Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν ἀρχιεπισκόπου καὶ θαυματουργοῦ Αὐξιβίου

πτβιβλίο: Ὁ ἅγιος Αξίβιος Α΄ πίσκοπος Σόλων, κδ. Θεομόρφου, 2015

1.  πιθυμ ν σς διηγηθ τ θαυμαστ κα λαμπρ πολιτεία το θαυμαστοκασίου πατρς μν κα διατελέσαντος ρχιεπισκόπου τς πόλης τν Σολίων Αξιβίου. Γιατ πρτος ατός, σν λαμπρς λιος, νέτειλε στν πόλη ατή, φωτίζοντας μ τς κτίνες τς θείας διδασκαλίας του σους βρίσκονταν στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων.  Ατς λαμπε πάνω π τν πόλη ατή, πως φέγγει στ σκοτάδι να λυχνάρι γεμτο μ θεϊκ λάδι, μέχρι τ στιγμή, πο Χριστς φώτισε τος κατοίκους της κα σν Αγερινς νέτειλε στς καρδιές τους. 

2.  λλ συγχωρέστε με, σς παρακαλ. Γιατ  γώ, καθς εμαι κα στν λόγο κα στ γνώση δύνατος, θεώρησα τι εναι ναγκαο, ν χει ν παρουσιάσει πολλ θαυμαστ ργα, ν σς διηγηθ μόνο λίγες π τς ρετς το μακαρίου Αξιβίου, πως τς κουσα κα τς διδάχθηκα π νδρες προχωρημένης λικίας· πως γράφει κα Θεία Γραφή: Ρώτησε τν πατέρα σου κα θ σο τ μάθει κα τος μεγαλύτερούς σου κα θ σο τ πον. ς ρχίσουμε, λοιπόν, μ τ βοήθεια το Θεο, τν φήγηση.

3. Αξίβιος καταγόταν π τ μεγαλούπολη τν Ρωμαίων. Ο γονες του ταν πλούσιοι κα στ θρήσκευμα εδωλολάτρες, πέκτησαν δδύο υούς, τν μακάριο Αξίβιο κα τν δελφό του, τν Θεμισταγόρα.  μακάριος Αξίβιος ταν πολ χαριτωμένος.  ταν προς πως Μωυσς κα σώφρων στος λογισμούς του πως μακάριος ωσφ κα γενικά, καθς μεγάλωνε, στολιζόταν μ κάθε εδους ρετή. πατέρας του κόμη τν μόρφωσε μ λη τ θύραθεν παιδεία.

4.  ταν φτασε στ νόμιμη λικία, ο γονες του θέλησαν ν τν νυμφεύσουν.  Ατός, μως, πειδ εχε νθεο νο, κέραιο λογισμ κα νάρετη ζωή, φερνε ντιρρήσεις.  Γιατ κουε σα λέγονταν γι τν Χριστ κα εχε πόθο ν γίνει χριστιανός.  ταν τ κουσαν ατ ο γονες του, γανάκτησαν μαζί του καί, μν πατέρας του τν ξανάγκαζε ν προχωρήσει σ γάμο μ πειλές, ν   μητέρα του τν συμβούλευε ν τ κάνει μ τς κολακεες της.

5.  Βλέποντας μακάριος Αξίβιος, τι ατή τους πιλογ ταν παγίδα καμπόδιο στ δική του γαθ πιλογή, θέλησε ν ναχωρήσει κρυφ π τ Ρώμη.  τσι, λοιπόν, φο διατράνωσε τν πόφασή του, χωρς ν πε σ κανένα τίποτα, μετ π λίγες μέρες, φυγε κρυφ π τος γονες του καί, κατεβαίνοντας στ λιμάνι, βρκε να πλοο, τ ποο πρόκειτο ν ποπλεύσει πρς τ νατολικά.  Κι τσι, γκαταλείποντας τ πάντα, παίρνοντας μόνο λίγα χρήματα μαζί του γι λόγους διατροφς, μπκε στ πλοο.  

6.  φο πέπλευσαν π τ Ρώμη, μετ π λίγες μέρες φτασαν στ Ρόδο.  π κε, διασχίζοντας τ πέλαγος τς Παμφυλίας, φτασαν στν Κύπρο, κα κατέπλευσαν σ κάποια κώμη μ τ νομα Λιμνήτης, πο πεχε περίπου τέσσερα ρωμαϊκμίλια π τν πόλη τν Σολίων.  Μ ατ τν τρόπο πρόνοια το Θεο καθοδηγοσε τν μακάριο Αξίβιο πρς σωτηρία πολλν ψυχν.  ταν βγκε π τ πλοο, παρέμεινε γι κάποιο χρόνο στν Λιμνήτη γι ν συνέλθει, γιατ ταν πολ ζαλισμένος π τ ταξίδι καὶ ὀλιγοψύχησε. 

