Site icon Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: Λόγος στό Πάσχα

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

«Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα.

Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:  «Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».

Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.

Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλιν θά εἴπω Πάσχα πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολύ ξεπερνᾷ ὄχι μόνον τάς ἀνθρωπίνας καί τάς προερχομένας ἀπό τήν γῆν, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί ὅσας τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾷ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρας. Εἶναι μέν καλή καί ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καί ἡ φωταψία, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν καί ὁ καθένας μόνος του καί ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ, καί κατά τήν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καί σχεδόν κάθε τι τό ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μέ πλῆθος πυρσῶν τήν νύκτα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καί ὁ οὐρανός φωτίζει ἀπό ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τόν κόσμον μέ τήν ὡραιότητά του, ὅπως αἱ ὑπερουράνιοι φύσεις καί οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινή φύσις μετά τήν πρώτην, ἐπειδή ἀπό ἐκείνην προέρχεται, καί ὅπως ἡ Τριάς ἀπό τήν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον τό φῶς, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καί πιό ἐπίσημος ἡ σημερινή. Καθόσον χθές μέν τό φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τό ὁποῖον ἀνασταίνεται, καί κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δέ ἑορτάζομεν τήν ἰδίαν τήν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλά ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καί ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τόν κόσμον.

Ὁ καθένας μέν λοιπόν μέ τόν τρόπον του ἄς προσφέρῃ τόν καρπόν του καί τόν χρόνον αὐτόν καί ἄς προσφέρῃ δῶρον ἑορταστικόν ἀπό τά πνευματικά τά ὁποῖα ἀγαπᾷ ὁ Θεός, μικρόν ἤ μεγαλύτερον ἀναλόγως πρός τάς δυνάμεις του. Διότι τό νά προσφέρῃ κανείς δῶρον ἀντάξιον πρός τήν ἑορτήν θά ἠμποροῦσαν ἴσως μόλις καί μετά βίας νά τό ἐπιτύχουν οἱ ἄγγελοι, οἱ πρῶτοι πνευματικοί καί καθαροί καί θεαταί καί μάρτυρες τῆς οὐρανίου δόξης, ἔστω καί ἄν εἶναι προσιτόν εἰς αὐτούς κάθε εἶδος ἐξύμνησις. Ἡμεῖς δέ θά προσφέρωμεν τόν λόγον, τό πιό ὡραῖον καί πολύτιμον ἀπό τά μέσα τά ὁποῖα διαθέτομεν, ὑμνοῦντες καί κατ᾽ ἄλλον τρόπον τόν Λόγον διά τάς εὐεργεσίας Του πρός τούς ἀνθρώπους.

Θά ἀρχίσω δέ ἀπό τό σημεῖον αὐτό. Διότι δέν ἀνέχομαι, ἐνῷ προσφέρω ὡς θυσίαν τούς λόγους μου περί τοῦ μεγάλου Θύματος καί τῆς πιό μεγάλης ἀπό τάς ἡμέρας, νά μήν ἀνατρέξω εἰς τόν Θεόν καί νά κάμω ἀπό ἐκεῖ τήν ἀρχήν. Καθαρίσατε πρός χάριν μου καί τόν νοῦν καί τήν ἀκοήν καί τήν διάνοιαν, ὅσοι ἐντρυφᾶτε εἰς αὐτά τά πράγματα (ἐπειδή ὀ λόγος ἀναφέρεται εἰς τόν Θεόν καί εἶναι θεῖος), διά νά ἀναχωρήσετε ἀφοῦ θά ἔχετε ἐντρυφήσει πραγματικά εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα δέν τελειώνουν ποτέ. Θά εἶναι δέ ὁ λόγος μου πλήρης ἀλλά καί συνάμα πολύ σύντομος, εἰς τρόπον ὥστε, οὔτε νά σᾶς λυπήσῃ μέ τάς ἐλλείψεις του, οὔτε καί νά γίνῃ ἀνιαρός ἐξ αἰτίας τοῦ κορεσμοῦ, τόν ὁποῖον τυχόν θά σᾶς ἔφερε.

Ὁ Θεός ὑπῆρχε μέν πάντοτε, καί ὑπάρχει, καί θά ὑπάρχῃ, ἤ, καλύτερα, ὑπάρχει πάντοτε. Διότι τό “ὑπῆρχε” καί “θά ὑπάρχῃ”, εἶναι τμήματα τοῦ χρόνου καί τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας. Ὁ ὅρος ὅμως “ὁ ὑπάρχων” ἐκφράζει τό αἰώνιον, καί μέ αὐτόν αὐτοτιτλοφορεῖται ὅταν ἐμφανίζεται εἰς τόν Μωϋσῆ ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἔξ. 3, 14). Διότι ἔχει συγκεντρώσει καί διατηρεῖ ὅλην τήν “ὕπαρξιν”, ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτέ οὔτε καί θά λήξη ποτέ, ὡσάν κάποιος ἀπέραντος καί ἀπεριόριστος ὠκεανός οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾷ κάθε ἔννοιαν καί τοῦ χρόνου καί τῆς φύσεως, καί ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σκιαγραφηθῇ κάπως μόνον μέ τόν νοῦν. Καί ἀπό αὐτόν πάλιν μόνον πολύ ἀμυδρά καί περιωρισμένα, ὄχι ἀπό τήν οὐσίαν του ἀλλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα βρίσκονται γύρω του, διά νά σχηματισθῇ ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν φαινομένων μία κάποια εἰκόνα τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία χάνεται προτοῦ προλάβωμεν νά τήν κρατήσωμεν, καί ἐξαφανίζεται προτοῦ ἠμπορέσωμεν νά τήν συλλάβωμεν μέ τόν νοῦν. Ἡ εἰκόνα δέ αὐτή λάμπει εἰς τόν νοῦν μας, καί μάλιστα μόνον ὅταν αὐτός εἶναι καθαρός, ὅπως ἡ ἀστραπή ἡ οποία διαρκεῖ ἐλάχιστα.

Νομίζω δέ (ὅτι γίνεται αὐτό) ἀπό τήν μία μεριά μέν διά νά προσελκύῃ μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά γίνῃ κατανοητόν (διότι τό τελείως ἀκατανόητον ἀπογοητεύει καί ἐξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), ἀπό τήν ἄλλην δέ διά νά προκαλῇ τόν θαυμασμόν μέ τό ἀκατανόητον, μέ τόν θαυμασμόν νά δημιουργῇ περισσότερον πόθον, μέ τόν πόθον νά καθαρίζῃ καί μέ τήν κάθαρσιν νά κάνῃ τόν νοῦν μας θεόμορφον. Ἀφοῦ γίνωμεν δέ τέτοιοι, τολμῶ νά τό εἴπω, νά συναναστρεφώμεθα μέ τό Θεῖον ὡσάν συγγενεῖς. Ὁ Θεός νά ἑνώνεται καί νά ἐπιτρέπῃ νά Τόν γνωρίσουν θεοί, καί μάλιστα τόσον πολύ, ὅσον γνωρίζει κι ὅλας ἐκείνους τούς ὁποίους γνωρίζει. Εἶναι λοιπόν ἄπειρον τό θεῖον καί δυσκολονόητον. Τό μόνον δέ τό ὁποῖον εἶναι κατανοητόν ἀπ᾽ αὐτό εἶναι τό ὅτι εἶναι ἄπειρον, ἔστω καί ἄν θά νομίζῃ κάποιος ὅτι εἶναι ἁπλῆς φύσεως ἤ καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀκατανόητον, ἤ τελείως κατανοητόν. Διότι πῶς θά ἐπιθυμήσωμεν κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλός ἀπό τήν φύσιν του; Ἡ ἁπλότης λοιπόν δέν ἀποτελεῖ τήν φύσιν του, ὅπως καί εἰς τά σύνθετα τήν φύσιν των δέν ἀποτελεῖ μόνον τό ὅτι εἶναι σύνθετα.

Ἐπειδή δέ τό ἄπειρον ἐξετάζεται ἀπό δύο πλευράς, ἀπό τήν ἀρχήν δηλαδή καί τό τέλος (διότι ὅ,τι ξεπερνᾶ τά ὅρια αὐτά καί δέν περιορίζεται μέσα σ᾽ αὐτά εἶναι ἄπειρον), ὅταν μέν στραφῇ ὁ νοῦς πρός τό οὐράνιον βάθος, ἐπειδή δέν ἔχει ποῦ νά σταθῇ διά νά στηρίξῃ τά ἐξωτερικά γνωρίσματα μέ τά ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται τόν Θεόν, ὀνομάζει τό ἄπειρον καί τό ἀδιέξοδον τό ὁποῖον προκύπτει ἀπό αὐτά ἄναρχον. Ὅταν δέ στραφῇ πρός τά ἐπίγεια καί τά μέλλοντα, τό ὀνομάζει ἀθάνατον καί ἄφθαρτον. Ὅταν δέ ἐξετάσῃ τά πάντα, τό ὀνομάζει αἰώνιον. Διότι αἰών δέν εἶναι οὔτε χρόνος, οὔτε κάποιο τμῆμα τοῦ χρόνου (διότι δέν μετρᾶται). Ἀλλά ὅ,τι εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μετρᾶται μέ τήν περιφοράν τοῦ ἡλίου, αὐτό εἶναι διά τά αἰώνια ὁ αἰών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται μαζί μέ τά ὄντα, ὡσάν κάποιο χρονικό κίνημα καί διάστημα.

Εἰς αὐτά λοιπόν ἄς ἀρκεσθῇ ἡ τωρινή μου φιλοσοφική ἐνασχόλησις μέ τόν Θεόν. Διότι δέν ὑπάρχει χρόνος δι᾽ αὐτά, ἐπειδή ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔχομεν νά ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ οἰκονομία καί ὄχι ἡ θεολογία. Ὅταν δέ εἴπω Θεόν, ἐννοῶ τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Καί ἡ θεότης οὔτε διαχέεται πέρα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν παραδεχθῶμεν πολλούς θεούς, οὔτε περιορίζωνται εἰς ἕνα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν κατηγορηθῶμεν ὅτι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, καί νά μήν μᾶς εἴπουν εἴτε ἰουδαΐζοντας ἐξ αἰτίας τῆς μονοθεΐας, εἴτε ἑλληνίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς πολυθεΐας. Διότι καί εἰς τά δύο ὑπάρχει τό ἴδιον κακόν, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται μέσα εἰς ἀντίθετα πράγματα. Ἔτσι λοιπόν τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα δέν ἀποκαλύπτονται οὔτε εἰς τά ἴδια τά Σεραφείμ, καί τά ὁποῖα δοξάζονται μέ τόν Τρισάγιον ὕμνον (βλ. Ἠσ. 6, 2 ἑ.), συγκεντρώνονται εἰς μίαν ἀρχήν καί μίαν Θεότητα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἔχει ἐξετάσει κατά τρόπον ἄριστον καί ὑψηλόν καί κάποιος ἄλλος ἀπό τούς πρίν ἀπό ἡμᾶς.

Ἐπειδή ὅμως δέν ἦτο τοῦτο ἀρκετόν εἰς τήν ἀγαθότητα, τό νά κινῆται μόνον μέ τήν σκέψιν της, ἀλλά ἔπρεπε νά διασκορπισθῇ τό ἀγαθόν καί νά ἐξαπλωθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς ἀπείρου ἀγαθότητος), κατ᾽ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψιν τούς ἀγγέλους καί τάς οὐρανίας δυνάμεις. Καί ἡ σκέψις της γίνεται ἔργον, τό ὁποῖον συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγον καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι ἐδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, ὑπηρέται τῆς πρώτης λαμπρότητος, τάς ὁποίας πρέπει νά θεωρήσωμεν εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ, κατά κάποιον τρόπον, ἄϋλον καί ἀσώματον, εἴτε ὡς κάποιαν ἄλλην φύσιν, ἡ ὁποία νά ταιριάζῃ ὅσον τό δυνατόν περισσότερον πρός τά λεχθέντα. Θέλω μέν νά εἴπω ὅτι δέν ἠμποροῦν νά κινηθοῦν πρός τό κακόν, καί ὅτι μόνον πρός τό καλόν ἠμποροῦν νά βαδίσουν, ἐπειδή εὑρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεόν καί φωτίζονται πρῶται ἀπ᾽ Αὐτόν (διότι ὁ φωτισμός τῶν ἐπιγείων ἀποτελεῖ δεύτερον φωτισμόν). Μέ ἀναγκάζει ὅμως νά θεωρήσω καί νά εἴπω, ὅτι δέν εἶναι ἀκίνητοι ἀλλά μόνον δυσκίνητοι, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς λαμπρότητός του (βλ. Ἠσ. 14, 12) καί ὁ ὁποῖος ἔγινε σκοτάδι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, καί αἱ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ὑπό τήν ἀρχηγίαν του, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τό κακόν μέ τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό καλόν καί τό ἐπροκάλεσαν καί εἰς ἡμᾶς.

