Ο Άγιος Απόστολος Κάρπος (26 Μαΐου)

Ο άγιος Απόστολος Κάρπος ήταν ένας από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους. Υπήρξε μαθητής και συνοδοιπόρος του Αποστόλου Παύλου, από τον οποίο χειροτονήθηκε επίσκοπος Βάρνας Θράκης. Επίσης κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Κρήτη, όπου φιλοξένησε στο σπίτι του τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.

Ο Άγιος Διονύσιος μαρτυρεί πως ο Κάρπος ήταν άνθρωπος εξαιρετικής διαύγειας και καθαρότητος νοος, πραότητος και αθωότητος και πως ο Κύριος Ιησούς με τους αγγέλους Του εμφανίστηκε σε όραμα στον άγιο και πως αυτός ουδέποτε άρχιζε τη Θεία Λειτουργία χωρίς προηγουμένως να δεχθεί κάποιο ουράνιο όραμα. Υπέμεινε πολλές δοκιμασίες για το Όνομα του Χριστού, μετά από πλήθος δεινών είχε μαρτυρικό θάνατο από τα χέρια των απίστων Ιουδαίων. Η ψυχή του, ανήλθε στη βασιλεία του Θεού ευφραινόμενη αιώνια ατενίζοντας τον Κύριο εν δόξη.

Ημερολόγιο – Ο Πρόλογος της Αχρίδος (Μάϊος). Αγίου Νικολάου Βελιμιροβιτς.

***

Δεν πρέπει να επιθυμούμε τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοια του. Τίποτε δεν λυπεί τόσο πολύ τον Κύριο, τον Παθόντα επί του Σταυρού υπέρ των αμαρτωλών, όσο το να προσευχόμαστε σ’ Αυτόν γιά τον θάνατο ενός αμαρτωλού, ώστε να τον «βγάλει από τη μέση» του δικού μας δρόμου.

Συνέβη, κάποτε ο Απόστολος Κάρπος να χάσει την υπομονή του• άρχισε τότε να προσεύχεται στον Θεό να στείλει θάνατο εξ’ ουρανού σε δύο αμαρτωλούς: έναν ειδωλολάτρη και έναν αποστάτη της Πίστεως. Τότε παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Κύριος στον Κάρπο και τού είπε: «Χτύπησε Εμένα είμαι έτοιμος να σταυρωθώ ξανά για τη σωτηρία τού γένους των ανθρώπων». Ο άγιος Κάρπος ανέφερε το γεγονός αυτό στον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος το κατέγραψε ως ένα μάθημα προς όλους μέσα στην Εκκλησία – ότι οι προσευχές είναι αναγκαίες για να σωθούν και όχι για να καταστραφούν οι αμαρτωλοί, διότι ο Κύριος δεν θέλει να χαθεί κανείς: μη βουλόμενός τινας απολέσθαι, αλλά πάντας εις μετάνοιαν χωρήσαι (Πέτρου Β’: 3, 9).

Ημερολόγιο – Ο Πρόλογος της Αχρίδος (Μάϊος). Αγίου Νικολάου Βελιμιροβιτς.

***

Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, σε μια επιστολή του προς τον μοναχό Δημόφιλο, του διηγείται το εξής περιστατικό που φανερώνει την φιλανθρωπία του Θεού προς τους αμαρτωλούς. Ο απόστολος Κάρπος, εκ των Εβδομήκοντα ( Ο΄) Αποστόλων, ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου, «άνθρωπος περισσότερο από κάθε άλλον ικανό στη θεοπτία, λόγω της πολλής καθαρότητας του νου του». Ο Κάρπος είχε φτάσει σε τόσο υψηλά πνευματικά μέτρα, πού «ποτέ δεν επιχειρούσε την τέλεση των ιερών Μυστηρίων, αν προηγουμένως, κατά τις προπαρασκευαστικές ευχές, δεν τού παρουσιαζόταν κάποια ευνοϊκή θεία όραση».