7.  Στν Κύπρο, τότε, λθε κα Βαρνάβας, πόστολος το Χριστο, κατ τ δεύτερη περιοδεία του, φο ποχωρίστηκε π τν πόστολο Παλο μ τ σμα, λλ χι μ τν καρδιά.  Μαζί του, μάλιστα, εχε λάβει κα τν Μρκο, κα κατέπλευσαν στ Λάπηθο.  πειτα, περιερχόμενοι λο τ νησί, φτασαν στ Σαλαμίνα, τ σημεριν Κωνσταντία, πως ναφέρει Μρκος.  κε βρκαν τν ρακλείδη, τν ρχιεπίσκοπο το νησιο, τν ποο, φο ναγνώρισαν, δίδαξαν πς πρέπει ν κηρύττει τ εαγγέλιο το Χριστο, ν δρύει κκλησίες κα ν χειροτονε τος λειτουργούς τους. φολοιπν τν σπάστηκαν, τν πέστειλαν στν προορισμό του μερήνη. ταν δ Βαρνάβας λοκλήρωσε τν δικό του δρόμο κα γωνίστηκε τν καλ γνα τς πίστης καστέφθηκε μ τν στέφανο το μαρτυρίου στν Κωνσταντία, ο παράνομοι ουδαοι ναζητοσαν κα τν Μρκο, γι ν τν  θανατώσουν.  Μρκος, μως, διέφυγε κα τν καταδίωξαν μέχρι τος Λέδρους (σημ. Λευκωσία). Βρίσκοντας κεμι σπηλιά, μπκε μέσα κα μεινε κρυμμένος γι τρες μέρες.    Μετ π τρες μέρες φυγε π τν τόπο κενο καί,  περνώντας μέσα π τ βουνά, ρθε στν Λιμνήτη.  Μαζί του ταν Τίμων κα Ρόδων.

8.  ταν φτασαν στν κώμη το Λιμνήτη, συνάντησαν τν μακάριο Αξίβιο, ποος πρόσφατα εχε φτάσει κε π τ Ρώμη.  ταν, λοιπόν, συναντήθηκαν, ρώτησε Μρκος τν Αξίβιο: «π ποιά πόλη κατάγεσαι;»  Ατςπάντησε: «π τ μεγάλη πόλη τς Ρώμης, κα χω λθει δ, γι ν γίνω χριστιανός.»  πόστολος, βλέποντας τι εχε πόθο γι τν Χριστ κα τι ταν νδρας πιστς κα λόγιος, τν κατήχησε παρκς. Καί, φο τν δίδαξε τν λόγο τς ληθείας το Θεο, κατέβηκε στν πηγ κα τν βάπτισε ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος.  ταν τν βάπτισε, πέθεσε τ χέρια του πάνω του κα το δωσε τ Πνεμα τ γιο.  πειτα τν χειροτόνησε πίσκοπο καί, φοτν δίδαξε πς πρέπει ν κηρύττει τ εαγγέλιο το Χριστο, τν στειλε στν πόλη τν Σολίων, δίνοντάς του τς ξς  δηγίες: «πειδ πόλη εναι γεμάτη εδωλα κα ο κάτοικοι δν δέχτηκαν κόμη τν λόγο το Θεο, λλ βρίσκονται στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων, ν κάνεις ατ πο σο λέω: Κανες ν μ μάθει γι να χρονικ διάστημα τι εσαι χριστιανός, λλ ν ποκριθες τι σπάζεσαι τ θρησκεία τους. Καί, καθς περν καιρός, ν ρχίσεις ν τος μιλς συγκεκαλυμμένα σν σ νήπια, προσφέροντάς τους γάλα, σπου ν ριμάσουν πνευματικ κα ν μπορον ν πάρουν στέρεη  τροφή.»  φο επε ατ κα περισσότερα πόστολος στν Αξίβιο, τν χαιρέτησε κα ναχώρησε ερηνικά. δΜρκος, βρίσκοντας κάποιο πλοο αγυπτιακό, νέβηκε σαττσυνοδεία του), πέπλευσαν κα φτασαν στν λεξάνδρεια.  κε κήρυττε τεαγγέλιο καδίδασκε γι τ Βασιλεία το Θεο.

9.  μακάριος Αξίβιος φυγε π τν Λιμνήτη κα κατ τν πορεία του ζητντας διαρκς δηγίες φτασε στος Σόλους. Κοντ στς πύλες τς πόλης, πρς τ δυτικά, πρχε νας νας το Δία, το ψεύτικου θεο τους, στν ποο κατοικοσε κα νας ερέας.  Καθς λοιπν περνοσε μακάριος Αξίβιος π τν τόπο κενο, τν εδε ερέας το Δία τι ταν ξένος, τν πρε στ σπίτι του, τν φιλοξένησε μ καλοσύνη κα το κανε τ τραπέζι.  Αξίβιος, λοιπόν, τ μέρα κείνη μεινε κοντά του.  Τν πόμενη μέρα ερέας τν ρώτησε: «π πο ρχεσαι κα γι ποιό λόγο λθες στ μέρη μας;»  γιος Αξίβιος το πάντησε: «Εμαι  π τ Ρώμη. πειδὴ ὅμως μο παρουσιάστηκε νάγκη ν μεταβ στν Παλαιστίνη, φθασα καθοδν στν Λιμνήτη καί, μαθαίνοντας τι διαμον στος Σόλους εναι καλ κα τσι ζητώντας δηγίες, φθασα δ κα σκοπεύω ν μείνω μετ χαρς.  λλά, ν θέλεις ν μ βοηθήσεις, φησέ με ν μείνω κοντά σου, μέχρι ν βρ τόπο, γι ν κατοικήσω.»  Ατς το επε: «Μενε, ν εσαι καλά.»        