Ἔτσι λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν ἐδημιουργήθη ὑπ᾽ Αὐτοῦ ὁ νοητός κόσμος, εἰς τρόπον ὥστε νά ἠμπορῶ ἐγώ νά ἐξετάζω τά πράγματα αὐτά, καταμετρῶν μέ τόν μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Ἐπειδή δέ τά πρῶτα ἦσαν καλά (Γεν. κεφ. 1) δι᾽ Αὐτόν, ἐννοεῖ (καί δημιουργεῖ) δεύτερον κόσμον, ὑλικόν καί ὁρατόν ( αὐτός δέ ὁ κόσμος εἶναι τό ὀργανωμένον σύστημα καί σύνολον τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί τῶν μεταξὐ αὐτῶν εὑρισκομένων, ἀξιέπαινον μέν διά τήν τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, ἀλλά ἀκόμη πιό ἀξιέπαινον ἐξ αἰτίας τοῦ ταιριάσματος καί τῆς ἁρμονίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπ΄ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ταιριάζουν τό ἕνα μέ τό ἄλλο καί ὅλα μεταξύ των, διά νά συμπληρώσουν ἕνα ἁρμονικόν σύνολον), διά νά ἀποδείξῃ ὅτι ἠμπορεῖ νά φέρῃ εἰς τήν ὕπαρξιν ὄχι μόνον φύσιν ὁμοίαν πρός Αὐτόν ἀλλά καί τελείως διαφορετικήν ἀπό Αὐτόν. Διότι εἶναι μέν ὅμοια πρός τήν Θεότητα τά πνευματικά ὄντα, τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μόνον μέ τόν νοῦν, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι τελείως διαφορετικά τά ὄντα τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μέ τάς αἰσθήσεις, καί ἀκόμη περισσότερον διαφορετικά ἀπ᾽ αὐτά εἶναι ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶναι τελείως ἄψυχα καί ἀκίνητα.

Ὁ νοῦς μέν λοιπόν καί ἡ αἴσθησις, τά ὁποῖα διεχωρίσθησαν κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, παρέμειναν τό καθένα μέσα εἰς τήν φύσιν των καί ἔφεραν ἐντός των τό μεγαλεῖον τοῦ δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοί ἐγκωμιασταί καί μεγαλόφωνοι κήρυκες τοῦ μεγαλουργήματος. Δέν ὑπῆρχε δέ ἀκόμα κράμα καί ἀπό τά δύο, οὔτε κάποια ἕνωσις τῶν ἀντιθέτων, δεῖγμα ἀνωτέρας σοφίας καί τῆς ποικιλίας τῶν φύσεων, οὔτε ἦτο γνωστός ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος. Ἐπειδή δέ ὁ δημιουργός Λόγος αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα ἤθελε νά δείξῃ, καί νά παρουσιάσῃ ἕνα ὄν ἀπό τήν ἕνωσιν καί τῶν δύο (τῆς ἀοράτου δηλαδή καί τῆς ὁρατῆς φύσεως), ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον. Καί ἀφοῦ ἔλαβε μέν ἀπό τήν ὕλην, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἤδη, τό σῶμα, καί ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς αὐτό τήν πνοήν του (τήν ὁποίαν ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοεράν ψυχήν καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ), τόν ἔστησεν ἐπί τῆς γῆς ὡσάν ἄλλον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εἰς τήν μικρότητά του, ὡσάν ἄλλον ἄγγελον, ὡσάν μικρόν προσκυνητήν, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἱερουργόν τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπί τῆς γῆς καί κυβερνώμενον ταυτοχρόνως ἀπό τόν Οὐρανόν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, προσωρινόν καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί ἐννοούμενον, εὑρισκόμενον εἰς τό μέσον μεταξύ μεγαλείου καί ταπεινότητος, τόν ἴδιον πνεῦμα καί σάρκα.

Πνεῦμα πρός χάριν του, καί σάρκα διά νά ἠμπορῇ νά ἐξυψώνεται. Τό μέν ἕνα διά νά ζῇ καί νά δοξάζῃ τόν Εὐεργέτην, τό δέ ἄλλο διά νά ὑποφέρῃ, νά ἐνθυμῆται καί νά διαπαιδαγωγῆται ἀπό τό πάθος του, ἐπιδιώκων νά ἀνυψωθῇ πρός τό μεγαλεῖον. Ὄν τό ὁποῖον διαμένει μέν εἰς τήν γῆν, ἀλλά μεταβαίνει εἰς ἄλλον κόσμον, καί ὡσάν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεός ἀπό τήν ἐπιθυμίαν του πρός Αὐτόν. Διότι εἰς αὐτό, κατά τήν γνώμην μου, ὁδηγεῖ ἡ μετρία λάμψις τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τήν γῆν, εἰς τό νά ἴδωμεν δηλαδή καί νά αἰσθανθῶμεν τήν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνταξία πρός Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς συνέθεσε, καί ὁ Ὁποῖος θά μᾶς διαλύσῃ καί θά μᾶς συνθέσῃ πάλιν κατά τρόπον ἀκόμη πιό ἔνδοξον.

Καί τόν ἐτοποθέτησεν εἰς τόν Παράδεισον (ὅποιος καί ἄν ἦτο ὁ Παράδεισος αὐτός), ἀφοῦ τόν ἐτίμησε μέ τό αὐτεξούσιον, διά νά ἀνήκῃ τό ἀγαθόν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θά τό ἐπιλέξῃ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπό ὅσον εἰς Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τά σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τόν ἔκαμε γεωργόν ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδή τῶν θείων ἐννοιῶν, καί τῶν ἁπλουστέρων καί τῶν τελειοτέρων, γυμνόν ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καί τῆς χωρίς πονηρίαν ζωῆς, καί χωρίς κανένα κάλυμμα καί πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νά εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος. Καί τοῦ δίδει τόν νόμον ὡς ἀντικείμενον τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ δέ νόμος ἦτο ἡ ἐντολή ἀπό ποῖα φυτά ἠμποροῦσε νά φάγῃ καί ποῖα δέν θά ἔπρεπε νά ἀγγίξῃ.

Εἰς αὐτά δέ ἀνῆκε τό δένδρον τῆς γνώσεως, τό ὁποῖον οὔτε ἐφυτεύθη ἀπό τήν ἀρχήν μέ κακόν σκοπόν, οὔτε ἀπηγορεύθη ἀπό φθόνον (ἄς μή φθάσουν μέχρις ἐκεῖ αἱ γλῶσσαι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, καί ἄς μήν μιμηθοῦν τόν ὄφιν!), ἀλλ᾽ ἦτο μέν καλόν ἐάν τό ἐδοκίμαζε κανείς εἰς τόν κατάλληλον καιρόν (διότι τό δένδρον, κατά τήν ἄποψίν μου, ἦτο ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἠμποροῦσαν νά πλησιάσουν χωρίς νά κινδυνεύουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελειοποιηθῆ μέ τήν ἄσκησιν), ἀλλά δέν ἦτο καλόν διά τούς ἀδοκιμάστους ἀκόμη καί τούς πιό λαιμάργους ὡς πρός τήν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ σκληρά τροφή δέν εἶναι ὠφέλιμος δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό γάλα. Ἀφοῦ δέ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς παρακινήσεως τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὑπέκυψε σάν πιό ἀδύνατη καί τόν παρεκίνησε καί αὐτόν σάν ἡ πιό κατάλληλη δι᾽ αὐτό (ἀλλοίμονον εἰς τήν ἀδυναμίαν μου! διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ προπάτορος εἶναι καί ἰδική μου), ἐλησμόνησε μέν τήν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δοθῇ.

Ἐνικήθη ἀπό τήν προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν καί ἔτσι ἐξεδιώχθη αὐτομάτως ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς, ἀπό τόν Παράδεισον καί ἀπό τόν Θεόν ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του, καί ἐνεδύθη μέ δερμάτινα ἐνδύματα (πιθανόν μέ τήν πιό βαρειά σάρκα, τήν φθαρτήν καί ἀντίθετον). Καί ὡσάν πρῶτον ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβάνεται τήν καταισχύνην του καί κρύπτεται ἀπό τόν Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι ἀπ᾽ αὐτό: τό ὅτι γίνεται θνητός καί τό ὅτι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία διά νά μήν γίνῃ ἀθάνατον τό κακόν, καί ἔτσι ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι ἐγώ ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός.

Ἀφοῦ δέ ἐτιμωρήθη προηγουμένως διά τά πολλά ἁμαρτήματα (ἀπό τά ὁποῖα ἐφύτρωσεν ἡ ρίζα τῆς κακίας) ἀπό διαφόρους αἰτίας καί κατά διαφόρους χρόνους, μέ τόν λόγον, τόν νόμον, τούς προφήτας, τάς εὐεργεσίας, τάς ἀπειλάς, τάς τιμωρίας, τάς πλημμύρας, τάς πυρκαϊάς, τούς πολέμους, τάς νίκας, τάς ἥττας, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανόν , τά σημεῖα ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, μέ τάς ἀνελπίστους μεταβολάς ἀνθρώπων, πόλεων καί λαῶν, πράγματα τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν εἰς τό νά ἐξαφανισθῇ ἡ κακία, ἔχει ἀνάγκην τελικά ἀπό κάποιο ἰσχυρότερον φάρμακον διά τάς φοβερωτέρας ἀσθενείας, τάς ἀδελφοκτονίας δηλαδή, τάς μοιχείας, τάς ἐπιορκίας, τάς ἀνωμάλους ἐπιθυμίας καί τό χειρότερον καί μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρείαν καί τήν μετατόπισιν τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν δημιουργόν εἰς τά δημιουργήματα.

Ἐπειδή δέ εἶχεν ἀνάγκην ἀπό μεγαλυτέραν βοήθειαν, τοῦ δίδεται καί τέτοια: Ἦτο δέ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ μή δυνάμενος νά περιορισθῇ, ὁ ἀσώματος, ἡ Ἀρχή ἡ προερχομένη ἀπό τήν Ἀρχήν, τό Φῶς τό προερχόμενον ἐκ τοῦ Φωτός, ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας καί τῆς ζωῆς, τό ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου κάλλους, ἡ ἀναλλοίωτος σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ ὅρος καί ὁ Λόγος τοῦ Πατρός. Αὐτός εἰσέρχεται εἰς τήν ἰδίαν τήν εἰκόνα Του, ἐνδύεται μέ σάρκα πρός χάριν τῆς σαρκός καί μέ ψυχήν πνευματικήν πρός χάριν τῆς ψυχῆς μου, καθαρίζων ἔτσι τό ὅμοιον μέ τό ὅμοιόν Του. Καί γίνεται κατά πάντα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτίαν, τέλειος ἄνθρωπος (Ἑβρ. 4, 15). Γεννηθείς μέν ἀπό τήν Παρθένον, τῆς ὁποίας καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα εἶχε καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπό τό Πνεῦμα (διότι ἔπρεπε μέν καί νά τιμηθῇ ἡ γέννησις, ἀλλά καί νά προτιμηθῇ ἡ παρθενία), παραμείνας δέ Θεός μετά τήν πρόσληψιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος ἕν ἀπό τά δύο ἀντίθετα, ἀπό τήν σάρκα δηλαδή καί τό Πνεῦμα, ἀπό τά ὁποῖα τό μέν ἕνα ἔκαμε τό ἄλλο Θεόν, ἐνῷ τό ἄλλο ἔγινε Θεός. Ὤ πόσον ἀξιοθαύμαστος εἶναι ἡ νέα ἕνωσις!

Ὤ πόσον παράδοξος εἶναι ἡ σύνθεσις! Ὁ ὑπάρχων δημιουργεῖται, ὁ ἀδημιούργητος πλάθεται, καί ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται διά μέσου τῆς νοερᾶς ψυχῆς, ἡ ὁποία μεσιτεύει εἰς τήν Θεότητα καί διά μέσου τῆς ὑλικῆς φύσεως τῆς σαρκός. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τόν πλοῦτον, γίνεται πτωχός, διότι γίνεται πτωχός κατά τό ὅτι παίρνει τήν σάρκα μου διά νά γίνω ἐγώ πλούσιος μέ τήν θεότητά Του. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος ἀδειάζει.διότι ἀδειάζει ἀπό τήν δόξαν Του δι᾽ ὀλίγον καιρόν, διά νά γευθῶ ἐγώ τήν πληρότητά Του. Ποῖος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Ποῖον εἶναι τό μυστήριον τό ὁποῖον μέ περιβάλλει; Ἔλαβα τήν θείαν εἰκόνα καί δέν τήν ἐφύλαξα. Παίρνει τήν σάρκα μου, καί διά νά διατηρήσῃ τήν εἰκόνα, ἀλλά καί διά νά κάμῃ ἀθάνατον τήν σάρκα. Ἔρχεται εἰς δευτέραν συνάφειαν πολύ πιό παράδοξον ἀπό τήν πρώτην, καθόσον, τότε μέν ἔδωσε τό καλύτερον, τώρα δέ παίρνει τό χειρότερον. Αὐτό εἶναι ἀκόμη πιό ταιριαστόν εἰς τόν Θεόν, αὐτό εἶναι, δι᾽ ὅσους διαθέτουν κρίσιν, ἀκόμη πιό ὑψηλόν.

