί δεν μεριμνούν για την απολύμανση του νερού; (…). Οι ασθενείς συνάνθρωποί μας χρειάζονται αμέσως ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα, γιατρούς και στοργή».*
Στις 13 Οκτωβρίου του 1904, επιβιβάσθηκαν στο νησί οι πρώτοι ασθενείς. Ο τότε επίσκοπος Πέτρας καί μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος, πήγε στην Σπιναλόγκα και φρόντισε να ανακαινισθή ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος και έκανε τα εγκαίνιά του. Στο τέλος, είπε στους παρευρισκομένους: “Τα εγκαίνια έγιναν, αλλά θα βρούμε ιερέα;” Τότε σηκώθηκε ο παπα-Μανώλης Ψαράκης, εφημέριος στην Νεάπολη, και τού είπε: “Εγώ, Θεοφιλέστατε, εγκαταλείπω την ενορία μου στην Νεάπολη, γιά να βοηθήσω, διακονώντας εις το εξής τους δυστυχείς συνανθρώπους μας”. Υπηρέτησε τους ασθενείς εκεί με ζήλο και αυταπάρνηση συνεχώς επί 21 ολόκληρα χρόνια.
Ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης** γράφει: “Μιά Κυριακή, πηγαίνοντας γιά την Λειτουργία του στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος, ο παπα-Μανώλης Ψαράκης είδε σημείο στα άμφιά του και μετά το τέλος της Λειτουργίας είπε στους εκκλησιαζομένους ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ότι είναι η τελευταία Λειτουργία πού επιτελεί και ζήτησε να συγκεντρωθούν την επομένη το πρωΐ όλοι οι άρρωστοι στην εκκλησία. Πράγματι την επομένη συγκεντρώθηκαν και κλαίγοντας έψαλαν μιά Παράκληση, διαβάστηκε μιά Συγχωρητική Ευχή και ζήτησε από όλους συγχώρηση. Τους ευλόγησε και με λυγμούς τον συνόδευσαν μέχρι την αποβάθρα. Την επομένη Κυριακή το μεσημέρι παρέδωσε το πνεύμα του στον Χριστό. Ας είναι η μνήμη του αιωνία! Είμαι βέβαιος περί της ανταμοιβής του στον ουρανό”.
Μετά τον θάνατο του παπα-Μανώλη τοποθετήθηκε οικειοθελώς ο υπέργηρος πατήρ Νέστωρ, τον οποίον διαδέχθηκε μέσα σε ένα χρόνο ο πατήρ Νίκανδρος, αδελφοί όλοι της Ιεράς Μονής Αρετίου. Ο πατήρ Νικόδημος υπηρέτησε εκεί γιά μερικά χρόνια. Τον διαδέχθηκε ο πατήρ Ανδρόνικος, πού υπηρέτησε μέχρι το 1935. Τότε κατέφθασε από το Άγιον Όρος ο ιερομόναχος Μελέτιος Βουργούρης. Παρέμεινε στην Σπιναλόγκα 13 ολόκληρα χρόνια και δεν τους εγκατέλειψε ούτε καί κατά τα χρόνια της Κατοχής, όπου η πείνα προκάλεσε τον θάνατο 100 περίπου ασθενών “συγκακουχούμενος” μαζί τους. Το 1948, εκπληρώνοντας παλιό του τάμα, πήγε στους Αγίους Τόπους και έμεινε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου μέχρι το τέλος της ζωής του.
Μετά ανέλαβε εφημέριος ο ιερομόναχος Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης από την Ιερά Μονή Φανερωμένης Τομπλού Σητείας, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος εφημέριος της Σπιναλόγκας. Άνθρωπος ασκητικός, λιτοδίαιτος, ελεήμων, ανεξίκακος.
Ο π. Χρύσανθος όταν προσευχόταν και λειτουργούσε, παρακαλούσε τον Κύριο λέγοντας: «Θυμήσου Κύριε, τη Σπιναλόγκα τη δική Σου γη». Ο πόθος να την επισκεφθεί μεγάλος, ο πόνος του γι’ αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερος, τα δάκρυα της προσευχής του καυτά για να φανερωθεί η Ζωή σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Κύριό μας. Όταν άκουσε πως ζητούσαν παπά για την Σπιναλόγκα, πήγε και έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο της Μονής και ζήτησε να πάει αυτός. Και η Μητρόπολη τον διόρισε τακτικό εφημέριο του νησιού. Ο μετέπειτα ηγούμενος της Μονής του, ιερομόναχος Τιμόθεος είπε : «Οι μοναχοί της μονής θαυμάζαμε τον Χρύσανθο για την απόφασή του, απόφαση αυταπάρνησης, να πάει στη Σπιναλόγκα ως αναπληρωτής του ιερομονάχου Μελετίου. Την ημέρα της αναχώρησής του τελέσαμε Θεία Λειτουργία. Τον κατευοδώσαμε δε με πολλή συγκίνηση και υπερηφάνεια, γιατί ο ιερομόναχος της μονής μας θα είναι εφημέριος στη Σπιναλόγκα».