10.  μεινε, λοιπόν, σκενο τν τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν το Δις γι ρκετ καιρό, χωρς ν φανερώσει τι εναι χριστιανός, λλ ποκρινόταν τι σπαζόταν τ θρησκεία τους, σκεπτόμενος μέσα του: «Ἐὰν διάβολος μετασχηματίζεται σ γγελο φωτός, γι ν παρασύρει πρς τν αυτό του σους τν πιστέψουν κα ν τος μεταφέρει π τ φς στ σκοτάδι λέγοντάς τους ραα καπλαστλόγια, πως κριβς κάνουν κα ο πηρέτες του, πόσο μλλον μες χουμε ποχρέωση ν γινόμαστε μοιοι μ τος μοιοπαθες μ᾽ ἐμς νθρώπους, γι ν τος πομακρύνουμε π τν ξουσία το σκότους κα το διαβόλου κα ν τος μεταθέσουμε στ θαυμαστ φς τς πιγνώσεως το Κυρίου μν ησο Χριστο το Υο το Θεο;» Ατ σκεπτόμενος κα πράττοντας πηρέτης το Θεο Αξίβιος, μενε στν προαναφερθέντα τόπο.

11.  φο πέρασαν λίγες μέρες, μακάριος Αξίβιος λέει στν ερέα: «χω ν σο π κάτι, δελφέ.»  Ατς το παντ: «Πές μου».  Κα το λέει: «Γι ποιό λόγο λατρεύετε ς θεος πράγματα, πο εναι ξύλα κα πέτρες;  Παρόλο πο χουν στόμα, ντούτοις δν μιλον, ν κα χουν μάτια δν βλέπουν, ν κα χουν ατι δν κονε κα οτε μπορον ν σφρανθον τ θυσία πο τος προσφέρετε. Ατς μως, τν ποο ο χριστιανο λατρεύουν, εναι ληθινς Θεός, πως χω κούσει π κάποιους χριστιανούς.  Διότι, πως κούω, κάνει πολλ θαύματα.» φο τ κουσε ατ ερέας, νιωσε κατάνυξη π τ λόγια το Αξιβίου κα π κείνη τ στιγμ δν θυσίαζε στ εδωλα, λλ στ ξς δεχόταν κατήχηση π τν μακάριο Αξίβιο. Γι ρκετ χρόνο Αξίβιος νεργοσε μ τν κόλουθο τρόπο: μπαινε στν πόλη κρυφά, δίδασκε μυστικά, βγαινε πάλι κα μενε ξω π τν πόλη, στν προαναφερθέντα τόπο το Δία.           

12.  ν λοιπν Αξίβιος ζοσε σκενο τν τόπο, πόστολος Μρκος κήρυσσε στν λεξάνδρεια τ εαγγέλιο το Χριστο.  φο πίστεψαν κα βαπτίστηκαν πολλοί, Μρκος φυγε π τν πόλη σ ναζήτηση το ποστόλου Παύλου.  ταν τν βρκε, ποκλίθηκε μπροστά του κα Παλος τν δέχτηκε μ πολ μεγάλη χαρά.  Τότε Μρκος διηγήθηκε στν Παλο μ λεπτομέρειες τ σχετικ μ τν Βαρνάβα κα μ ποιό τρόπο λοκλήρωσε τν καλ δρόμο, μαρτυρώντας στ Σαλαμίνα.  Τ γεγονός, τι Παλος δέχτηκε μ χαρ τν Μρκο, τ μαρτυρε διος, γράφοντας τ ξς στν πρς Κολοσσαες πιστολή του: «Σς στέλλει χαιρετισμος Μρκος, νεψις το Βαρνάβα.» κόμα στν πρς Τιμόθεον πιστολή του ναφέρει: «Πρε τν Μρκο κα φέρε τον μαζί σου, γιατί μοεναι χρήσιμος σὲ ὑπηρεσία.» Μρκος μεινε, λοιπόν, μ τν Παλο ς τν θάνατο το τελευταίου. 

13.  ταν Παλος πληροφορήθηκε, τι Βαρνάβας κοιμήθηκε κα ταν συνειδητοποίησε τι δν πάρχει κανένας πόστολος στν Κύπρο, γι ν διδάσκει κα ν εαγγελίζεται τν Χριστό, στειλε τν παφρ, τν Τυχικ κα κάποιους λλους στν Κύπρο, στν ρχιεπίσκοπο το νησιο, τν ρακλείδη, στν ποο γραψε ν τοποθετήσει τν παφρ πίσκοπο στν Πάφο, τν Τυχικ στ Νεάπολη κα τν καθένα π τος λλους σ διάφορες πόλεις.  «Πήγαινε κα στν πόλη τν Σολίων», τοῦ ἔγραφε πίσης, «κα ναζήτησε κε να Ρωμαο νδρα, πο νομάζεται Αξίβιος.  Ατν ν καταστήσεις πίσκοπο τν Σόλων, λλά, πρόσεξε, ν μν πιθέσεις πάνω του τ χέρια σου προκειμένου ν τν χειροτονήσεις, γιατ χει δη ξιωθε τς ερωσύνης, καθς χειροτονήθηκε π τν Μρκο.»