«Ἀλλά τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;», θά ἠμποροῦσε νά εἴπῃ κάποιος ἀπό τούς πολύ φιλεόρτους καί ἐνθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε τό πουλάρι, διά νά φθάσωμεν εἰς τό τέρμα». «Μίλησέ μας διά τήν ἑορτήν καί δι᾽ ἐκεῖνα διά τά ὁποῖα ἔχομεν συγκεντρωθῆ σήμερα». Αὐτό λοιπόν καί θά κάμω, ἔστω καί ἄν ἄρχισα κάπως ἀπό ὑψηλότερα πράγματα, ἐπειδή μέ παρακινοῦσε ὁ πόθος καί μέ παρέσυρεν ἡ ρύμη τοῦ λόγου. Δέν θά ἦτο δέ ἴσως ἄσχημον διά τούς φιλομαθεῖς καί φιλοκάλους νά ἐξετάσωμεν δι᾽ ὀλίγων τά σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν ὀνομασίαν τοῦ Πάσχα. Κάτι τέτοιο δέν θά ἀποτελοῦσε ἄσχημον ἐμπειρίαν διά τήν ἀκοήν μας. Τό Πάσχα αὐτό, τό μέγα καί ἀξιοσέβαστον, ἀποκαλεῖται ἀπό τούς Ἑβραίους Φάσκα σύμφωνα μέ τήν γλῶσσαν των.

Ἡ ὀνομασία δέ αὐτή σημαίνει τό πέρασμα, ἱστορικῶς μέ τήν φυγήν ἀπό τήν Αἴγυπτον καί τήν μετανάστευσιν εἰς τήν γῆν Χαναάν, πνευματικῶς δέ τήν ἀνάβασιν καί τήν πρόοδον ἐκ τῶν κάτω πρός τά ἄνω καί πρός τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἐκεῖνο δέ τό ὁποῖον ἔχομεν ἴδει νά συμβαίνῃ εἰς πολλά σημεῖα τῆς Γραφῆς, τό νά μεταπλάθωνται δηλαδή ὡρισμένα ὀνόματα ἀπό μίαν κάπως ἀσαφῆ ἔννοιαν εἰς κάποιαν σαφεστέραν, ἤ ἀπό μίαν κάπως τραχεῖαν εἰς κάποιαν πιό εὐπρεπῆ, τό βλέπομεν νά συμβαίνῃ καί ἐδῶ. Διότι, ἐπειδή ὡρισμένοι ἐνόμισαν ὅτι τό «φάσκα» ἀποτελοῦσε τήν ὀνομασίαν τοῦ σωτηρίου πάθους, ἀφοῦ ἐξελλήνισαν ἐν συνεχείᾳ τήν ὀνομασίαν, συμφώνως πρός τήν μεταβολήν τοῦ φῖ εἰς πῖ καί τοῦ κάππα εἰς χῖ, ἀπεκάλεσαν τήν ἡμέραν Πάσχα. Ἀφοῦ δέ παρέλαβεν ἡ συνήθεια τήν ὀνομασίαν, τήν ἰσχυροποίησεν ἀκόμη περισσότερον, ἐπειδή ἡ ἀκοή τῶν πολλῶν ἀποδέχεται μέ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν τήν ὀνομασίαν αὐτήν ὡς πιό εὐσεβῆ.

Ὁ θεῖος μέν λοιπόν Ἀπόστολος ἀπεφάνθη πρίν ἀπό ἡμᾶς ὅτι ὁλόκληρος ὁ νόμος εἶναι σκιά τῶν μελλόντων (Κολ. 2, 17) καί ἐκείνων τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά ἀπό τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν. Ἐπίσης καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τόν Ἀπόστολον εἶχεν ἐμφανισθῆ εἰς τόν Μωϋσῆ ὅταν ἔδιδε τόν νόμον γύρω ἀπ᾽ αὐτά τά πράγματα. Διότι λέγει: «Φρόντισε νά κάνῃς τά πάντα συμφώνως πρός τόν τύπον ὁ ὁποῖος σοῦ ὑπεδείχθη εἰς τό ὄρος», ἐμφανίζων ἔτσι ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔβλεπεν ὁ Μωϋσῆς ὡσάν σκιαγράφησιν, τρόπον τινά, καί προτύπωσιν ἐκείνων τά ὁποῖα δέν ἐφαίνοντο.

Καί πιστεύω ὅτι τίποτε δέν ἔχει διαταχθῆ εἰς τήν τύχην, οὔτε χωρίς λογικήν αἰτίαν , οὔτε κατά τρόπον ταπεινόν, οὔτε κατά τρόπον ἀνάξιον πρός τήν νομοθεσίαν τοῦ Θεοῦ καί τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Μωϋσέως, ἔστω καί ἄν εἶναι δύσκολον νά εὑρεθῇ τό πνευματικόν στοιχεῖον τό ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς κάθε μίαν ἀπό τάς σκιάς ὅταν τάς ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς, δηλαδή τά ὅσα ἔχουν νομοθετηθῆ σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν σκηνήν, τάς διαστάσεις της, τά ὑλικά κατασκευῆς της, τούς Λευΐτας καί λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι τά βαστάζουν, καί τά σχετικά μέ τάς θυσίας, μέ τούς καθαρισμούς καί μέ τάς προσφοράς.

Γίνονται δέ αὐτά κατανοητά μόνον ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν ὡς πρός τήν ἀρετήν εἰς τόν Μωϋσῆ, ἤ ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν παραπλησίαν πρός αὐτόν μόρφωσιν. Ἐπειδή καί εἰς τό ἴδιο τό ὄρος ὁ Θεός ἐμφανίζεται εἰς τούς ἀνθρώπους, ἀφ᾽ ἑνός μέν καταβαίνων ὁ ἴδιος ἀπό τήν ὑψηλήν του θέσιν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀνυψώνων ἡμᾶς ἀπό τήν γηΐνην ταπείνωσιν, διά νά εἰσέλθῃ κάπως καί ὅσον εἶναι ἀσφαλές Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἠμπορεῖ νά περιορισθῇ εἰς τήν θνητήν ἀνθρωπίνην φύσιν. Διότι δέν θά ἦτο δυνατόν κατ᾽ ἄλλον τρόπον νά κατανοήσῃ τόν Θεόν τό ὑλικόν σῶμα καί ὁ δέσμιος εἰς τήν ὕλην νοῦς, ἐάν δέν βοηθηθῇ.

Τότε λοιπόν δέν φαίνεται ὅτι ὅλοι ἔχουν ἀξιωθῆ νά εὑρίσκωνται εἰς τήν ἰδίαν τάξιν καί στάσιν, ἀλλά ἄλλος μέν εἶναι ἄξιος διά τήν μίαν ἄλλος δέ διά τήν ἄλλην, ἀναλόγως, ὅπως νομίζω, πρός τήν καθαρότητά του ὁ καθένας. Ἄλλοι δέ, ὅσοι εἶναι ὅμοιοι μέ τά θηρία ὡς πρός τήν συμπεριφοράν καί ἀνάξιοι διά τά θεῖα μυστήρια, ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ὁλότελα καί τό μόνον τό ὁποῖον τούς ἐπιτρέπεται εἶναι νά ἀκούουν τήν φωνήν τοῦ Θεοῦ.

Ἡμεῖς ὅμως, ἀκολουθοῦντες τήν μέσην ὁδόν μεταξύ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλότελα ὑλικήν διάνοιαν καί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι πολύ θεωρητικοί καί προηγμένοι εἰς τά πνευματικά, διά νά μήν μένωμεν οὔτε ἐντελῶς ἄπρακτοι καί ἀκίνητοι, διά νά μήν γίνωμεν ἀνάξιοι καί ξένοι δι᾽ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς προσφέρονται (διότι τό μέν πρῶτον εἶναι κατά κάποιον τρόπον Ἰουδαϊκόν καί ἀνάξιον, τό δέ ἄλλο ἴδιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μαντεύουν ἀπό τά ὄνειρα, καί τά δύο δέ ἐξ ἴσου κατακριτέα), ἔτσι ἄς ὁμιλήσωμεν διά τά πράγματα αὐτά, κατά τρόπον δηλαδή προσιτόν πρός ἡμᾶς καί ὄχι πολύ παράδοξον καί καταγέλαστον εἰς τούς πολλούς. Διότι νομίζομεν ὅτι, ἐπειδή ἐπέσαμεν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας καί παρεσύρθημεν ἀπό τήν ἡδονήν καί ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ νά γίνωμεν εἰδωλολάτραι καί νά κάνωμεν αἰσχράς θυσίας, ἔπρεπε νά συνέλθωμεν πάλιν καί νά ἐπιστρέψωμεν εἰς τήν πρώτην κατάστασιν διά τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δέν ἀνείχετο νά ζημιωθῇ τόσον τό ἔργον τῆς χειρός Του, ὁ ἄνθρωπος.

Πῶς λοιπόν πρέπει νά ἀναπλασθῶμεν καί τί νά γίνωμεν; Πρέπει μέν νά ἀποδοκιμασθῇ ἡ αὐστηρά θεραπεία, ἐπειδή δέν ἠμπορεῖ οὔτε νά πείσῃ οὔτε νά κτυπήσῃ τό κακόν, τό ὁποῖον ἔχει γίνει δευτέρα φύσις ἀπό τήν συνήθειαν, νά χρησιμοποιηθῇ δέ ἡ ἐπιεικής καί φιλάνθρωπος μέθοδος τῆς θεραπείας, διά νά ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις. Διότι οὔτε βλαστός ὁ ὁποῖος ἔχει κυρτώσει δέν ἠμπορεῖ νά ἀντέξῃ τήν ἀπότομον εὐθυγράμμισιν καί τήν βίαν τῆς χειρός ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά τόν εὐθυγραμμίσῃ (εὐκολώτερα μέν λοιπόν θά ἠμποροῦσε νά σπάσῃ παρά νά διορθωθῇ), οὔτε καί εὐέξαπτον καί ἠλικιωμένον ἄλογον, θά ἠμποροῦσε νά ἀνεχθῇ τήν ἐξουσίαν τοῦ χαλινοῦ, χωρίς κάποιο καλόπιασμα καί χαϊδευτικόν κάλεσμα.

Διά τοῦτο μᾶς ἔχει δοθῆ ὡς βοηθός ὁ νόμος, σάν ἕνα περιτείχισμα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν εἰδώλων, ἀφ᾽ ἑνός μέν διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τόν Θεόν. Καί συγχωρεῖ ὡρισμένα πράγματα εἰς τήν ἀρχήν, διά νά ἐπιτύχῃ τό πιό σπουδαῖον. Συγχωρεῖ κατ᾽ ἀρχήν τάς θυσίας, διά νά ἐγκαταστήσῃ μέσα μας τόν Θεόν. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν φθάσῃ ὁ κατάλληλος καιρός, θά καταργήσῃ καί τάς θυσίας, θά μᾶς ἀλλάξῃ κατά τρόπον σοφόν μέ τμηματικάς μεταβολάς καί θά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀφοῦ θά εἴμεθα ἤδη προετοιμασμένοι νά τό ἀκολουθήσωμεν πειθήνια.

Ἔτσι μέν λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν μᾶς ἐδόθη ὁ γραπτός νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόν Χριστόν, καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν θυσιῶν, ὅπως πιστεύω ἐγώ. Διά νά μήν ἀγνοῇς δέ τό βάθος τῆς σοφίας καί τόν πλοῦτον τῶν ἀνεξιχνίαστων κριμάτων τοῦ Θεοῦ, δέν ἄφησεν οὔτε αὐτάς τάς θυσίας τελείως ἀνιέρους καί ἀτελεσφόρους οὔτε νά ἔχουν μόνον τήν σημασίαν τοῦ ἁπλοῦ αἵματος, ἀλλά εἰς τάς νομικάς θυσίας ἔχει ἀναμιχθῃ τό ἀθυσίαστον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν πρώτην φύσιν του, σφάγιον , διά νά τό εἴπω ἔτσι, τό ὁποῖον δέν καθαρίζει μόνον μικρόν μέρος τῆς οἰκουμένης οὔτε δι᾽ ὀλίγον μόνον χρόνον, ἀλλά καθαρίζει ὁλόκληρον τόν κόσμον καί μάλιστα εἰς τούς αἰῶνας.