Καθώς έφτασε στο νησί, στην είσοδο διάβασε μια πινακίδα που έλεγε : «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα». Διηγείται ο π. Φιλόθεος Σπανουδάκης, Ηγούμενος της Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής-Τοπλού από το 1969: «Ήταν το 1947, πήγε χτύπησε την καμπάνα για τον Εσπερινό. Την άλλη μέρα ξημέρωνε Κυριακή της Ορθοδοξίας… εξομολόγησε αρκετούς ασθενείς που περίεργοι πήγαν να δούν τον νέο τους παπά. Την άλλη μέρα, μεγάλη μέρα Κυριακή της Ορθοδοξίας – στην αρχή της Σαρακοστής, λειτούργησε και στο τέλος βγήκε στην Ωραία Πύλη να μεταδώσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κάλεσε τους Χριστιανούς να προσέλθουν και να μεταλάβουν τον Χριστό. Κανείς δεν κουνήθηκε από την θέση του… Επέμεινε ο παπάς και τότε ένας δύο στην αρχή διστακτικοί και μετά όλοι μαζί πήγαν να κοινωνήσουν.
Αφού απολειτούργησε, και έδωσε το αντίδωρο, με τα χέρια του τ’ αγιασμένα, έβαλε δι ευχών και μπήκε στ’ Άγιο Βήμα… την ώρα που κατέλυε το Χριστό, με την άκρη του ματιού του είδε μερικά κεφάλια από το παραπόρτι του Ιερού να τον κοιτούν έκπληκτα. Ήταν οι λεπροί, που δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο παπάς, έπινε από το ίδιο ποτήρι που είχαν πιει και αυτοί. Συγκλονίστηκαν. Ο παπά Χρύσανθος ήρεμος και πράος, τέλειωσε το υπούργημα του και βγήκε από το Ιερό.
Μόλις βγήκε από τ’ Άγιο Βήμα, έπεσαν στην αγκαλιά του οι λεπροί με δάκρυα στα αυλακωμένα από την αρρώστια πρόσωπα τους, του φιλούσαν τα χέρια και κλαίγανε όλοι μαζί… Έκπληκτος τώρα ο παπάς για την εκδήλωση αυτής της αγάπης τους, ρώτησε να μάθει τι είχαν πάθει. Τότε του είπαν το εξής: Ο προηγούμενος παπάς, φοβούμενος μην κολλήσει την αρρώστια, είχε ένα ξεχωριστό Άγιο Ποτήριο να κοινωνεί τους αρρώστους. Αυτό που κράταγε ο Χρύσανθος όταν βγήκε στην ωραία Πύλη, ήταν το Ποτήριο που κοινωνούσε μόνο ο παπάς. Όταν το είδαν στα χέρια του δεν έκαμαν βήμα, έχοντας στο νου τους πως γινόταν στον προηγούμενο παπά τους. Έπρεπε να κοινωνήσουν από άλλο Ποτήριο. Όταν λοιπόν τους “έπεισε” ο παπά Χρύσανθος να μεταλάβουν, μπήκαν με τρόπο στο Ιερό να δουν τι θα κάνει την Θεία Κοινωνία. Βλέποντας τον να καταλύει από το ίδιο Άγιο Ποτήριο νιώσαν την Ανάσταση στην ψυχή τους. Για αυτούς εκείνη η μέρα πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής ήταν Πάσχα….