14.  ταν μακάριος ρακλείδης παρέλαβε τν πιστολή, πο το στειλαν ο πόστολοι κα τ διάβασε, μέσως χωρς καμμία καθυστέρηση κανε σα το ποδεικνύονταν.  Κατέβηκε, λοιπόν, στν πόλη τν Σόλων, ναζήτησε τν μακάριο Αξίβιο κα το επαν σ ποιό τόπο μένει.  Βγαίνοντας τότε π τν πόλη, πγε στν τόπο τν καλούμενο το Δις κα τν βρκε κε.  φο σπάστηκε νας τν λλο, μακάριος ρακλείδης, παίρνοντας πρτος τν λόγο, το λέει: «Αξίβιε, παιδί μου, κοντά σου μ χουν στείλει ο πόστολοι το Χριστο.  Μέχρι πότε θ κρύβεσαι σατ τν τόπο κα δν θ μφανίζεσαι;  Μέχρι πότε θ κρύβεις τ λυχνάρι κάτω π τν μόδιο κα δν τ τοποθετες πιτέλους πάνω στν λυχνοστάτη το σταυρο, γι ν φωτίσει λους τος νθρώπους ατς τς πόλης;   λα, λοιπόν, ν φωτίσεις σους βρίσκονται στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων.  λα, ν γίνεις κήρυκας τς λήθειας.  Μέχρι πότε θ κρύβεις τ τάλαντο, πο λαβες π τν Κύριό σου; Κέρδησε πταπλάσια π ατό, πο λαβες. γωνίσου κι σύ, γινὰ ἀξιωθες νὰ ἀκούσεις (πτν Κύριο): Εγε, καλ κα μπιστε δολε! ποδείχτηκες ξιόπιστος στλίγα χαρίσματα ποσοῦ ἔδωσα, γιατ θ σο δώσω πολλά.  Δέν κουσες ατό, πο λέει γία Γραφή, τι, σοι σπέρνουν μ δάκρυα, θ χαίρονται στν θερισμό;  Σπερε, λοιπόν, στν τωρινκακοχειμωνιά, γι ν θερίσεις μ χαρ κα ερήνη. Μ φοβηθες ατούς, πο σκοτώνουν τ σμα, λλά, ντίθετα, ατόν, πο μπορε ν τιμωρήσει καψυχ κα σμα στν κόλαση.  Γιατ ατς επε: ‘‘Σς στέλλω σν πρόβατα νάμεσα  στος λύκους’’. λλο πάλιν λέει: ‘‘κόμα κι ταν σς σύρουν στ δικαστήρια νώπιον ρχόντων κα βασιλιάδων, μν γωνιτε γι τ τί θ πετε πς θ τ πετε.  Γιατ τ γιο Πνεμα θ σς φωτίσει τί θ πρέπει νπετε’’φο επε ατ γιος ρακλείδης, πρε τν σιο πατέρα Αξίβιο κα μπκαν στν πόλη. Καί,  φο προσευχήθηκε, χάραξε στ γ να σχεδιάγραμμα κκλησίας, μικρς μν στ μέγεθος, λλ μεγάλης μτ χάρη το Χριστο. φο λοιπν το δίδαξε λο τν κκλησιαστικ κανόνα, πως τν εχε διδαχτε κι ατς π τος ποστόλους, τν μπιστεύτηκε στν Κύριο. Κι φοτν σπάστηκε, πρε τν δρόμο γι τν πόλη του.        

15.  γιος Αξίβιος μέσως, χωρς καμμία καθυστέρηση, ρχισε ν οκοδομε τν κκλησία.  ταν τν τέλειωσε, μπαίνοντας μέσα κα πέφτοντας μπρούμυτα στ δάπεδο,  ρχισε ν βο κα ν λέει μ δάκρυα: «Δέσποτα Θε παντοκράτορα, σύ, πο δημιούργησες τν ορανκα τ γ, τ θάλασσα κα λα σα πάρχουν σατά, σύ, πο πλασες τν νθρωπο παίρνοντας χμα τς γς κα πο τν τίμησες, δίνοντάς του την εκόνα Σου κα πού, ταν πατήθηκε κα νεκρώθηκε π τν φθόνο το διαβόλου, δν τν γκατέλειψες ποτέ, γαθέ, λλ πέστειλες σ᾽ ἐμς τν Υό σου τν μονογεν, γι ν σώσει τ γένος τν νθρώπων.  Κα σύ, Κύριε ησο Χριστέ, πού, δι το Τιμίου σου Σταυρο νίκησες τς ρχς κα τς ξουσίες το διαβόλου, πο δωσες δύναμη ξ ψους στος γίους σου ποστόλους, κα τος δωσες ξουσία ν πατον πάνω σ φίδια κα σκορπιος κα ν κυριαρχον πάνω σ λη τ δύναμη το χθρο, δυνάμωσε κα μένα τν δολο σου, κα δσε μου πολ θάρρος, ν κηρύττω φοβα τν λόγο σου.  μφύτευσε, Δέσποτα, στν καρδι ατο το λαο σου τν θεο φόβο σου.  Φώτισέ τους μ τ χάρη Σου, στε, φο ποδεσμευτον π τν πλάνη το διαβόλου, νγνωρίσουν σένα τν μόνο ληθιν Θεό, καθς κι κενον, πο στειλες στν κόσμο, τν ησο Χριστό.  Στελε, Δέσποτα, τ γιο σου Πνεμα, ν κατοικήσει στν γιο τοτο οκο, πο οκοδομήθηκε στ νομά σου τ γιο.  Κράτησε ατ τν οκο στερε στν πίστη σου μέχρι τ συντέλεια το κόσμου.  Διότι, σ επες Κύριε: Πάνω σατ τν πέτρα θ οκοδομήσω τν κκλησία μου κα δν θ τν κατανικήσουν ο δυνάμεις το δη.  Φέρε, Κύριε, τν ποίμνη σου, πο πλανήθηκε, πίσω στν γία σου ατμάνδρα, σ καλς ποιμένας, ποος θυσίασες τ ζωή σου γι χάρη τν προβάτων σου.  πλωσε τν παντοδύναμή σου δεξιά, τν βραχίονά σου τν δυνατό κα φοβερ κα όρατο, κα μ τράβδο το τιμίου σου σταυρο δίωξε τν αμοβόρο λύκο π τν γέλη σου, Δέσποτα.  σους χουν πλανηθε συγκέντρωσέ τους, γι ν γίνει μία ποίμνη, νας ποιμένας. δοποίησε δκαγιμένα τν δρόμο τοεαγγελικοκηρύγματος μ τν εσπλαχνία σου, μτν  πλώνω τ χέρι μου καν νεργονται σημεα καθαύματα, στ νομα το μονογενος σου Υο, ησο Χριστο το Κυρίου μν, μτν ποο, μαζμτὸ Ἅγιο καὶ ἀθάνατό σου Πνεμα, σοῦ ἁρμόζει δόξα, τιμκακράτος, τώρα, καπάντοτε, καστος αἰῶνες τν αώνων· μήν.» 