Κάποτε ήταν πολύ λυπημένος διότι ένας ειδωλολάτρης είχε παρασύρει ένα Χριστιανό. Ο Κάρπος πικράθηκε και λυπήθηκε πολύ. Και ενώ είχε την πικρία αυτή, δεν προσευχήθηκε, καθώς έπρεπε να πράξει, για τους δύο αυτούς ανθρώπους και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, ώστε να μπορέσει τον μεν παρασυρθέντα στην απιστία να τον επαναφέρει στους κόλπους της Εκκλησίας, τον δε άπιστο να τον προσελκύσει στην πίστη του Χριστού• ούτε πήρε την απόφαση να τους νουθετεί αδιαλείπτως και διά βίου, ώστε να τους οδηγήσει στη θεία γνώση. Αλλά, μου έλεγε, τέτοιο πράγμα δεν το είχε ξαναπάθει, δηλαδή το ότι έπεσε και κοιμήθηκε αγανακτισμένος και με την πικρία στην ψυχή του.

Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε να προσευχηθεί, κατά τη συνήθειά του, όμως κατά την ώρα αυτή της προσευχής του στενοχωρούνταν, χωρίς να πρέπει, και δυσανασχετούσε συλλογιζόμενος ότι δεν ήταν δίκαιο να ζουν άνθρωποι άθεοι, που διαστρέφουν τις άγιες και ορθές οδούς του Κυρίου. Σκεπτόμενος δε αυτά, ζήτησε από τον Θεό να ρίξει κεραυνό και να εξολοθρεύσει και τους δύο αποστάτες.

Ενώ όμως έλεγε αυτά, είδε το εξής όραμα: Το σπίτι σχίσθηκε στα δύο, από τη μια στέγη μέχρι κάτω. Ο ουρανός άνοιξε και είδε τον Χριστό περιστοιχιζόμενον από άπειρους Αγγέλους. Ταυτοχρόνως όμως, κυττάζοντας προς τα κάτω, είδε στο έδαφος να ανοίγεται ένα πελώριο χάσμα, βαθύ και σκοτεινό. Στο χείλος του χάσματος είδε τους δύο εκείνους ανθρώπους, για τους οποίους είχε ζητήσει την άμεση εξόντωσή τους. Οι άνθρωποι αυτοί, τρομαγμένοι και ελεεινοί, κινδύνευαν να πέσουν μέσα στο χάσμα από στιγμή σε στιγμή.

Εν τω μεταξύ έβλεπε να ανεβαίνουν από το χάσμα φίδια, τα οποία δάγκωναν τους δύο εκείνους ανθρώπους, τους χτυπούσαν με τις ουρές τους και προσπαθούσαν να τους ρίξουν μέσα στο απύθμενο βάραθρο. Ο Κάρπος, από το άλλο μέρος, λυπόταν και αδημονούσε και ευχόταν να πέσουν οι άνθρωποι εκείνοι το γρηγορότερο μέσα στο χάσμα. Προσπάθησε μάλιστα και ο ίδιος να τους σπρώξει για να πέσουν. Επειδή όμως δεν μπόρεσε, γι’ αυτό άρχισε να τους καταριέται.

Σηκώνοντας πάλι τα μάτια του στον ουρανό, είδε τον Χριστό να σηκώνεται από τον Θρόνο Του, να κατεβαίνει στο στόμιο του χάσματος και να απλώνει το χέρι του στους δύο ανθρώπους. Το ίδιο έκαναν και οι Άγγελοι, άλλοι βοηθούσαν τον ένα και άλλοι βοηθούσαν τον άλλον.

– Τότε ο Κάρπος είδε τον Χριστό να απλώνει το χέρι του προς αυτόν και να του λέγει:

– Χτύπα, λοιπόν, Κάρπε εμένα, διότι εγώ είμαι έτοιμος να πάθω πάλι, προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι. Και θα το έκανα μάλιστα ευχαρίστως, εάν η δεύτερη αυτή ενσάρκωσή μου δεν θα γινόταν αφορμή να αμαρτήσουν και πάλι οι άνθρωποι, σταυρώνοντάς Με. Σκέψου, όμως, αν συμφέρει και σένα να αλλάξεις συντρόφους και από τη συντροφιά του Θεού και των αγαθών και φιλανθρώπων αγίων Αγγέλων να έχεις τη παντοτινή συντροφιά των φιδιών και των δαιμόνων».

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2022/05/25/79159/