Το 1957 η Σπιναλόγκα έκλεισε. Είχε βρεθεί πλέον το φάρμακο να σωθούν ζωές. Ο παπάς έμεινε εκεί μέχρι να φύγει και ο τελευταίος. Υγιής απόλυτα ο ίδιος, το σπίτι του θανάτου το έκαμε σπίτι του. Έφυγε το 1963, τελευταίος απ’ όλους για να επιστρέψει στο Μοναστηράκι του. Στο απάνεμο λιμανάκι που τον μεγάλωσε στην Κυρά Παναγιά την Ακρωτηριανή. Η νηστεία του ήταν απαράμιλλη. Όλη την Σαρακοστή, κρατούσε με ένα ρόφημα από τα μυρίπνοα βοτάνια της Κρήτης και λίγα χόρτα. Κρέας δεν έφαγε ποτέ στην ζωή του. Στην τράπεζα της Μονής κατέβαινε μονάχα το Σαββάτο και την Κυριακή και σε όλη του την ζωή ποτέ δεν έφαγε βράδυ. Μία φορά την ημέρα έτρωγε το μεσημέρι. Τις άλλες μέρες προσευχόμενος με αυστηρή νηστεία και περισυλλογή, έμενε στο φτωχικό κελί του. Δεν είχε τίποτε δικό του… Κοιμήθηκε στη Μονή σε ηλικία 82 ετών … (π. Θωμάς Ανδρέου)
* Ο γιατρός Γεώργιος Παπαγεωργίου, που επισκέφτηκε το νησί στις 21 Οκτωβρίου 1945 ως αντιπρόσωπος του Ε.Α.Μ. Νομού Λασιθίου, παρουσιάζει τις εντυπώσεις του στην εφημερίδα «Εθνικό Εγερτήριο» (15.11.1945). Το κείμενο αυτό αναδημοσίευσε ο πρώην σύμβουλος φιλολόγων Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης στην εφημερίδα «Ανατολή» του Νομού Λασιθίου (11.8.1984)
** Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης άρθρο του στον “Κόσμο της Ελληνίδος” με τον τίτλο: “Το ψέμα και η αλήθεια γιά την Σπιναλόγκα”,1976
Ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, τριτοετής φοιτητής της Νομικής μεταφέρθηκε στο νησί τη δεκαετία του 1930, όταν νόσησε. Αγωνίστηκε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων του νησιού. Με ενέργειές του έφερε ασβέστη για την απολύμανση των σπιτιών και κατάφερε να εγκαταστήσει ηλεκτρογεννήτρια προκειμένου να υπάρχει ρεύμα.
Πηγή: iconandlight.wordpress.com/2025/04/02/θυμήσου-κύριε-τη-σπιναλόγκα-τη-δική-σο/
***
Ο εφημέριος της Σπιναλόγκας
Του Δημήτρη Λ. Παπαδάκη, Φιλολόγου, πρ. Λυκειάρχη
Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ιερομόναχο Χρύσανθο τον Δεκαπενταύγουστο του 1967 στη Μονή Τοπλού, … Ήταν βραχύσωμος, μορφή ασκητική, με λευκή γενειάδα. Τα χρόνια βάραιναν τους ώμους του. Το ράσο και ο καλογερικός σκούφος του ήταν ξεθωριασμένα.
Βρισκόμουν ένα πρωί με τον πατέρα Χρύσανθο στην έξω από το καθολικό μικρή αυλή. Τότε εμφανίστηκε ένας μεγάλης ηλικίας. Μόλις είδε τον πατέρα Χρύσανθο αναφώνησε γεμάτος έκπληξη και χαρά: «Πάτερ Χρύσανθε…». Και την ίδια στιγμή δυό αγκαλιές ανοίχθηκαν.
Σε λίγο στο φτωχικό κελλί του πατέρα Χρύσανθου. Εκεί ο ξένος, έπειτα από μια σύντομη συζήτηση για γνωριμία, -δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του- μου μίλησε για την προσφορά του πατέρα Χρύσανθου στους λεπρούς της Σπιναλόγκας.
Η αφήγησή του:
Ήμουνα λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας. Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών. Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα. Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα. Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο! Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι! Και δεν έφταναν αυτά. Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.
Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους. Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα. Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι. Συντροφιά με τη μοίρα μας! Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.
Τις δύσκολες ώρες όλοι μας, όταν δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στο συνάνθρωπό μας, γονατιστοί στρέφομε τα μάτια μας προς τα άνω. Και εμείς, βρισκόμενοι στη Σπιναλόγκα, στο Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και προσευχόμαστε σιωπηλά. Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές το μήνα. Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη Θεία Λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!
Εδώ σταμάτησε την αφήγησή του. Κοίταξε το δάπεδο, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις αναμνήσεις του. Έπειτα συνέχισε την αφήγησή του:
Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη.
Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια. Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεχτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι.
Ο πατέρας Χρύσανθος, που τον διέκρινε ταπεινοσύνη, θέλησε να τον διακόψει: «Σε παρακαλώ…».
Εκείνος όμως συνέχισε την αφήγησή του.
Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ο,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας. Ο προηγούμενος ιερέας ο,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι.
Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας όχι μόνο την αγάπη της γλυκύτητας, αλλά και την αγάπη της ευποιίας. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς. Και έκανε τούτο τηρώντας το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. ΣΤ´, 3). Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για…
Δεν ολοκλήρωσε όμως τη φράση του. Ξέσπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα…
Ο πατήρ Χρύσανθος έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο δάπεδο, είπε με ένα εσωτερικό μεγαλείο, που μόνο οι πραγματικά μεγάλοι κρύβουν στην καρδιά τους: Πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σπουδαίο αυτό που έκαμα. Αυτό θα έκανε κάθε λειτουργός του Υψίστου, κάθε χριστιανός. Βοήθησα, όσο μπορούσα, συνανθρώπους μας να σηκώσουν το σταυρό στον Γολγοθά τους. Έπειτα η αρρώστια δε μεταδίδεται με τη Θεία Κοινωνία, με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Πέρασαν λίγες στιγμές σιωπής. Έπειτα ρώτησα τον πατέρα Χρύσανθο πότε έφυγε από τη Σπιναλόγκα. Εκείνος απάντησε: Η ανακάλυψη και χρήση των αντιλεπρικών φαρμάκων έδωσαν τέλος στο δράμα των χανσενικών της Σπιναλόγκας. Πολλοί θεραπευμένοι πήγαν στα σπίτια τους. Αυτοί που είχαν βαριές βλάβες μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων της Αθήνας. Το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας έκλεισε. Ήταν Ιούλιος του 1957. Όλοι, γιατροί, νοσοκόμοι, δημόσιοι υπάλληλοι, εγκατέλειψαν το νησί. Έπρεπε να το εγκαταλείψω και εγώ. Όμως δεν το εγκατέλειψα. Έμεινα εκεί ολομόναχος δύο ολόκληρα χρόνια. Τρόφιμα έπαιρνα από την αποθήκη, που υπήρχε στο νησί για τους λεπρούς. Είχα λίγα κηπευτικά. Τα καλλιεργούσα ο ίδιος σε ένα μικρό κήπο. Στο νησί έβρισκα και λίγα άγρια χόρτα. Οι ψαράδες μου έφερναν πολλές φορές ψωμί, λάδι και ψάρια. Κάποτε όμως τα τρόφιμα της αποθήκης τέλειωσαν. Και το πιο σπουδαίο, η υγεία μου κλονίστηκε. Τότε εγκατέλειψα το νησί λυπημένος. Ο επίσκοπός μου με τοποθέτησε στη Μονή τούτη.
Ο Ιερομόναχος Χρύσανθος στάματησε την αφήγησή του. Όμως εγώ, γεμάτος απορία, τον ρώτησα: «Γιατί έμεινες μόνος στο νησί;».
Εκείνος απάντησε: Λόγοι σοβαροί επέβαλαν την παραμονή μου στο νησί. Έπρεπε να λειτουργώ στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Έπρεπε να περιποιούμαι τους τάφους των χανσενικών. Έπρεπε ακόμα, βρισκόμενος μπροστά στους τάφους τους, να ψέλνω τρισάγιο για την ανάπαυση των ψυχών τους.
[…]
* Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κρητικές εικόνες» (Ηράκλειο, Μάης 1984), που εξέδιδε ο αγαπητός φίλος και εκλεκτός δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης. Εδώ στό περιοδικό «ΑΓΚΥΡΑ ΕΛΠΙΔΟΣ», τεύχος 61, το κείμενο δημοσιεύεται βελτιωμένο (www.imis.gr).
[1] ΧΑΝΣΕΝΙΚΟΣ Ο λεπρός λεγόταν και μεσκίνης, από την τουρκική λέξη miskin (βρομερός, φτωχός, άθλιος), αργότερα δε χανσενικός από το όνομα του Νορβηγού ιατρού Hansen, ο οποίος ανακάλυψε το παθογόνο μικρόβιο της λέπρας.
Πηγή: iconandlight.wordpress.com/2025/04/02/θυμήσου-κύριε-τη-σπιναλόγκα-τη-δική-σο/