16.  ταν τελείωσε τν προσευχή του καὶ ἀφοσηκώθηκε π τ δάπεδο, πγε σ δημόσιο χρο τς πόλης κα ρχισε ν διδάσκει γι τ Βασιλεία το Θεο.  Γύρω του τότε συγκεντρώθηκε πολς κόσμος, καί, παίρνοντας τν λόγο μακάριος Αξίβιος, τος δίδασκε μ τ ξς: «νδρες, δελφο κα πατέρες, κοστε με κα πιστέψετε στν Κύριό μας ησο Χριστό, τν ποο σς κηρύττω.  Διότι ατς σώζει λους σοι πιστεύουν σατόν.  Λάβετε φς γνώσεως Θεο. Σηκστε ψηλ τ μάτια τς ψυχς σας.  γκαταλεψτε τν τρόπο ζως, πο κληρονομήσατε π τος προγόνους σας, κα γνωρίστε τν ληθιν Θεό, τν δημιουργ τν πάντων, ατόν, πο μπορε ν σώσει τς ψυχές σας.»  Ατ διδάσκοντας κα κηρύσσοντας δημόσια, πεισε πολλος μ τν καλή του διδασκαλία, ν γκαταλείψουν τ μάταια πλάνη τν εδώλων κα ν πιστέψουν στν Κύριο μν ησο Χριστό. Το δόθηκε μάλιστα χάρη π τν Θεό, ν θεραπεύει τος σθενες κα ν διώχνει δαιμόνια.  μέρα μ τν μέρα λοιπν αξανόταν   κόσμος, πο πίστευε στν Κύριο, κα βαπτίζονταν στ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος, ξομολογούμενοι τς μαρτίες τους.  σοι μάλιστα εχαν ρρώστους, τος φερναν στν μακάριο Αξίβιο κι κενος κουμποσε τ χέρια του πάνω τους κα τος θεράπευε στ νομα το ησο Χριστο το Κυρίου μας.  ταν τ μαθαν ατ ο νθρωποι τν περιχώρων, πήγαιναν στν πόλη, παίρνοντας μαζτος σθενες τους, κα τος θεράπευε λους μ τν πίκληση τς χράντου κα ζωοποιο Τριάδος.  Ατοί, στ συνέχεια, πίστευαν κα βαπτίζονταν.     

17. ταν τότε κάποιος νδρας π τχωριό, ποὺ ἐκαλετο Σολοποτάμιο, μ τ νομα Αξίβιος. Ατός, πειδ κουσε γι τν μακάριο Αξίβιο, γι τ διδασκαλία κα τν ρετή του, πγε σατόν, πρόσπεσε στ πόδια του κα τν παρακαλοσε λέγοντας: «Πάτερ, δσε μου τ σφραγίδα το Χριστο  δτίμιος καὶ ὅσιος ρχιερέας τοΧριστοΑξίβιος, ντλώντας χωρία π τς θεες Γραφές, τν δίδαξε γι τν Πατέρα, τν Υἱὸ κα τ γιο Πνεμα κα τν βάπτισε στ νομα τς γίας καμοουσίου Τριάδος.  κτοτε, Αξίβιος π τ Σολοποταμία μεινε μαζ μ τν σιο πατέρα Αξίβιο λο τν χρόνο τς ζως του κα διδασκόταν π ατόν.  γινε δκι ατς θαυμαστς νδρας, προκόπτοντας στ σοφία κα τ χάρη το Θεο, κολουθώντας τ χνη το καλο διδασκάλου, πορευόμενος μ τν φόβο τοΘεοκα μιμούμενος τν διδάσκαλό του σ λα.

18.  Μι μέρα Αξίβιος, μαθητς το γίου Αξιβίου, βγκε ξω π τν πόλη πρς τ νατολικά, κατευθυνόμενος γιτν τόπο, τν καλούμενο «το Ταρίχου», πρς ναψυχή.  Καί, πηγαίνοντας κοντ σνα δέντρο, κάθισε στ σκιά του, καί, ξαπλώνοντας, κοιμήθηκε.  Ξαφνικ πλθος μυρμήγκια σχημάτισαν κύκλο γύρω πτν κεφαλή του, σν ν τν στεφάνωναν. ρχόμενος λοιπν μακάριος Αξίβιος κα βλέποντας τοτο, θαύμασε.  Κα κράτησε μέσα στν καρδιά του λα ατά, πο εδε.  Γιατ τ μυρμήγκια σημαίνουν τ διέγερση το κνηρο νο πρς τν πιθυμία γαθν ργων, πως λέει Σολομών: «Πήγαινε, τεμπέλη, στ μυρμήγκι, κα μιμήσου τς πράξεις του.» Κι κενο τ στεφάνι προμήνυε τν ξία τς ερωσύνης. Γιατ μαθητς πρόκειτο ν καθίσει στν θρόνο το καλο διδασκάλου κα ποιμένα.  Καί, φο ξύπνησε τν μαθητή, μπκε στν κκλησία. Κι μαθητς πάκουε σ λα στν διδάσκαλό του κα τν πηρετοσε πως καλς δολος τν κύριό του.