Διά τόν λόγον αὐτόν λαμβάνεται ὡς σφάγιον ἀφ᾽ ἑνός μέν πρόβατον (Ἐξ. 12, 3 ἑ.), λόγῳ τῆς ἀθωότητός του καί τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσε τό ἔνδυμα τῆς ἀρχαίας γυμνότητος (διότι τέτοιο ἦτο τό σφάγιον τό ὁποῖον ἐθυσιάσθη πρός χάριν μας, τό ὁποῖον καί εἶναι καί ὀνομάζεται ἔνδυμα ἀφθαρσίας), ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀρτιμελές, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς Θεότητος, ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε τελειότερον, ἀλλά καί λόγῳ τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία προσελήφθη καί ἐχρίσθη ἀπό τήν Θεότητα καί ἡ ὁποία ἔγινεν ὁμοία μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον τήν εἶχε χρίσει, καί τολμῶ νά τό εἴπω, ὁμοία μέ τόν Θεόν. Λαμβάνεται δέ πρόβατον ἄρρεν ἐπειδή προσφέρεται ὑπέρ τοῦ Ἀδάμ, ἤ καλύτερα, ἐπειδή τό πιό σταθερόν προσφέρεται ὑπέρ τοῦ σταθεροῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε πρῶτος εἰς τήν ἁμαρτίαν, ἤ τέλος, ἐπειδή δέν φέρει ἐπάνω του κανένα θηλυκόν καί ἀδύνατον χαρακτηριστικόν καί ἐπειδή ἀπεσπάσθη βιαίως ἀπό τούς παρθενικούς καί μητρικούς δεσμούς καί ἐγεννήθη ἄρρεν ἀπό τήν προφήτιδα, ὅπως ὑπόσχεται ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 8, 3). Ἑνός ἔτους δέ ὡσάν ἥλιον δικαιοσύνης ἤ προερχόμενον ἀπ᾽ αὐτόν ἤ περιοριζόμενον ἀπό ἐκεῖνο τό ὁποῖον φαίνεται καί ἐπανερχόμενον εἰς τόν ἑαυτόν του, τό ὁποῖον εὐλογεῖται ὡς στέφανος ἀγαθότητος (Ψαλμ. 64, 12) καί εἶναι ἀπό ὅλας τάς πλευράς ἴσον καί ὅμοιον πρός τόν ἑαυτόν του, ὄχι μόνον δέ διά τόν λόγον αὐτόν, ἀλλά καί ἐπειδή δίδει ζωήν εἰς τόν κύκλον τῶν ἀρετῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμιγνύονται καί ἀλληλοσυμπληρώνονται συμφώνως πρός τόν νόμον τῆς φιλίας καί τῆς ἁρμονίας. Καθαρόν δέ καί γνήσιον, ἐπειδή θεραπεύει ἀπό τάς κατηγορίας καί ἀπό τά ἐλαττώματα καί τούς μολυσμούς τῆς κακίας. Διότι ἄν καί ἐσήκωσε τάς ἁμαρτίας μας καί ἐβάστασε τάς ἀσθενείας μας (Ἠσ. 53, 4), ὁ Ἴδιος δέν ἔπαθε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην θεραπείας. Διότι ἐδοκιμάσθη καθ᾽ ὅλα ὅπως καί ἡμεῖς, ἀλλά παρέμεινεν ἀναμάρτητος (Ἑβρ. 4, 15), ἐπειδή ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατεδίωξε τό φῶς τό ὁποῖον φωτίζει εἰς τό σκότος (Ἰω. 1, 5), δέν κατώρθωσε νά τόν νικήσῃ.

Τί ἀκόμη; Εἰσάγεται μέν ὁ πρῶτος μήνας, ἤ, καλύτερα, ἡ ἀρχή τῶν μηνῶν (Ἐξ. 12, 2), εἴτε ἐπειδή ἦταν τέτοιος ἀπό τήν ἀρχήν διά τούς Ἰουδαίους εἴτε ἐπειδή ἔγινε κατόπιν διά τόν λόγον αὐτόν καί ἔλαβεν ἀπό τό μυστήριον τό νά εἶναι πρῶτος. Ἀκόμη δέ ἡ δεκάτη τοῦ μηνός, ἐπειδή τό δέκα εἶναι ὁ πιό πλήρης ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀριθμούς, ἡ πρώτη τελεία μονάς ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό μονάδας καί ἡ ὁποία δημιουργεῖ τελειότητα. Διατηρεῖται δέ εἰς τήν πέμπτην ἡμέραν, ἴσως ἐπειδή τό θύμα διά τό ὁποῖον ὁμιλῶ καθαρίζει τάς αἰσθήσεις ἀπό τάς ὁποίας προῆλθε τό παράπτωμα καί γύρω ἀπό τάς ὁποίας διεξάγεται ὁ πόλεμος, ἐπειδή αὐταί δέχονται τό κεντρί τῆς ἁμαρτίας. Ἐκλέγεται δέ ὄχι μόνον ἀπό τά ἀρνία (Ἐξ. 12, 5) ἀλλά καί ἀπό τό χειρότερον εἶδος καί ἀπό τήν ἀριστεράν χεῖρα τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25, 33), ἐπειδή δέν θυσιάζεται μόνον διά τούς δικαίους ἀλλά καί διά τούς ἁμαρτωλούς. Μάλιστα δέ πρό παντός δι᾽ αὐτούς, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλυτέρας φιλανθρωπίας.

Δέν εἶναι δέ παράδοξον ἐάν τό πρόβατον ἀναζητῆται μέν κατ᾽ ἀρχήν εἰς κάθε οἰκίαν καί ἐάν δέν εὑρεθῇ τότε ἀνευρίσκεται κατόπιν ἐράνου, λόγῳ τῆς πτωχείας ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, ἀπό τούς οἴκους τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν, ἐπειδή τό καλύτερον μέν εἶναι νά ἔχῃ τήν ἱκανότητα ὁ καθένας νά τελειωθῇ προσωπικά καί νά προσφέρῃ ζωντανήν καί ἁγίαν θυσίαν εἰς τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν καλεῖ, καθαγιαζόμενος πάντοτε καί μέ κάθε μέσον. Ἄν δέ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν, τότε ἄς χρησιμοποιήσωμεν καί συνεργούς εἰς αὐτό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι συγγενεῖς μέ ἡμᾶς ὡς πρός τήν ἀρετήν καί ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου ἤθους. Διότι αὐτό νομίζω ὅτι θέλει νά δείξη τό παράδειγμα, τό νά ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφήν μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πολύ κοντά εἰς τό σφάγιον, ἐάν αὐτό ἤθελε χρειασθῆ.

Ἀπ᾽ ἐδῶ προέρχεται ἡ «ἱερά νύξ», ἡ ἀντίθετος τῆς νυκτός ἡ ὁποία εἶναι διασκορπισμένη εἰς τόν παρόντα βίον, κατά τήν ὁποίαν διαλύεται τό πρωτόγονον σκότος καί τά πάντα ἔρχονται εἰς τό φῶς, τακτοποιοῦνται καί ἀποκτοῦν μορφήν καί ἔτσι ἀποκτᾷ ὡραιότητα ἡ προηγουμένη ἀσχήμια. Ἀπό ἐδῶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τήν Αἴγυπτον, τήν σκυθρωπήν ἁμαρτίαν ἡ ὁποία μᾶς καταδιώκει, ἀπό τόν Φαραώ τόν ἀόρατον τύραννον καί ἀπό τούς σκληρούς ἐργοδότας, καί μεταφερόμεθα εἰς τόν οὐράνιον κόσμον. Καί ἀπελευθερωνόμεθα ἀπό τόν πηλόν καί τήν κατασκευήν πλίνθων, ἀπό τήν ἀχυρένια καί εὔθραυστον κατασκευήν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία εἰς τούς πολλούς δέν ἔχει οὔτε κἄν τήν ἀντοχήν ἀχυρένιων λογισμῶν. Ἀπό ἐδῶ θυσιάζεται ὁ ἀμνός καί σφραγίζονται μέ τό τίμιον αἷμα ἡ πρᾶξις καί ὁ λόγος, δηλαδή ἡ συνήθεια καί ἡ ἐνέργεια, αἱ ὁποῖαι στέκονται εἰς τάς θύρας μας –λέγω δέ θύρας τά κινήματα καί τά δόγματα τοῦ νοῦ, τά ὁποῖα ἀνοίγουν καί κλείονται καλῶς ἀπό τήν θεωρίαν− ἐπειδή κατά κάποιον τρόπον ἡ θεωρία ἀποτελεῖ τό μέτρον τῆς πνευματικῆς ἱκανότητάς μας.

Ἀπό ἐδῶ δίδεται ἡ τελευταία καί πιό βαρεῖα πληγή εἰς τούς διώκτας καί ἡ ὁποία ἀξίζει πραγματικά εἰς τούς διώκτας, καί ἡ Αἴγυπτος θρηνεῖ τά πρωτότοκα τῶν λογισμῶν καί τῶν πράξεών της (τό ὁποῖον ὀνομάζεται καί ἐξυψώνεται ὡς σπέρμα Χαλδαϊκόν ἀπό τήν Γραφήν (Ἰουδίθ 5, 6) καί νήπια τῆς Βαβυλῶνος τά ὁποῖα ρίπτονται μέ δύναμιν ἐπάνω εἰς τήν πέτραν καί διαλύονται (Ψαλμ. 136, 89), καί τά πάντα εἶναι γεμᾶτα ἀπό τήν βοήν καί τήν κραυγήν τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῷ ἀπό ἡμᾶς θά ἀπομακρυνθῇ ἐξ αἰτίας τῆς θυσίας τοῦ ἀρνίου ὁ ἐξολοθρευτής ἄγγελος, ἀπό σεβασμόν καί φόβον διά τό χρίσιμον τῆς θύρας.

Ἀπό ἐδῶ προέρχεται καί τό ἑπταήμερον φούσκωμα τῆς ζύμης (Ἐξ. 12, 19) (διότι τό ἑπτά εἶναι ὁ πιό μυστικός ἀπό τούς ἀριθμούς, ὁ ὀποῖος ἀντιστοιχεῖ πρός τόν κόσμον αὐτόν), τῆς παλαιᾶς καί ξυνῆς κακίας (διότι δέν προέρχεται ἀπό ἐκείνην ἡ ὁποία δημιουργεῖ τό ψωμί καί ζωογονεῖ), διά νά μήν διατρεφώμεθα μέ τό Αἰγυπτιακόν προζύμι καί τό λείψανον τῆς φαρισαϊκῆς διδασκαλίας (Ματθ. 16,6).

Καί αὐτοί μέν ἄς θρηνοῦν, ἀπό ἡμᾶς δέ θά φαγωθῇ τό ἀρνί. Θά φαγωθῇ δέ κατά τήν ἑσπέραν (Ἐξ. 12, 18), ἐπειδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἔγινε διά τό τέλος τῶν αἰώνων, καί ἐπειδή παρέδωσε τό Μυστήριον εἰς τούς μαθητάς Του κατά τήν ἑσπέραν, διαλύων τήν σκοτοδίνην τῆς ἁμαρτίας. Δέν μαγειρεύεται δέ ἀλλά προσφέρεται ψητόν, διά νά μήν ἔχῃ ὁ λόγος μας τίποτε τό ρευστόν καί εὐκολοδιάλυτον, ἀλλά νά εἶναι καλοστημένος καί σταθερός καί δοκιμασμένος ἀπό τό πῦρ τό ὁποῖον καθαρίζει, καί ἐλεύθερος ἀπό κάθε τι τό γήϊνον καί ἀπέριττος, καί νά βοηθούμεθα ἀπό τά καλά κάρβουνα, τά ὁποῖα ἀνάπτονται ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε νά βάλῃ φωτιάν εἰς τήν γῆν (Λουκᾶ 12, 49), τήν φωτιάν ἐκείνην ἡ ὁποία κατακαίει τάς πονηράς συνηθείας καί ἡ ὁποία ἐπιταχύνει τό ἄναμμα.

Ὅσον μέν λοιπόν μέρος τοῦ λόγου εἶναι σαρκῶδες καί φαγώσιμον, θά φαγωθῇ καί θά καταναλωθῇ (Ἐξ. 12, 8 ἑ.) μαζί μέ τά ἐντόσθια καί τά κρυφά μέρη τοῦ νοῦ καί θά παραδοθῇ εἰς πνευματικήν χώνευσιν μέχρι τό κεφάλι καί μέχρι τά πόδια, μέχρι δηλαδή τάς πρώτας ἐνατενίσεις τῆς θεότητος καί τάς τελευταίας σκέψεις περί τῆς σαρκώσεως. Δέν θά βγάλωμεν δέ τίποτε ἔξω ἀπό τήν οἰκίαν, οὔτε καί θά κρατήσωμεν τίποτε διά τήν ἑπομένην ἡμέραν (Ἐξ. 12, 10), ἐπειδή τά περισσότερα ἀπό τά Μυστήριά μας δέν πρέπει νά παρουσιάζωνται εἰς τούς ἐκτός τῆς πίστεως, ἐπειδή δέν ὑπάρχει κάθαρσις ἡ ὁποία νά ξεπερνᾷ αὐτήν τήν νύκτα καί ἐπειδή δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει κοινωνοί τοῦ Λόγου δέν εἶναι πρᾶγμα ἀξιέπαινον ἡ ἀναβολή. Διότι, ὅπως εἶναι καλόν καί ἀγαπητόν εἰς τόν Θεόν, νά μή διατηρῆται ἡ ὀργή μέχρι νά τελειώσῃ ἡ ἡμέρα, ἀλλά νά ἐξαφανίζεται πρίν ἀπό τήν δύσιν τοῦ ἡλίου (Ἐφ. 4, 26), ὅπως καί νά τό ἐκλάβῃς αὐτό, εἴτε ἀπό χρονικήν εἴτε καί ἀπό πνευματικήν ἄποψιν (διότι δέν εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἀσφαλές τό νά δύῃ ἡ ἥλιος ἐνῷ διατηροῦμεν ἀκόμη τήν ὀργήν μας), ἔτσι δέν πρέπει καί τό φαγητόν αὐτό νά διατηρῆται καθ᾽ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς νυκτός, οὔτε νά φυλάσσεται διά τήν ἑπομένην.

Ὅσον δέ μέρος ἔχει κόκκαλα καί δέν ἠμπορεῖ νά φαγωθῇ οὔτε νά γίνῃ ἀπό ἡμᾶς κατανοητόν, δέν πρέπει νά θραυσθῇ (Ἐξ. 12, 46), διαμοιραζόμενον καί κατανοούμενον κατά τρόπον ἐσφαλμένον (διότι θά παραλείψω νά εἴπω ὅτι καί ἀπό τόν Ἰησοῦν, συμφώνως πρός τήν ἱστορίαν, δέν ἐθραύσθη τίποτε (Ἰω. 19, 36), ἄν καί οἱ σταυρωταί ἤθελαν νά ἐπισπεύσουν τόν θάνατόν Του ἐξ αἰτίας τοῦ Σαββάτου), οὔτε νά ἀπορριφθῇ καί νά συρθῇ ἐδῶ καί ἐκεῖ διά νά μήν δοθοῦν τά ἅγια εἰς τούς σκύλους, εἰς τούς κακούς κατασπαρακτάς τοῦ Λόγου, ὅπως δέν πρέπει ἐπίσης νά δοθῇ εἰς τούς χοίρους ἡ λαμπρότης καί τό μαργαριτάρι τοῦ Λόγου (Ματθ. 7, 6), ἀλλά θά πρέπει νά καταναλωθῇ ἀπό τήν φωτιάν ἡ ὁποία κατακαίει καί τά ὁλοκαυτώματα, νά ἐκλεπτυνθῇ καί νά διατηρηθῇ ἀπό τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἐρευνᾷ καί γνωρίζει τά πάντα, καί νά μήν χαθῇ μέσα εἰς τά ὕδατα, οὔτε νά διασπαρῇ, ὅπως συνέβη μέ τήν κεφαλήν τοῦ μόσχου τήν ὁποίαν ἐσχεδίασεν ὁ Μωϋσῆς διά τόν Ἰσραηλιτικόν λαόν διά νά κατακρίνῃ τήν σκληρότητά του (Ἐξ. 32, 19 ἑ.).

Ἀξίζει δέ νά μήν παραβλέψωμεν οὔτε τόν τρόπον κατά τόν ὁποῖον ἐτρώγετο τό ἀρνί, ἐπειδή αὐτό δέν τό ἔκαμεν οὔτε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νά κρύβῃ τήν θεωρίαν (τό πνεῦμα) μέ τό γράμμα του. Διότι θά καταναλώσωμεν τό σφάγιον μέ ζῆλον καί θά φάγωμεν ἄζυμα μαζί μέ πικρά χόρτα καί θά σφίξωμεν μέ ζώνην τήν μέσην μας καί θά δέσωμεν τά ὑποδήματά μας καί θά κρατήσωμεν μπαστούνι (Ἐξ. 12, 8 ἑ) ὅπως οἱ γέροντες. Θά τά κάμωμεν δέ αὐτά μέ ζῆλον διά νά μήν πάθωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπαθεν ὁ Λώτ, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθῆ τήν ἀπαγορευτικήν ἐντολήν. Ἄς μήν κυττάξωμεν γύρω καί ἄς μήν σταματήσωμεν εἰς ὅλα τά περίχωρα.

Ἄς φθάσωμεν εἰς τό ὄρος, διά νά μήν καταστραφῶμεν ἀπό τό παράδοξον πῦρ τό ὁποῖον κατέφαγε τά Σόδομα καί διά νά μήν γίνωμεν στήλη ἅλατος (Γεν. 19, 12 ἑ.) ἀπό τήν ἐπιστροφήν εἰς τά χειρότερα πράγματα, πρᾶγμα τό ὁποῖον προκαλεῖ ἡ ἀργοπορία. Ἄς τό φάγωμεν δέ μέ πικρά χόρτα (Ἐξ. 12, 8), ἐπειδή ἡ σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ζωή εἶναι δύσκολη καί ἀνηφορική, πρό παντός δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τήν ἀρχήν, καί ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἡδονήν. Διότι, ἄν καί εἶναι καλός ὁ νέος ζυγός καί τό φορτίον ἐλαφρόν (Ματθ. 11, 30), ὅπως ἀκούεις, τοῦτο συμβαίνει λόγῳ τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀνταμοιβῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολύ πιό πλουσιοπάροχη ἀπό τήν κακοπάθησιν εἰς τήν γῆν, ἐπειδή, ἀλλοιῶς, ποῖος δέν θά ἔλεγε ὅτι τό Εὐαγγέλιον εἶναι πολύ πιό κοπιαστικόν καί δύσκολον; Διότι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τήν διάπραξιν τῶν ἁμαρτημάτων, ἐμεῖς κατηγορούμεθα καί διά τά αἴτια τῶν ἁμαρτημάτων, ὡσάν νά τά εἴχαμεν σχεδόν διαπράξει.

Ὁ νόμος λέγει: «Μή μοιχεύσῃς» (Ἐξ. 20, 13), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ἀποκτήσῃς οὔτε ἐπιθυμίαν (Ματθ. 5, 28), διά νά μήν δώσῃς εὐκαιρίαν μέ τό περίεργον καί πονηρόν βλέμμα νά ἀνάψῃ τό πάθος. Ἐκεῖνος λέγει: «μή φονεύσεις» (Ἐξ. 20, 15), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν ὄχι μόνον νά μήν ἀνταποδώσῃς τό κτύπημα, ἀλλά καί νά ἀφήσῃς τόν ἑαυτόν σου εἰς τήν διάθεσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος σέ ἐκτύπησε (Ματθ. 5, 39). Πόσον πιό φιλοσοφημένα εἶναι αὐτά ἀπό ἐκεῖνα! Ὁ νόμος λέγει: «μή παραβῇς τόν ὅρκον σου» (Ἐξ. 20, 7), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ὁρκισθῇς καθόλου (Ματθ. 5, 34), οὔτε μικρόν οὔτε μεγαλύτερον ὅρκον, ἐπειδή ὁ ὅρκος γεννᾷ τήν ἐπιορκίαν. Ἐκεῖνος λέγει νά μήν προσαρτίσῃς ἄλλην οἰκίαν εἰς τήν οἰκίαν σου καί ἄλλον ἀγρόν εἰς τόν ἀγρόν σου (Ἠσ. 5, 8) καταπιέζων τόν πτωχόν, ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά ἀποχωρισθῇς μέ προθυμίαν καί ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησες δικαίως καί νά γυμνωθῇς πρός χάριν τῶν πτωχῶν, διά νά σηκώνῃς μέ εὐκολίαν τόν σταυρόν καί νά γίνῃς πλούσιος ἀπό ἀγαθά τά ὁποῖα δέν φαίνονται (Ματθ. 19, 21).

Ἡ μέση δέ εἰς τά ἄλογα μέν ἄς μένῃ χαλαρή καί χωρίς περίδεσιν (πρβλ. Ἐξ. 12, 11), ἐπειδή δέν διαθέτουν τήν λογικήν ἡ ὁποία χαλιναγωγεῖ τάς ἡδονάς (δέν θά ἰσχυρισθῶ ὅτι καί ἐκεῖνα γνωρίζουν περιορισμόν τῆς φυσικῆς των ὁρμῆς), ἐνῷ σύ πρέπει νά χαλιναγωγῇς μέ ζώνην καί μέ τήν σύνεσιν τάς ἐπιθυμίας καί τήν διάθεσιν διά χρεμέτισμα (Ἰερεμ. 5,8) (ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἡ ὁποία διασύρει μέ τόν τρόπον αὐτόν τήν αἰσχρότητα τοῦ πάθους), διά νά τρώγῃς καθαρός τό Πάσχα, ἀφοῦ νεκρώσῃς τά γήϊνα μέλη σου (Κολ. 3,5) καί ἀφοῦ μιμηθῇς τήν ζώνην τοῦ Ἰωάννου (Ματθ. 3, 4) τοῦ ἐρημίτου, τοῦ Προδρόμου καί μεγάλου Κήρυκος τῆς ἀληθείας. Γνωρίζω καί ἄλλην ζώνην – ἐννοῶ τήν στρατιωτικήν καί ἀνδρικήν – ἀπό τήν ὁποίαν ὀνομάζονται ὡρισμένοι Σύροι εὔζωνοι ἤ μονόζωνοι (Δ’ Βασ. 5, 2), καί λόγῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεός ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἰώβ λέγει: «δέσε μέ ζώνην ὡς ἄνδρας τήν μέσην σου καί δός μου ἀπάντησιν ἀνδρικήν» (Ἰώβ 38, 3).

Αὐτήν ὑπερηφανεύεται καί ὁ θεῖος Δαυίδ ὅτι ἔχει περιζωσθῇ ὡς δύναμιν ἐκ Θεοῦ (Ψαλμ. 17, 33) καί παρουσιάζει τόν Θεόν ὡς ἐνδεδυμένον καί περιζωσμένον μέ δύναμιν (Ψαλμ. 92, 1), ὡπλισμένον δηλαδή κατά τῶν ἀσεβῶν, ἐκτός ἄν προτιμᾷ κάποιος τήν δύναμιν, ἡ ὁποία τόν κυκλώνει καί σχηματίζει τρόπον τινά ζώνην, νά τήν παρομοιάζῃ μέ ἱμάτιον, ἐπειδή ὁ Θεός ἐνδύεται τό φῶς (Ψαλμ. 103, 2). Διότι ποῖος θά ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ δύναμις καί τό φῶς Του εἶναι ἄσχετα μεταξύ των; Ἀναζητῶ κάτι κοινόν μεταξύ τῆς μέσης τοῦ σώματος καί τῆς ἀληθείας; Πῶς πρέπει νά ἐννοήσωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος: «σταθῆτε λοιπόν μέ θάρρος ἀφοῦ ζωσθῆτε εἰς τήν μέσην σας τήν ζώνην τῆς ἀληθείας» (Ἐφ. 6, 14); Μήπως τυχόν ἐπειδή τό πνευματικόν στοιχεῖον περισφίγγει τό ἐπιθυμητικόν καί δέν τό ἀφήνει νά παρασυρθῇ εἰς ἄλλα πράγματα; Διότι δέν θέλει, ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀγαπᾷ κάτι, νά ἔχῃ τήν ἰδίαν δύναμιν καί πρός τάς ἄλλας ἡδονάς.

Τά ὑποδήματά του δέ, ἐκεῖνος μέν ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐγγίσῃ τήν ἁγίαν καί θεοβάδιστον γῆν, ἄς τά λύῃ, ὅπως ἔκαμε καί ὁ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἐξ. 3, 5), διά νά μήν φέρῃ ἐπάνω του τίποτε τό νεκρόν, οὔτε τίποτε τό ὁποῖον νά παρεμβάλλεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ὅπως ἐπίσης καί ἄν ἀποστέλλεται κάποιος μαθητής διά νά κηρύξῃ τό Εὐαγγέλιον, στέλλεται κατά τρόπον ἀσκητικόν καί ἁπλόν (Λουκ. 10, 3 ἑ. ). Ὀφείλει, ἐκτός ἀπό τό νά μήν ἔχῃ ἐπάνω του νομίσματα, οὔτε ράβδον καί ἐκτός ἀπό τό νά διαθέτῃ μόνον ἕνα χιτῶνα, νά κυκλοφορῇ ἀνυπόδητος, διά νά φανοῦν πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν τήν εἰρήνην (Ἠσ. 52, 7), καί κάθε ἄλλο ἀγαθόν. Ἐκεῖνος δέ ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τήν Αἴγυπτον καί ἀπό τά σχετικά μέ τήν Αἴγυπτον, ἄς φορέσῃ ὑποδήματα (Ἐξ. 12, 11), διά νά εἶναι ἀσφαλής ἀπό τά ἄλλα πράγματα καί ἐπιπροσθέτως ἀπό τούς σκορπιούς καί τά φίδια, ἀπό τά ὁποῖα ἔχει ἀφθονίαν ἡ Αἴγυπτος, διά νά μήν βλάπτεται ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κεντοῦν τήν πτέρναν καί τούς ὁποίους ἔχομεν ἐντολήν νά συντρίβωμεν μέ τά πόδια μας (Λουκᾶ 10, 19). Διά τό μπαστούνι (Ἐξ. 12, 11) δέ καί διά τόν σχετικόν μέ αὐτό συμβολισμόν ἡ ἄποψίς μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἀπό τήν μίαν πλευράν τό θεωρῶ σάν ὑποστήριγμα καί ἀπό τήν ἄλλην ὡς καθοδηγητικόν καί διδασκαλικόν, τό ὁποῖον ἐπαναφέρει εἰς τήν ὀρθήν πίστιν τά λογικά πρόβατα. Ἀλλά διά σέ τώρα παραγγέλλει ὁ νόμος ἐκεῖνο τό ὁποῖον χρησιμοποιεῖται σάν ὑποστήριγμα, διά νά μήν γονατίσῃ κάπου ὁ λογισμός σου ἀκούων δι᾽ αἷμα καί πάθος καί θάνατον Θεοῦ, καί διά νά μήν περιπέσῃς τυχόν εἰς ἀθεΐαν ἀπό τήν πρόθεσιν σου νά ὑπερασπισθῇς τάχα τόν Θεόν.

Ἀλλά χωρίς ἐντροπήν καί χωρίς ἐνδοιασμούς φάγε τό Σῶμα καί πίε τό Αἷμα, ἐάν ἐπιθυμῇς νά ζήσῃς, χωρίς νά ἀπιστῇς εἰς τούς λόγους τούς σχετικούς μέ τήν σάρκα, καί χωρίς νά σέ ἐνοχλοῦν οἱ λόγοι οἱ σχετικοί μέ τό πάθος. Νά στέκεσαι γερά στηριγμένος, σταθερός καί ἀκλόνητος, χωρίς νά ἠμπορῇ νά σέ μετακινήσῃ κανείς ἀπό τούς ἀντιπάλους, καί χωρίς νά παρασύρεσαι ἀπό λόγους οἱ ὁποῖοι φαίνονται πειστικοί. Σταμάτησε εἰς τό ὕψος σου, στῆσε τά πόδια σου εἰς τάς αὐλάς τῆς Ἰερουσαλήμ (Ψαλμ. 121, 2) καί στηρίξου εἰς τήν πέτραν, διά νά μήν ἠμπορῇ νά κλονισθῇ ἡ πορεία σου πρός τόν Θεόν.

Τί λέγεις; Ἔτσι τυχαίως ἐθεωρήθη καλόν νά ἐξέλθῃς ἀπό τήν Αἴγυπτον, ἀπό τό σιδερένιο αὐτό καμίνι (Δευτ. 4, 20), νά ἐγκαταλείψῃς τήν πολυθεΐαν ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε ἐκεῖ, νά ὁδηγηθῇς ἀπό τόν Μωϋσῆ καί ἀπό τήν νομοθεσίαν καί τήν στρατηγικήν του καθοδήγησιν; Θά σοῦ παρουσιάσω μίαν ἑρμηνείαν ὄχι ἰδικήν μου, ἤ καλύτερα, πολύ ἰδικήν μου, ἄν ἐξετάσῃς τό θέμα πνευματικῶς. Δανείσου ἀπό τούς Αἰγυπτίους σκεύη χρυσᾶ καί ἀσημένια (Ἐξ. 11, 2), καί πάρε τα μαζί σου εἰς τήν πορείαν. Πάρε ὡς ἐφόδια τά ξένα πράγματα, ἤ καλύτερα, τά ἰδικά σου, ἐπειδή σοῦ ὀφείλεται μισθός διά τήν ἐργασίαν καί τήν κατασκευήν τῶν πλίνθων. Χρησιμοποίησε τέχνασμα διά νά ἱκανοποιήσῃς τήν ἀπαίτησίν σου καί ἀφαίρεσέ τα, ὅπως εἶναι δίκαιον. Ἔστω, ἔχεις ταλαιπωρηθῆ ἐδῶ, ἀγωνιζόμενος μέ τόν πηλόν, τό πονηρόν αὐτό καί ἀκάθαρτον σῶμα, καί οἰκοδομῶν πόλεις ξένας καί ἐπισφαλεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις θά ἐξαφανισθῇ μέ κρότον. Τί λοιπόν; Φεύγεις ἀφοῦ ἐδούλεψες δωρεάν καί χωρίς νά πάρῃς μισθόν;

Τί λοιπόν; θά ἀφήσῃς εἰς τούς Αἰγυπτίους καί εἰς τάς ἀντιπάλους δυνάμεις ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησαν ἄδικα καί τά ὁποῖα θά καταναλώσουν κατά τρόπον ἀκόμη χειρότερον; Δέν εἶναι ἰδικά των. Τά ἔκλεψαν καί τά ἅρπαξαν ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶπεν: «ἰδικόν μου εἶναι τό ἀσῆμι καί ἰδικόν μου εἶναι τό χρυσάφι» (Ἀγγ. 2, 8) καί θά τό δώσω εἰς ὅποιον θέλω (Δαν. 4, 17). Χθές ἀνῆκεν εἰς ἐκείνους, ἐπειδή αὐτός τό εἶχεν ἐπιτρέψει. Σήμερα τό φέρει ὁ Κύριος καί τό δίνει εἰς σέ, ὁ ὁποῖος θά τό χρησιμοποιήσῃς σωστά διά νά σωθῇς. Ἄς ἀποκτήσωμεν φίλους ἀπό τά ἄδικα πλούτη μας, διά νά μᾶς ἀνταποδώσουν τάς εὐεργεσίας μας ὅταν ἀποθάνωμεν, κατά τήν μέλλουσαν κρίσιν (Λουκ. 16, 9).

Ἐάν μέν εἶσαι κάποιος ὅμοιος μέ τήν Ραχήλ ἤ τήν Λείαν, ψυχή δηλαδή ὁμοία μέ ἐκείνας τῶν προπατόρων τῆς Παλ. Διαθήκης καί μεγάλη, κλέψε καί τά εἴδωλα τά ὁποῖα θά εὕρῃς ἀπό τόν πατέρα σου, ὄχι διά νά τά διαφυλάξῃς, ἀλλά διά νά τά καταστρέψῃς (Γεν. 31, 19). Ἐάν δέ εἶσαι σοφός Ἰσραηλίτης, μετάφερέ τα εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, διά νά στενοχωρηθῇ δι᾽ αὐτά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σέ καταδιώκει καί νά σκεφθῇ καί νά κατανοήσῃ ὅτι ἄδικα κατεδυνάστευε καί μετεχειρίζετο ὡς δούλους ἀνθρώπους καλυτέρους ἀπ᾽ αὐτόν. Ἄν πράξῃς κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον καί φύγῃς ἔτσι ἀπό τήν Αἴγυπτον, γνωρίζω καλά ὅτι θά σέ ὁδηγήσῃ στήλη ἀπό φωτιάν καί ἀπό σύννεφον κατά τήν νύκτα καί κατά τήν ἡμέραν (Ἐξ. 13, 21 ἑ.), ἡ ἔρημος θά ἡμερώσῃ, ἡ θάλασσα θά χωρισθῇ πρός χάριν σου, ὁ Φαραώ θά πνιγῇ μέσα εἰς αὐτήν, ὁ ἄρτος θά πέσῃ ὡς βροχή ἀπό τόν οὐρανόν, ὁ βράχος θά ἀναβλύσῃ νερό, οἱ Ἀμαληκῖται θά κατανικηθοῦν (ὄχι μέ ὅπλα μόνον ἀλλά καί μέ τάς ἐχθρικάς διά τούς ἀντιπάλους χεῖρας τῶν δικαίων, αἱ ὁποῖαι συμβολίζουν ταυτοχρόνως δέησιν καί τό ἀνίκητον τρόπαιον τοῦ Σταυροῦ), ὁ ποταμός θά ἀνακόψῃ τόν ροῦν του (Ἰησ. Ναυῆ 3, 15), ὁ ἥλιος θά σταματήσῃ, ἡ σελήνη θά ἀναχαιτισθῇ (Ἰησ. Ναυῆ 10, 12), τά τείχη θά κατακρημνισθοῦν χωρίς τήν χρῆσιν κανενός πολεμικοῦ μηχανήματος, πλήθη (ἀγγέλων) θά τρέξουν μπροστά διά νά ἀνοίξουν δρόμον εἰς τούς Ἰσραηλίτας καί νά ἐμποδίσουν τούς ἀλλοφύλους, καί θά σοῦ δοθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, τά ὁποῖα ἀναφέρει ἡ Γραφή ὅτι συνέβησαν μαζί καί μετά ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν μακρύνω ἀκόμη περισσότερον τόν λόγον. Τέτοιαν ἑορτήν ἑορτάζεις σήμερα.

Μέ τέτοια πράγματα σέ φιλοδωρεῖ ἡ γέννησις Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη πρός χάριν σου καί ὁ ἐπιτάφιος Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθεν. Τέτοιο εἶναι διά σέ τό μυστήριον τοῦ Πάσχα. Αὐτά ἐσκιαγράφησεν ὁ νόμος καί τά ὡλοκλήρωσεν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος κατέλυσε τό γράμμα καί ὡλοκλήρωσε τό πνεῦμα, καί ὁ Ὁποῖος, ἐνῷ μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔπαθεν ἐδίδαξε τό πάθος, μέ ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα ἐδοξάσθη μᾶς χαρίζει τήν δυνατότητα νά δοξασθῶμεν μαζί Του.

Ἠμποροῦμεν λοιπόν νά ἐξετάσωμεν τό πρᾶγμα καί τό δόγμα, τό ὁποῖον ἀπό τούς περισσοτέρους μέν παραβλέπεται, ἀλλά ἀπό ἐμέ ἐξετάζεται ἐκτενέστατα. Διότι, εἰς ποῖον ἐδόθη τό αἷμα τό ὁποῖον ἐχύθη πρός χάριν μας καί διά ποῖον πρᾶγμα ἐχύθη τό μεγάλο καί περιβόητον Αἷμα τοῦ Θεοῦ καί ἀρχιερέως καί θύματος ταυτοχρόνως; Διότι εὑρισκόμεθα μέν ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ πονηροῦ εἰς τόν ὁποῖον εἴχαμεν πωληθῆ ἀπό τήν ἁμαρτίαν μέ ἀντίτιμον τήν ἀπόλαυσιν τῆς κακίας. Ἐάν δέ τό λύτρον δέν ἀνήκει εἰς κανένα ἄλλον παρά εἰς τόν κάτοχον τοῦ δούλου, ἐρωτῶ νά μάθω εἰς ποῖον προσεφέρθη τοῦτο καί διά ποῖον λόγον. Ἐάν μέν προσεφέρθη εἰς τόν πονηρόν, μακρυά ἀπό ἐμέ τέτοια βλασφημία! (ἐάν ὄχι μόνον ἀπό τόν Θεόν, ἀλλά καί τόν ἴδιον τόν Θεόν παίρνῃ ὡς λύτρον ὁ ληστής, καί παίρνῃ τόσον ὑψηλόν μισθόν διά τήν δουλείαν τῶν ἀνθρώπων τό θέλημά του, γεγονός διά τό ὁποῖον θά ἦτο δίκαιον νά λυπηθῇ καί νά ἀφήσῃ ἐλευθέρους καί ἡμᾶς). Ἐάν δέ εἰς τόν Πατέρα, κατ᾽ ἀρχήν πῶς ἔγινεν αὐτό; Διότι δέν ἐκρατούμεθα αἰχμάλωτοι ἀπό ἐκεῖνον.

Κατά δεύτερον δέ λόγον, διατί τάχα θά εὐχαριστοῦσε τό Αἷμα τοῦ Μονογενοῦς τόν Πατέρα, ὁ Ὁποῖος δέν ἐδέχθη οὔτε τόν Ἰσαάκ, ὅταν τοῦ εἶχε προσφερθῆ ὡς θυσία ἀπό τόν Πατέρα του, ἀλλά ἄλλαξε τήν θυσίαν καί ἐτοποθέτησε κριάρι εἰς τήν θέσιν τοῦ λογικοῦ θύματος (Γεν. 22, 13); Εἶναι ἑπομένως φανερόν ὅτι τό λαμβάνει μέν ὁ Πατήρ, ἀλλά διά νά ἐκπληρωθῇ τό σχέδιον τῆς σωτηρίας καί ἐπειδή ἔπρεπε νά ἁγιασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Θεοῦ, διά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ κατενίκησε μέ τήν βίαν τόν τύραννον, καί διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ κοντά Του μέ τήν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τό Αἷμα Του διά νά μᾶς σώσῃ πρός τιμήν τοῦ Πατρός, εἰς τόν Ὁποῖον φαίνεται ὅτι παραχωρεῖ τά πάντα.

Αὐτά μέν λοιπόν τά σχετικά μέ τόν Χριστόν καθώς καί ὅλα τά ἄλλα ἄς τά τιμῶμεν μέ σιωπήν. Ὁ δέ χάλκινος ὄφις κρεμᾶται μέν ἐναντίον τῶν ὄφεων οἱ ὁποῖοι δαγκώνουν, ἀλλά σάν ἀντίθετος εἰκών καί ὄχι σάν εἰκών Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθε πρός χάριν μας, διότι ὁ ὄφις σώζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τόν βλέπουν, ὄχι ἐπειδή τυχόν πιστεύουν ὅτι εἶναι ζωντανός, ἀλλά ἐπειδή εἶναι νεκρός καί νεκρώνει μαζί του τάς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπό τήν ἐξουσίαν του, ἀφοῦ ἔχει καταργηθῆ καί ὁ ἴδιος, ὅπως τοῦ ἄξιζε (πρβλ. Ἀριθμ. 21, 8-9). Ποῖον λοιπόν ἐπιτάφιον λόγον ἁρμόζει νά τοῦ ἀπαγγείλωμεν; «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Ὀσ. 13, 14, Κορ. 15, 55). Ἔχεις πληγωθῆ ἀπό τόν Σταυρόν καί ἔχεις θανατωθῆ ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δίδει ζωήν. Εἶσαι χωρίς πνοήν, νεκρός, ἀκίνητος, χωρίς ἐνέργειαν, ἔστω καί ἄν διατηρῇς τήν μορφήν τοῦ ὄφεως, καθώς ἔχεις τοποθετηθῆ ὑψηλά διά νά στιγματισθῇς.

Θά γίνωμεν δέ μέτοχοι τοῦ Πάσχα, τώρα μέν τυπικά ἀκόμη καί, ἄν αὐτό εἶναι τό παλαιόν, ἀκόμη πιό ἀνεπίσημα (διότι τό Πάσχα τοῦ νόμου, τολμῶ νά τό εἴπω, ἦτο ἀκόμη πιό ἀμυδρός τύπος τοῦ τύπου), ὕστερα δέ ἀπό λίγο πολύ τελειότερα καί καθαρώτερα, ὅταν θά τό πίνῃ μαζί μας νέον ὁ Λόγος εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Πατρός (Ματθ. 26, 29) καί θά μᾶς ἀποκαλύπτῃ καί θά μᾶς διδάσκῃ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς ἔχει δείξει τώρα ὄχι τόσον καθαρά. Διότι εἶναι πάντοτε νέον ἐκεῖνο τό ὁποῖον γνωρίζομεν τώρα. Ποία δέ εἶναι ἡ πόσις καί ἡ ἀπόλαυσις, ἐμεῖς μέν πρέπει νά τό μάθωμεν, Ἐκεῖνος δέ νά τό διδάξῃ καί νά ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς Του τόν λόγον. Διότι ἡ διδασκαλία εἶναι τροφή καί δι᾽ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τρέφει.

Ἀλλά ἐμπρός ἄς γίνωμεν καί ἡμεῖς μέτοχοι τοῦ νόμου, κατά τρόπον ὅμως πνευματικόν καί ὄχι κατά γράμμα, κατά τρόπον τέλειον καί ὄχι ἀτελῆ, αἰωνίως καί ὄχι προσωρινῶς. Ἄς κάμωμεν πρωτεύουσάν μας ὄχι τήν κάτω Ἰερουσαλήμ, ἀλλά τήν οὐράνιον μητρόπολιν.Ὄχι ἐκείνην ἡ ὁποία καταπατεῖται τώρα ἀπό στρατεύματα, ἀλλά ἐκείνη ἡ ὁποία δοξάζεται ἀπό τούς Ἀγγέλους. Ἄς θυσιάσωμεν ὄχι νοερά μοσχάρια, οὔτε ἀρνία «τά ὁποῖα ἔχουν κέρατα καί νύχια» (Ψαλμ. 68, 32), τό μεγαλύτερον μέρος τῶν ὁποίων εἶναι νεκρόν καί δέν αἰσθάνεται τίποτε, ἀλλά «ἄς προσφέρωμεν εἰς τόν Θεόν εὐχαριστήριον θυσίαν» (Ψαλμ. 49, 14) εἰς τό οὐράνιον θυσιαστήριον μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων.

Ἄς διασχίσωμεν τό πρῶτον χώρισμα (τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου), ἄς προχωρήσωμεν εἰς τό δεύτερον καί ἄς πλησιάσωμεν μέ σεβασμόν εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Θά εἴπω τό μεγαλύτερον, ἄς προσφέρωμεν τούς ἑαυτούς μας θυσίαν εἰς τόν Θεόν, ἤ καλύτερα, ἄς Τοῦ προσφέρωμεν θυσίαν κάθε ἡμέραν καί μέ κάθε κίνησίν μας. Ἄς δεχώμεθα τά πάντα χάριν τοῦ Λόγου, ἄς μιμούμεθα μέ τά πάθη μας τό πάθος Του, ἄς τιμῶμεν τό αἷμά Του μέ τό αἷμά μας καί ἄς ἀνερχώμεθα μέ προθυμίαν εἰς τόν σταυρόν. Τά καρφιά εἶναι γλυκά, ἔστω καί ἄν προκαλοῦν φοβερούς πόνους. Διότι τό νά ὑποφέρῃ κανείς μαζί μέ τόν Χριστόν καί χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι προτιμώτερον ἀπό τό νά ζῇ ζωήν ἀπολαύσεων κοντά σέ ἄλλους.

Ἄν εἶσαι Σίμων Κυρηναῖος (Λουκ. 23, 26), σήκωσε τόν Σταυρόν καί ἀκολούθησέ Τον. Ἄν σταυρωθῇς μαζί Του ὡς ληστής (Λουκ. 23, 40 ἑ.), δεῖξε καλήν προαίρεσιν καί γνώρισε τόν Θεόν. Ἐάν Ἐκεῖνος ἐτοποθετήθη μεταξύ τῶν παρανόμων ἐξ αἰτίας σου καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας σου, σύ νά γίνῃς πρός χάριν Του πιστός εἰς τόν νόμον Του.

Προσκύνησε Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑψώθη πρός χάριν σου εἰς τόν Σταυρόν, ἀκόμη καί ἄν ἔχῃς ὑψωθῆ καί σύ. Κέρδισε κάτι καί ἀπό τήν κακίαν. Ἐξαγόρασε μέ τόν θάνατον τήν σωτηρίαν. Εἴσελθε εἰς τόν Παράδεισον μαζί μέ τόν Ἰησοῦν, διά νά μάθῃς ἀπό ποῖα ἀγαθά ἔχεις ἀπομακρυνθῆ. Παρατήρησε τά κάλλη τά ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ. Τόν ληστήν ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται καί ὑβρίζει, ἄφησέ τον νά ἀποθάνῃ ἔξω μαζί μέ τήν βλασφημίαν του. Καί ἄν εἶσαι ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας (Λουκ. 23, 50), ζήτησε τό Σῶμα ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τόν σταυρώνει. Ἄς γίνῃ ἰδικόν σου τό Σῶμα ἐκεῖνο τό ὁποῖον καθαρίζει τόν κόσμον. Καί ἄν εἶσαι ὁ Νικόδημος, ὁ θεοσεβής ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος Τόν ἐπεσκέφθη τήν νύκτα (Ἰω. 19, 39), ἐνταφίασέ Τον μέ μύρα. Καί ἄν εἶσαι κάποια Μαρία, ἤ ἡ ἄλλη Μαρία, ἤ ἡ Σαλώμη, ἤ ἡ Ἰωάννα, πήγαινε πρωί-πρωί νά Τόν θρηνήσῃς (Μάρκ. 16,1). Δές πρώτη κυλισμένον τόν λίθον, ἐνδεχομένως καί τούς ἀγγέλους καί τόν ἴδιον τόν Ἰησοῦν. Πές Του κάτι καί ἄκουσε τήν φωνήν Του. Ἄν ἀκούσῃς «μή μέ ἐγγίζῃς» (Ἰω. 20, 17), σταμάτησε μακρυά, δεῖξε σεβασμόν πρός τόν Λόγον, ἀλλά μή λυπηθῇς. Διότι γνωρίζει εἰς ποίους θά ἐμφανισθῇ πρῶτα.

Βοήθησε τήν Εὔαν, ἡ ὁποία ἔπεσε πρώτη, νά χαιρετήσῃ καί πρώτη τόν Χριστόν καί νά τό ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς (Ἰω. 20, 14 καί 18). Γίνε Πέτρος ἤ Ἰωάννης καί σπεῦσε εἰς τόν τάφον, τρέχων μαζί ἤ προπορευόμενος (Ἰω. 20, 4) καί συναγωνιζόμενος εἰς τόν καλόν συναγωνισμόν. Καί ἄν σέ προλάβῃ εἰς τήν ταχύτητα, νίκησέ τον μέ τήν συστηματικότητά σου καί μήν ἀρκεσθῇς μόνον νά πλησιάσῃς τό μνημεῖον, ἀλλά νά εἰσέλθῃς καί μέσα (Ἰω. 20, 5-6). Καί ἄν λείψῃς, ὅπως ὁ Θωμᾶς, ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν μαθητῶν εἰς τούς ὁποίους ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς, ὅταν Τόν ἴδῃς, ἄς μήν ἀπιστήσῃς (Ἰω. 20, 24 ἑ.). Καί ἄν ἀπιστήσῃς, πίστευσε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σοῦ τό λέγουν. Ἐάν δέ δέν τούς πιστεύσῃς οὔτε αὐτούς, ἄς πεισθῇς ἀπό τά σημάδια τῶν καρφιῶν. Ἄν κατεβαίνῃ εἰς τόν Ἅδην, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε καί τά ἐκεῖ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, ποῖον εἶναι τό σωτηριῶδες σχέδιον τῆς διπλῆς καταβάσεως καί ποῖος ὁ λόγος της: Σώζει μέ τήν ἐμφάνισίν Του ἐκεῖ τούς πάντας, ἤ καί ἐκεῖ σώζει μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν πιστεύουν;

Καί ἄν ἀνεβαίνῃ εἰς τούς οὐρανούς, ἀνέβα μαζί Του. Ἐντάξου εἰς τούς ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι Τόν προπέμπουν ἤ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν ὑποδέχονται. Πρόσταξε νά σηκωθοῦν αἱ πύλαι καί νά γίνουν ὑψηλότεραι (Ψαλμ. 23, 7), διά νά ὑποδεχθοῦν πιό μεγαλόπρεπα Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει ἀπό τό πάθος. Ἀπάντησε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποροῦν διά τό σῶμα καί τά σύμβολα τοῦ Πάθους, μέ τά ὁποῖα ἀνέρχεται, ἐνῷ δέν τά εἶχε μαζί Του ὅταν εἶχε κατέβει, καί οἱ ὁποῖοι διά τόν λόγον αὐτόν ἐρωτοῦν νά μάθουν «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης;», ὅτι εἶναι «Κύριος κραταιός καί δυνατός» (Ψαλμ. 23, 7-8) μέ ὅλα ὅσα ἀνέκαθεν ἔχει κάνει καί μέ ὅσα κάνει καί μέ τόν τωρινόν πόλεμον καί τήν περίλαμπρον νίκην Του πρός χάριν τῆς ἀνθρωπότητος, καί δῶσε εἰς τήν διπλῆν ἐρώτησιν διπλῆν τήν ἀπάντησιν. Καί ἄν ἀποροῦν λέγοντες, συμφώνως πρός τήν δραματικήν προφητείαν τοῦ Ἠσαΐου, «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει ἀπό τήν Ἐδώμ (Ἠσ. 63, 1) καί ἀπό τά γήϊνα πράγματα;», ἤ «διατί εἶναι κόκκινα τά ἐνδύματα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε αἷμα οὔτε σῶμα, ὡσάν νά ἔχῃ ἔλθει ἀπό πατητῆρι καί νά ἔχῃ πατήσει ὁλόκληρον πατητῆρι γεμᾶτον ἀπό σταφύλια;»(Ἠσ. 63, 2),νά τούς ἐκθειάσῃς τήν ὡραιότητα τῆς στολῆς τοῦ σώματος τό ὁποῖον ἔχει πάθη καί τό ὁποῖον ἔχει καλλωπισθῆ ἀπό τό Πάθος καί ἔχει ἀποκτήσει ἀπό τήν Θεότητα τήν λαμπρότητα ἐκείνην ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἐπιθυμητόν καί πιό ὡραῖον.

Τί θά μᾶς εἴπουν δι᾽ αὐτά οἱ συκοφάνται, οἱ πικρόχολοι ἐλεγκταί τῆς Θεότητος, οἱ κατήγοροι ἐκείνων τά ὁποία ἐπαινοῦνται, οἱ σκοτεινοί ἐν σχέσει πρός τό φῶς, οἱ ἀστοιχείωτοι ἐν σχέσει πρός τήν σοφίαν, ἐκεῖνοι χάριν τῶν ὁποίων ἀπέθανεν ὁ Χριστός χωρίς νά ζητήσῃ ἀντάλλαγμα, τά ἀχάριστα δημιουργήματα, τά πλάσματα τοῦ πονηροῦ; Κατηγορεῖς τόν Θεόν διά τήν εὐεργεσίαν Του; Διά τοῦτο εἶναι μικρός, ἐπειδή ἐταπεινώθη πρός χάριν σου; Ἐπειδή ὁ καλός Ποιμήν, ὁ Ὁποῖος δίνει καί τήν ψυχήν Του διά τά πρόβατα (Ἰω. 10, 11), ἦλθε πρός τό πρόβατον τό ὁποῖον εἶχε χαθῆ (βλ. Λουκ. 15, 4-10), ἐπάνω εἰς τούς λόφους καί τά βουνά εἰς τά ὁποῖα ἐθυσίαζες (πρβλ. Ὠσ. 4, 13), καί ἀφοῦ τό εὗρε τό ἐσήκωσεν ἐπάνω εἰς τούς ὤμους Του, ἐπάνω εἰς τούς ὁποίους ἐσήκωσε καί τόν Σταυρόν, καί τό ἐπανέφερεν εἰς τήν οὐρανίαν ζωήν καί ἀφοῦ τό ἀνύψωσεν ἐκεῖ τό ἔβαλεν εἰς τήν ἰδίαν θέσιν μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶχαν μείνει ἐκεῖ;

Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή ἤναψε λύχνον, τήν ἰδίαν τήν σάρκα Του, καί ἐσκούπισε τήν οἰκίαν (καθαρίζων τόν κόσμον ἀπό τήν ἁμαρτίαν) καί ἀνεζήτησε τήν δραχμήν, τήν εἰκόνα δηλαδή τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία εἶχε καταχωνιασθῆ ἀπό τά πάθη, καί ἐπειδή συγκεντρώνει διά τήν εὕρεσιν τῆς δραχμῆς τάς φιλικάς πρός Αὐτόν δυνάμεις, τάς ὁποίας εἶχε μυήσει καί εἰς τό μυστήριον τῆς σωτηρίας, καί τάς κάνει μετόχους εἰς τήν χαράν Του; Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή τόν λύχνον, ὀ ὁποῖος ἑτοιμάζει τόν δρόμον, καί ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζει εἰς τόν Κύριον λαόν ἐκλεκτόν καί καθαρίζει καί προετοιμάζει διά τό Πνεῦμα μέ τό ὕδωρ, τόν ἀκολουθεῖ τό ὑπέρλαμπρον Φῶς, τήν φωνήν τήν ἀκολουθεῖ ὁ Λόγος καί τόν ὁδηγόν τοῦ νυμφίου ὁ Νυμφίος; Δι᾽ αὐτό κατηγορεῖς τόν Θεόν; Δι᾽ αὐτά Τόν θεωρεῖς κατώτερον, ἐπειδή βάζει εἰς τήν μέσην Του τήν ποδιάν καί πλύνει τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰω. 13, 4) καί δείχνει τόν καλύτερον τρόπον νά ὑψωθῇ κανείς, δηλαδή τήν ταπείνωσιν; Ἐπειδή ταπεινώνεται χάριν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἔχει κυρτώσει πρός τά κάτω διά νά ἀνυψώσῃ μαζί του ἐκεῖνο τό ὁποῖον κλίνει πρός τά κάτω ἀπό τήν ἁμαρτίαν; Πῶς δέ δέν τόν κατηγορεῖς διά τό ὅτι γευματίζει μαζί μέ τούς τελώνας (Λουκᾶ 5, 27 ἑ.) καί εἰς τάς οἰκίας τελωνῶν, καί ὅτι κάνει μαθητάς Του τελώνας διά νά κερδίσῃ καί Αὐτός κάτι; Τί δηλαδή; Τήν σωτηρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὡσάν νά ἠμποροῦσε κανείς νά κατηγορήσῃ τόν ἰατρόν, ὅτι σκύβει μέ κατανόησιν ἐπάνω εἰς τάς πληγάς καί ἀνέχεται τήν δυσωδίαν, διά νά δώσῃ τήν ὑγείαν εἰς τούς ἀσθενεῖς, ἤ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σκύβει ἀπό εὐσπλαγχνίαν ἐπάνω ἀπό τόν βόθρον διά νά βγάλῃ ἀπό ἐκεῖ τό ζῶον τό ὁποῖον ἔχει πέσει μέσα (πρβλ. Δευτερον. 22, 4, Ματθ. 12, 11), ὅπως λέγει ὁ νόμος.