19.  μακάριος Αξίβιος δν σταματοσε ν προσεύχεται στν Θε μέρα κα νύχτα γι τ σωτηρία κα τ μετάνοια το λαο κα δίδασκε διαλείπτως.  τσι, ποίμνη το Χριστο προόδευε κα αξανόταν μέρα μ τ μέρα, ν ποίμνη το χθρο μέρα μ τ μέρα λαττωνόταν.

20.  ταν τ πληροφορήθηκε ατ Θεμισταγόρας, δελφς το μακαρίου Αξιβίου, πγε στος Σόλους μαζ μ τ γυναίκα του, τ μακαρία Τιμώ.  ταν δκα ατ θαυμαστ κα νάρετη.  φο νέβηκαν στν κκλησία, σπάστηκαν τν Αξίβιο κα χάρηκαν πολύ, πο τν συνάντησαν.  Παρέμειναν λοιπν στ πισκοπεο κα διδάσκονταν π τν μακάριο Αξίβιο, ποος κα τος βάπτισε κατόπιν στ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος. Χειροτόνησε δδιάκονο τς γίας κκλησίας τν μακάριο Θεμισταγόρα, καθς κα τ γυναίκα του διακόνισσα.  Διότι, π τ στιγμή, πο λαβαν τ γιο βάπτισμα, χώρισαν κ συμφώνου μεταξύ τους πτσαρκικμείξη χάρη τς Βασιλείας τν ορανν, κα στ ξς ζοσαν σν δέλφια, φτάνοντας κα ο δύο στν πάθεια.

21. φοπλέον πιφοίτησε χάρη το Θεο στν πόλη τν Σολίων κα σχεδν λοι πίστεψαν στν Κύριό μας ησο Χριστό, δι μέσoυ τς διδασκαλίας το σίου πατέρα μας κα ρχιεπισκόπου Αξιβίου κα τσυνέργεια το γίου Πνεύματος, γιος Αξίβιος συνειδητοποίησε τι κκλησία ταν πιμικρ γι τος πιστούς. Σκέφτηκε τότε ν οκοδομήσει μεγαλύτερη κκλησία στ νομα το Θεο καί, γονατίζοντας, προσευχήθηκε ν τν βοηθήσει Θεός. Κι φοσηκώθηκε, κανε εχ  κα χάραξε τ σχεδιάγραμμα τς γίας κκλησίας. Μ τν ελογία λοιπν κα τ βοήθεια το Θεο νήγειρε ατ τν μεγάλο κα θαυμαστ ναό, ατ τν γία καθολικ κα ποστολικ κκλησία, στολίζοντάς την μ κάθε στολίδι, σν νύμφη ΧριστοτοΘεομας.

22.  Τ καλς ποιμένας κα διδάσκαλος, πο ποίμανε καλ τ ποίμνιο το Χριστο!  Τ φωτεινς φωστήρας, πο φώτισε ατος πο κατοικοσαν στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων!  Τ μπειρος γιατρός, πο γιάτρεψε μ τν πίκληση τς γίας Τριάδος σους πληγώθηκαν π τν διάβολο!  Διότι δν γιάτρευε μόνο τ σωματικ πάθη, λλ γιάτρευε μ τ γιο Πνεμα κα τ κρυφ τραύματα τς ψυχς, διορθώνοντας τος μαρτωλος λογισμος κα καθετί, πο ρθώνεται μ λαζονεία ναντίον τς γνώσης του Θεο, μιμούμενος τν Παλο, ποος γι τος πάντες γινε τ πάντα, τσι στε ν τος σώσει λους, ντικρίζοντας τν θάνατο κάθε μέρα γι χάρη το Χριστο, πο πέθανε κα ναστήθηκε γιατόν. μακάριος ατς νθρωπος σκησε τν παρθενία, σταματώντας τν δρόμο το λιου (νακόπτοντας δηλ. τσυνηθισμένη πορεία τς νθρώπινης ζως). Τν παρθενικζωή του νίσχυσε μ προσευχ κα  νηστεία, νδυναμωμένος π τν πίστη κα καθοδηγούμενος π τν λπίδα, κα τν  τελειοποίησε μτν γάπη. Ατν παρθενία) γάπησε Αξίβιος, τν τίμησε κα π ατ τιμήθηκε κα τρύγησε τος καρπος τν κόπων του κα στν πίγεια ζωή. πειδ τίμησε τν ερωσύνη, το δόθηκε π τν Θε ψηλς ατς θρόνος (τς πισκοπς τν Σόλων). Φόρεσε χιτώνα, πο φτανε ς τ πόδια του, πως δολος. κεφαλή του στολίσθηκε μ τ στεφάνι τς επρεπείας.  Θες το μπιστεύτηκε τν κκλησία, ς νύμφη παρθένο, κα τσι γίνεται νυμφίος της κατ χάριν.  σπειρε στν γρ το γίου Πνεύματος, κα γιατ θερίζει ς καρπτο Πνεύματος τν αώνια ζωή.   

23.  Ποιός λοιπν δν θ θαυμάσει, γαπητοί, κα δν θ παινέσει τν γενναο θλητ το Χριστο, πς μόνος πυγμάχησε κα νίκησε τν χθρ κα ρπαξε π τ χέρια του μεγάλο τρόπαιο;  Γιατ χθρς τος εχε λους πόδουλους.  Διότι, ταν γιος μπκε στν πόλη, δν πρχε κανένας χριστιανς κα τος κανε λους χριστιανος μ τ χάρη το Θεο.  πως νας στρατηγός, σταλμένος π τν βασιλι νάντια σ πόλη πο χει ξεγερθε, πρτα στέλλει κατασκόπους, μετ νεδρεύει ξω π τν πόλη, παρατηρώντας τ χαρακτηριστικά της, μέχρι ν τν κατακτήσει κα ν τν ποτάξει στν βασιλιά, τσι κανε κα μακάριος Αξίβιος. Γιατί, ταν στάλθηκε π τν πουράνιο βασιλι σατ τν πόλη, γι ν πολεμήσει τν χθρό, στν ρχ δν μπαινε φανερ στν πόλη, λλ μπαινε ς κατάσκοπος, φορώντας τ διο νδυμα μ τος λλόθρησκους, χοντας μως μέσα στ φαρέτρα τς καρδις κρυμμένο τ πλο το σταυρο καί, περιερχόμενος τος χώρους λατρείας τους, μέσως πειτα ναχωροσε π τν πόλη. Ατ τ κανε γι ρκετ χρόνο.  Κατ πι θαυμαστ ταν τι, ν διέμενε στν να το χθρο, δηλαδ το Δία, π κε κριβς κανε τν ρχ τς νίκης του.  Γιατ πράγματι κατήχησε τν ερέα το Δία κα τν βάπτισε κρυφ κα κατέστρεψε τν να τν εδώλων.  πειτα, μ παρρησία πλέον, μπαίνοντας στν πόλη σν γενναος στρατιώτης, σήκωσε τ χέρια στν ορανό, ναδεικνύοντας τν αυτό του τύπο το Τιμίου Σταυρο, πως κανε μέγας Μωυσς, καί,   κατατρόπωσε πτμιτν νοητ μαλήκ, δηλαδ τν διάβολο, λευθέρωσε δκα πολύτρωσε ατούς, πο ταν κάτω π τν ξουσία του, δηγώντας τους π τ σκοτάδι στ θαυμαστ φς τς  βαθεις γνώσης  το Υο του Θεο κα τος πέταξε στν πουράνιο βασιλιά.   

24.  φολοιπν κατόρθωσε τ πάντα μ καλ τρόπο κι γινε κήρυκας τς λήθειας κα τίμησε τν ερωσύνη γιπενήντα περίπου χρόνια, κι φο φώτισε πολλος μ τν πίστη στν Χριστό, φθασε κοντ στ τέλος τς ζως του.  φο τότε προσκάλεσε λο τν τίμιο του κλρο, τος επε: «Πατέρες κα δελφο κα παιδιά μου γαπημένα, προσέξτε ατά, πο τώρα θ σς π.  γ τώρα πιπαίρνω τν δρόμο τν πατέρων μου (πρόκειται νὰ ἀποθάνω), πως λοι πο ζησαν πάνω στγ.  Προσέχετε τν αυτό σας, παιδιά μου. Μείνετε στέρεοι στν πίστη.  Μν φήσετε κανένα ν σς ξαπατήσει μ κούφια λόγια.  σες ο διοι γνωρίζετε, πόσες θλίψεις πέμεινα στν πόλη ατή, προσευχόμενος στν Θε νύχτα κα μέρα ν μο δώσει χάρη στν λόγο, στε φοβα καμσαφήνεια ν διακηρύττω τ μυστήριο τς σωτηρίας, πο προσφέρει Χριστός. Καὶ ὁ ψευδς Θες δν μ γνόησε, λλ μ βοήθησε.  Τώρα, δελφοί, σς μπιστεύομαι στν Κύριο κα στ κήρυγμα πο σς ποκάλυψε χάρη Του.  Ατς μπορε ν σς κάνει ριμους στν πίστη κα ν σς δώσει τν πουράνια ζω μαζ μ λους κείνους πο χουν γίνει δικοί Του. Ν εστε σταθερο κα ν μείνετε πιστο στς διδασκαλίες, τς ποες παραλάβατε π μένα. Κι ατόν, ποδιάλεξε Θες γι ερέα, π σς προλθε κα μαζί σας μένει, γι ν σς πηρετε  φο επε ατ κα περισσότερα π ατά, πρε κοντά του τν θεοτίμητο μαθητή του Αξίβιο, τν σπάστηκε κα επε: «σένα διάλεξε Θες γι ερέα (πίσκοπο)· σ θ εσαι ποιμένας τς ποίμνης του Χριστο, πο τν κανε δική Του μ τ αμα Του.» πειτα τος σπάστηκε να πρς να.  Τν τρίτη μέρα κούστηκε σ λη τν πόλη, τι « πατρ μν Αξίβιος πρόκειται ν γκαταλείψει τν νθρώπινο βίο», κα συγκεντρώθηκαν λοι μ κλάματα κα δυρμος στν κκλησία.  φο λοιπν τος σπάστηκε λους, παρέδωσε τ πνεμα ν ερήν στν Κύριο.

25. φολοιπν τέλεσαν τν κηδεία του μ κάθε πιμέλεια,λαβαν τ λείψανο τοσίου κα  παμμακάριστου πατρς μν κα ρχιερέως Αξιβίου ντρες ελαβες κα τ τοποθέτησαν στ λάρνακα, τν ποία εχε τοιμάσει διος μακάριος γι τν αυτό του κα ξω π τν ποία εχε γράψει τ ξς: «Σς ξορκίζω στ γιο σμα κα αμα το ησο Χριστο: κανες ν μν ξεσκεπάσει τ λάρνακα ατή, μέχρις του κοιμηθε δελφός μου Θεμισταγόρας.» Μετ τν κατάθεση λοιπν το λειψάνου το σίου πατρς στ λάρνακα, χάρη το Θεο πιφοίτησε μέσως στ για λείψανά του κα νέβλυσαν πηγςάσεων.  Πολλο πράγματι θεραπεύτηκαν κείνη τν μέρα π ποικίλες ρρώστειες κα π κάθαρτα πνεύματα.      