Ἀπεστάλη μέν, ἀλλά ὡς ἄνθρωπος (ἐπειδή ἦτο διπλοῦς τήν φύσιν), ἐπειδή καί ἔνιωσε κούρασιν καί ἐπείνασε καί ἐδίψασε καί ἐδάκρυσε κατά τούς φυσικούς νόμους. Ἐάν δέ ἐστάλη καί ὡς Θεός, τί σέ ἐνοχλεῖ αὐτό; Τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, ἀπό τόν Ὁποῖον προέρχεται, καί τόν Ὁποῖον τιμᾷ ὡς ἀρχήν ἄχρονον, νά τήν θεωρῇς ὡς ἀποστολήν, καί νά μή πιστεύῃς ὅτι εἶναι κάτι τό ἀταίριαστον διά τόν Θεόν. Ἐπειδή λέγεται καί ὅτι ἔχει παραδοθῆ, ἀλλά ἔχει γραφῆ ἐπίσης ὅτι ἔχει παραδώσει τόν Ἑαυτόν του. Καί ὅτι ἔχει ἀναστηθῆ ἀπό τόν Πατέρα καί ἔχει ἀναληφθῆ, ἀλλά καί ὅτι ἔχει ἀναστήσει τόν Ἑαυτόν του καί ὅτι θά ἔλθῃ πάλιν. Ἐκεῖνα προέρχονται ἀπό τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, αὐτά ἀπό τήν δύναμίν του. Σύ δέ τά μέν πρῶτα τά θεωρεῖς μειωτικά, τά δέ ἄλλα, τά ὁποῖα ἐξυψώνουν, τά παραβλέπεις. Καί τό ὅτι μέν ἔπαθε, τό ὑπολογίζεις. Τό ὅτι δέ ἔπαθε μέ τήν θέλησίν Του, δέν τό ἀναφέρεις.

Τί παθαίνει ἀκόμη καί τώρα ὁ Λόγος! Ἀπό ἄλλους μέν τιμᾶται ὡς Θεός καί ταυτίζεται μέ αὐτόν, ἀπό ἄλλους δέ περιφρονεῖται, ἐπειδή εἶναι ἄνθρωπος, καί χωρίζεται ἀπό τόν Θεόν. Ἐναντίον ποίων νά ὀργισθῇ περισσότερον; Ἤ, καλύτερα, ποίους νά συγχωρήσῃ; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἑνώνουν λανθασμένα, ἤ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χωρίζουν; Διότι καί ἐκεῖνοι ἔπρεπε νά διαχωρίζουν καί τοῦτοι νά ἑνώνουν. οἱ μέν μέ τόν ἀριθμόν, οἱ δέ μέ τήν Θεότητα. Ἐμποδίζεσαι ἀπό τήν σάρκα; Αὐτό κάνουν καί οἱ Ἰουδαῖοι. Μήπως τυχόν Τόν ὀνομάζεις καί Σαμαρείτην; Τήν συνέχειαν ὅμως δέν θά τήν ἀναφέρω (πρβλ. Ἰω. 8, 48).

Δέν πιστεύεις εἰς τήν Θεότητα; Αὐτό δέν συμβαίνει οὔτε μέ τούς δαίμονας. Δύστυχε, πόσον πιό ἄπιστος εἶσαι ἀκόμη καί ἀπό τούς δαίμονας, καί πόσον πιό ἀχάριστος ἀπό τούς Ἰουδαίους! Ἐκεῖνοι τήν ὀνομασίαν τοῦ Υἱοῦ τήν ἐθεώρησαν ὡς ἔκφρασιν ἰσοτιμίας (πρβλ. Ἰω. 8, 19), διότι δέν ἐγνώριζαν ἀκόμη τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν εἶχε στείλει. Διότι ἐπίστευαν μόνον ἀφοῦ ἐπάθαιναν. Σύ δέ δέν δέχεσαι οὔτε τήν ἰσότητα, οὔτε καί ἀναγνωρίζεις τήν Θεότητα. Θά ἦταν καλύτερα διά σέ νά εἶσαι περιτετμημένος καί νά εὑρίσκεσαι ὑπό τήν ἐπήρειαν τοῦ δαίμονος, διά νά ἐκφρασθῶ κατά τρόπον ἀστεῖον, παρά νά κατέχεσαι ἀπό πονηρίαν καί ἀθεΐαν, ἐνῷ εἶσαι ὑγιής καί ἀπερίτμητος. Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ πόλεμος ἐναντίον τούτων ἤ ἄς σταματήσῃ, ἐάν βεβαίως θά ἤθελαν νά συνετισθοῦν ἔστω καί τήν τελευταίαν στιγμήν, ἤ ἄς ἀναβληθῇ, ἐάν δέν θέλουν νά συνετισθοῦν καί παραμένουν ὅπως ἔχουν. Πάντως ἐμεῖς δέν θά φοβηθοῦμεν τίποτε ἐνῷ θά ἀγωνιζώμεθα διά τήν Τριάδα, μέ σύμμαχόν μας τήν ἰδίαν τήν Τριάδα.

Τώρα δέ εἴμεθα πλέον ἀναγκασμένοι νά ἀνακεφαλαιώσωμεν ὡς ἑξῆς τόν λόγον. Ἔχομεν δημιουργηθῆ διά νά εὐεργετηθοῦμεν. Ἔχομεν εὐεργετηθῆ ἐπειδή ἔχομεν δημιουργηθῆ. Μᾶς παρεδόθη ὁ Παράδεισος διά νά εὐτυχήσωμεν. Ἐλάβαμεν τήν ἐντολήν, διά νά δοξασθῶμεν ἀφοῦ τήν φυλάξωμεν, ὄχι ἐπειδή τυχόν ἀγνοοῦσε ὁ Θεός ἐκεῖνο τόν ὁποῖον θά ἐγίνετο, ἀλλά ἐπειδή ἤθελε νά μᾶς παραχωρήσῃ τό αὐτεξούσιον. Ἔχομεν ἐξαπατηθῆ, ἐπειδή μᾶς ἐφθόνησαν.

Ἔχομεν πέσει, ἐπειδή ἔχομεν παραβῆ τήν ἐντολήν, ἔχομεν ἀναγκασθῆ εἰς νηστείαν ἐπειδή δέν ἐνηστεύσαμεν καί μᾶς κατανίκησεν ἡ ἐπιθυμία τῆς γεύσεως τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως. Διότι ἡ ἐντολή ἦτο παλαιά καί σύγχρονος μέ ἡμᾶς, ἕνα μέσον διαπαιδαγωγήσεως τῆς ψυχῆς καί σωφρονισμοῦ ἀπό τάς ἀπολαύσεις. Τήν ἐλάβαμεν δέ εὐλόγως διά νά ἀπολαύσωμεν, ἀφοῦ τήν τηρήσωμεν, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐχάσαμεν ἐπειδή δέν τήν ἐτηρήσαμεν. Εἴχαμεν ἀνάγκην ἀπό Θεόν ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί ἀπέθανε, διά νά ζήσωμεν. Ἔχομεν ἀποθάνει μαζί Του διά νά καθαρισθῶμεν. Ἔχομεν ἀναστηθῆ μαζί Του ἐπειδή ἔχομεν συναποθάνει καί ἔχομεν δοξασθῆ ἐπειδή ἔχομεν συναναστηθῆ.

Πολλά μέν λοιπόν εἶναι τά θαύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ Θεός σταυρώνεται, ὁ ἥλιος σκεπάζεται ἀπό σκότος καί κατόπιν ἀνατέλλει πάλιν (διότι ἔπρεπε καί τά δημιουργήματα νά συμπάσχουν μέ τόν Δημιουργόν), τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται (Λουκ. 23, 44-45, Ματθ. 27, 51), αἷμα καί ὕδωρ χύνεται ἀπό τήν πλευράν (Ἰω. 19, 34) (τό μέν ἐπειδή ἦτο ἄνθρωπος, τό δέ ἐπειδή ἦτο ἀνώτερος ἀπό τόν ἄνθρωπον), ἡ γῆ συγκλονίζεται, αἱ πέτραι σχίζονται πρός χάριν τῆς Πέτρας (Ματθ. 27, 51, Α’ Κορ. 10, 4), οἱ νεκροί ἀνασταίνονται (Ματθ. 27, 52), ὡς ἀπόδειξις διά τήν τελευταίαν καί κοινήν Ἀνάστασιν. Τά σημεῖα δέ τά ὁποῖα ἔγιναν εἰς τόν τάφον καί τά μετά τήν ταφήν (Ματθ. 28, 1 ἑ., Μάρκ. 16, 1 ἑ., Λουκ. 24, 1 ἑ. καί Ἰω. 20, 1 ἑ.), ποῖος θά ἠμποροῦσε νά τά ἐξυμνήσῃ ἐπαξίως; Τίποτε δέ δέν εἶναι ἰσάξιον μέ τό θαῦμα τῆς σωτηρίας μου. Ὀλίγαι σταγόνες αἵματος αἱ ὁποῖαι ἀναδημιουργοῦν ὁλόκληρον τόν κόσμον καί γίνονται ὡσάν χυμός γάλακτος δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί μᾶς συνδέουν καί μᾶς συγκεντρώνουν εἰς ἕνα σύνολον.

Ἀλλά, ὦ Πάσχα, τό μέγα καί ἱερόν, τό ὁποῖον καθαρίζεις ὁλόκληρον τόν κόσμον! Διότι θά σοῦ ὁμιλήσω ὡσάν νά ἤσουν ἔμψυχον. Ὦ Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Φῶς καί Ζωή καί Σοφία καί Δύναμις! Διότι χαίρομαι μέ ὅλα Σου τά ὀνόματα. Ὦ γέννημα καί κίνησις καί σφραγίς τοῦ μεγάλου νοῦ! Ὦ Λόγε, ὁ ὁποῖος κατανοεῖσαι καί, ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φαίνεσαι, καί ὁ ὁποῖος φέρεις τά πάντα συγκεντρωμένα εἰς τόν λόγον τῆς δυνάμεώς σου! Τώρα μέν ἄς δεχθῇς τόν λόγον αὐτόν ὄχι ὡς τόν πρῶτον καί καλύτερον καρπόν τῆς καρποφορίας μας, ἀλλά ὡς συμπλήρωμά της ἴσως, εὐχαριστήριον ἀλλά καί συγχρόνως παρακλητικόν, διά νά μήν ὑποφέρωμεν διά τάς ἐντολάς Σου τίποτε περισσότερον ἐκτός ἀπό τά ἀναγκαῖα καί τούς ἱερούς κόπους καί πόνους, μέ τούς ὁποίους ἔχομεν ζήσει μέχρι σήμερον.

Καί ἄς σταματήσῃς τήν τυραννίαν τοῦ σώματος ἐναντίον μας (βλέπεις πόσον μεγάλη εἶναι, Κύριε, καί πόσον μᾶς γονατίζει!), ἤ τήν κρίσιν Σου, ἐάν πρόκειται νά καθαρισθῶμεν ἀπ᾽ αὐτό. Ἐάν δέ φθάσωμεν ἐπαξίως εἰς τό ποθούμενον τέρμα καί γίνωμεν δεκτοί εἰς τάς οὐρανίους σκηνάς, θά Σοῦ προσφέρωμεν μέ προθυμίαν θυσίας δεκτάς εἰς τό ἅγιόν Σου θυσιαστήριον, ὦ Πάτερ καί Λόγε καί Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπειδή εἰς Σέ ὀφείλεται κάθε δόξα, τιμή καί ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.

Πηγή: www.imaik.gr

Exit mobile version