26.  ταν κουσαν καοκάτοικοι τν περιχώρων, νδρες καγυνακες, γιτδωρετν θεραπειν, πογίνονταν  πτλείψανα τοῦ ὁσίου πατρς μν, ρχονταν στν πόλη χωρς καθυστέρηση, κεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ὁσίου πατρός, καὶ ὅλοι θεραπεύονταν μτχάρη τοΘεοκατοῦ ἁγίου.  κουσαν καοἱ ἄνδρες κάτοικοι τς Πάφου,τι γίνονται πολλς θεραπεες διτοῦ ἁγίου παμμάκαρος πατρς μν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αξιβίου. Μαζεύτηκαν λοιπν σαράντα νδρες, ποτος βασάνιζαν πονηρπνεύματα καί, ξεκιννταςπτν Πάφο, ρχισαν νβαδίζουν πρς τν πόλη τν Σολίων. Κι ταν εχαν φθάσει σκάποιο τόπο, ποὺ ἀπεχε περτδεκαπέντε ρωμαϊκμίλια πτν πόλη, τος μφανίστηκε ὁ ἅγιος Αξίβιος καί, κδιώκοντας πατος τπονηρπνεύματα, τος γιάτρεψελους μτχάρη, ποτοῦ ἔδωσε Θεός. Οἱ ἄνδρες ατοί, ταν ασθάνθηκαν τθεραπεία τους, τι δηλαδεχαν καθαρισθεῖ ἀπτὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μτν πισκίαση τοΑξιβίου, πγαν τρέχοντας στος Σόλους καδιηγήθηκαν λα σα τος συνέβησαν στν δρόμο.  λοι, σοι τ  κουσαν ατά, δόξασαν τν Θεό, ποὺ ἔδωσε τέτοια χάρη στν δολο του. φολοιπν φθασαν οἱ ἄνδρες πογιατρεύτηκαν στν τόπο,που βρίσκεται τλείψανο τοῦ ὁσίου πατρς καί,φογονάτισαν μπροστστσορκα προσκύνησαν,νέπεμψαν εχαριστήριους μνους στν Θεό, ποδόξασε τν πηρέτη του.  Στσυνέχεια ναχώρησαν μερήνη γιτν πόλη τους.  ξαιτίας ατοτογεγονότος, οΠάφιοι τιμον τν γία μνήμη τοῦ ὁσίου πατρς μέχρι σήμερα.   

27.  Βλέποντας μακάριος Θεμισταγόρας τθαύματα, πογίνονταν στν τόπο που βρίσκεται τλείψανο τοῦ ἁγίου πατρς μν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αξιβίου καὶ ὅτι νάβλυζε σταμάτητα (άσεις) ἡ ἁγία του λάρνακα σν στείρευτη πηγή, θεώρησε τν αυτό του νάξιο ντοποθετηθεμαζμτν μακάριο Αξίβιο στλάρνακα καγιατὸ ἐξόρκισε τος κληρικος τς γίας κκλησίας, λέγοντας:  «Μεττν θάνατό μου, κανες νμν τολμήσει νὰ ἀνοίξει  τλάρνακα τοῦ ὁσίου πατρς μν Αξιβίου γιχάρη μου.»  ξαιτίας ατομέχρι σήμερα μεινε ς εχε ἡ ἁγία λάρνακα, χωρς ντν νοίξουν, λλσφραγισμένη μτσημεο τοΧριστο, ποδόξασε τν Αξίβιο.

28.  Τμακαρία λάρνακα, στν ποία βρίσκεται θησαυρς σύλητος καὶ ἀπτν ποία ναβλύζουν συνεχς θεραπεες!  Ὤ ἁγία λάρνακα, ποὺ ἑλκύεις πιστλαπρς τιμκαδόξα Θεοκαες μνήμην τοτιμίου λειψάνου, ποβρίσκεται ντός σου καες δόξαν Θεο, ποτν τίμησε!  Τπατέρας καποιμένας, διδάσκαλος καὶ ἰατρς τοΧριστο, πομνημονεύεται μὲ ἐγκώμια ες τν αἰῶνα! πόλη τν Σολίων, ποιό προστάτη καθησαυρὸ ἀδαπάνητοχεις, σβεστο φωστρα,  πιλαμπρὸ ἀπτν λιο! Γιατὶ ὁ ἥλιος συχνκαλύπτεται πνέφη κασκοτάδι, ν  ὁ ἀστέρας τομακαρίου Αξιβίου χει λάμψη συνεχκανύχτα καὶ ἡμέρα, ποφωτίζει ατος ποβρίσκονται στσκοτάδι, λαμπρύνει κάθε πόλη καθεραπεύει τος σθενες διτοῦ ἸησοΧριστο, ποδοξάζει τος σίους του.  λλ᾽ ἐγμέχρι ποιο σημείου καμποιτρόπο νὰ ἐγκωμιάσω τν γιο;  Γιατί,σα κιν π, δν θμπορέσω νὰ ἀνυμνήσω πάξια τν σιο πατέρα.  Σαττσημεο, λοιπόν, ς σταματήσουμε τν λόγο, δοξάζοντας τν Πατέρα κατν Υἱὸ κατὸ Ἅγιο Πνεμα, τν Θεό, στν ποο νήκει δόξα κατκράτος ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν.