Νέα-Δραστηριότητες

ouranos2

Παναγία Φορβιώτισσα, τοιχ. 1105/6  Ιερά Μονή Παναγίας της Φορβιώτισσας (Ασίνου), Νικητάρι -Κύπρος

agiosmamas2.jpg

Αρχική Ομιλίες Μητροπολίτη Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση ως φορέας της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας.
en el fr
Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση ως φορέας της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας. Εκτύπωση
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Όπως γνωρίζουμε, ο ευρύτερος ιστορικός χώρος μέσα στον οποίο επέλεξε ο Θεός να πραγματοποιηθεί η ενανθρώπιση Του, ήταν έντονα σημαδεμένος από την ελληνική γλώσσα και το ελληνικό πνεύμα. Η πρώτη Εκκλησία, λοιπόν, γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα στα όρια της εξελληνισμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό το ότι από τα 27 κείμενα της Καινής Διαθήκης, μόνο το πρώτο, το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, γράφτηκε πρωτοτύπως στην αραμαϊκή γλώσσα. Όλα τα άλλα κείμενα, γράφτηκαν όλα πρωτοτύπως στην ελληνική.

Γιατί όμως η Εκκλησία, όχι μόνο με τα Ευαγγέλια αλλά και με το έργο των μετέπειτα μεγάλων Πατέρων της, επέλεξε αυτή την γλώσσα για να διατυπώσει την αλήθειά της; Καταρχήν επειδή ήταν γλώσσα οικουμενική, την οποία μιλούσαν οι περισσότεροι λαοί παράλληλα με τη μητρική τους γλώσσα. Αλλά κυρίως γιατί ήταν μια γλώσσα ακριβείας, μια γλώσσα με την οποία μπορούσε να διατυπωθεί η των πραγμάτων αλήθεια κατά τρόπο που να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Και δε είναι τυχαίο που στην διάρκεια της ιστορίας οι λαοί που αποκόπηκαν από την ορθόδοξη πίστη ήταν εκείνοι που πρώτα είχαν αποκοπεί από τη ελληνική γλώσσα. Και χάνοντας τη γλώσσα, δεν είχαν πλέον τρόπο να κατανοήσουν και να εκφράσουν την ακρίβεια των ορθοδόξων δογμάτων, με αποτέλεσμα να πέφτουν στις αιρέσεις.

Ήδη από τον Απόστολο Παύλο, είναι φανερό ότι ο Ελληνισμός στην επαφή του με τον Χριστό, πεθαίνει για να αναστηθεί «εν ετέρα μορφή». Ο Ελληνισμός αποκτά μια καινούργια ταυτότητα με την οποία πολιτογραφείται ξανά μέσα στην ιστορία. Είναι πια ένας Χριστιανικός Ελληνισμός. Και ο άμεσος φορέας και θεματοφύλακας αυτής της ταυτότητας είναι η Εκκλησία.

Αυτή η ταυτότητα εκφράζεται, δια μέσου των αιώνων, μέσα από την πατερική παράδοση της Εκκλησίας. Έξω από το πνεύμα αυτής της παραδόσεως καραδοκεί όχι μόνο η αίρεση, αλλά και οι ιστορικές περιπέτειες. Και δεν είναι τυχαίο που πολλές από τις συγκρούσεις που γνώρισε το γένος μας στην ιστορική του διαδρομή οφείλονταν ακριβώς στην διατάραξη αυτής της φωτισμένης ισορροπίας και στη διεκδίκηση μιας αλλοτριωμένης ελληνικότητας. Όπως για παράδειγμα η παλινδρόμηση του Ιουλιανού τον 4ο αιώνα προς τον παγανισμό, η αντίθεση Πλήθωνα Γεμιστού και Γεννάδιου Σχολάριου, ή ακόμα η αντιπαράθεση Κοραή - Κολλυβάδων το 19ο αιώνα. Ή ακόμα και τα, κάπως γραφικά για την ώρα, κρούσματα νεοπαγανισμού που παρατηρούνται στη σημερινή Ελλάδα.

Η χριστιανική ταυτότητα του Ελληνισμού, την οποίαν θεμελίωσαν οι πατέρες της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες, προσλαμβάνει οικουμενικές διαστάσεις μέσα από ένα πολιτισμικό μέγεθος που οι ιστορικοί της Δύσης αποκαλούν βυζαντινό πολιτισμό και που ο ίδιος αυτοαποκαλείτο Ρωμανία.

Το κράτος της Ρωμανίας αποτελείται από μια πανσπερμία φυλών και εθνοτήτων. Παρ' όλ' αυτά φτάνει σε μια αξιοθαύμαστη ενότητα όπου όλοι είναι απλώς Ρωμηοί, χάρη στο «ομόδοξον», δηλαδή χάρη στην κοινότητα της πίστης. Ανεξαρτήτως τόπου καταγωγής, φυλής, ή ακόμα και γλώσσας. Γιατί, παρ' όλο που η χριστιανική αυτή αυτοκρατορία μιλά Ελληνικά, συνεχίζουν να υπάρχουν και τοπικές γλώσσες.

Είναι ενδεικτικό ότι τόσο οι Πατριάρχες όσο και οι Αυτοκράτορες της βυζαντινής περιόδου, προέρχονταν από διάφορες φυλές και τόπους καταγωγής, χωρίς αυτό να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα, αφού ο βαπτισμένος ήταν και Ρωμαίος πολίτης. Η συναίσθηση του ανήκειν στην Εκκλησία, εκμηδένιζε τις φυλετικές διαφορές και δημιουργούσε συνείδηση ισότητας και κοινής καταγωγής.

Η ταυτότητα για την οποία μιλούμε, λοιπόν, δεν έχει να κάνει με τα γονίδια της φυλής, όπως λέει μια σημερινή άποψη. Είναι ένας τρόπος ζωής κι ένα σύνολο βιωμάτων. Κρατώντας αυτή την ταυτότητα, το λεγόμενο Βυζάντιο διανύει μια θαυμαστή ιστορική διαδρομή ολόκληρης χιλιετηρίδας. Και σ' όλη αυτή τη διαδρομή, συνεχίζει να εκλεπτύνει και να καλλιεργεί την ελληνική γλώσσα, δίνοντας απαράμιλλα κείμενα.

Κι όπως έδειξε η ιστορία, η ταυτότητα αυτή αποδείχτηκε ισχυρότερη και από αυτή την αυτοκρατορία. Μετά την άλωση, το υπόδουλο γένος συνεχίζει να προχωρά στον ίδιο άξονα ζωής μέσα στην Τουρκοκρατία. Η Εκκλησία απομένει πια ο μοναδικός θεσμός στον οποίο έχει πρόσβαση. Το οθωμανικό σύστημα διοίκησης, το οποίο βασίζεται στην αρχή του «μιλλέτ», δηλαδή στην αναγνώριση ταυτότητας βάσει της θρησκευτικής πίστης, ευνοεί έναν πιο ενισχυμένο ρόλο της Εκκλησίας. Στο ρωμαίικο μιλλέτι περιλαμβάνονται Έλληνες, Βλάχοι, Μολδαβοί, Σλάβοι, Αλβανοί Άραβες και άλλοι.

Έτσι, μετά την άλωση, ο Πατριάρχης ανακηρύσσεται «μιλλέτ-μπασής», δηλαδή Εθνάρχης των Ρωμηών. Και η Εκκλησία, από φορέας της ταυτότητας και της γλώσσας, αναλαμβάνει ρόλο κοινωνικό και πολιτικό, υποκαθιστώντας, κατά κάποιο τρόπο, το απωλεσθέν κράτος. Όταν όλα έχουν καταρρεύσει, όταν οι κοσμικοί άρχοντες και διανοούμενοι της εποχής αφήνουν το λαό τους και φεύγουν για τις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες, η Εκκλησία παραμένει αυτό που ήταν πάντα για το λαό της: μια μεγάλη αγκαλιά.

Στην Τουρκοκρατία, λοιπόν, μέσα από την Εκκλησία, η ελληνική ταυτότητα και γλώσσα, συνεχίζουν την ιστορική τους πορεία, παρά τις δυσκολίες και τα σκαμπανεβάσματα. Μια ταυτότητα που ανιχνεύεται στη λαϊκή ποίηση, στο λαϊκό ήθος, στην ορθόδοξη εικονογραφία και τη ναοδομία. Αλλά και στον καθημερινό τρόπο ζωής, στη μουσική, στις λαϊκές φορεσιές, στην κοινοτική οργάνωση, τους συνεταιρισμούς. Στους αιώνες της μεγάλης δοκιμασίας, φάνηκε καθαρά πως η ταυτότητα είναι κυρίως στάση ζωής και βίωμα, και όχι ιδεολογικά η φυλετικά κριτήρια. Με την εκκλησιαστική πίστη ξεχώριζε ο Έλληνας από τον Τούρκο ή τον «Φράγκο»: Με τη νηστεία, τη γιορτή, τον αγιασμό κάθε μήνα, με το καντήλι και το εικονοστάσι σε κάθε σπίτι, το ζύμωμα του πρόσφορου. Αλλά και με το χορό στο πανηγύρι του Αγίου, με την εφαρμογή του εκκλησιαστικού ήθους στο εμπόριο και τις συναλλαγές, εντέλει με την εναπόθεση κάθε χαράς και κάθε λύπης στην Εκκλησία.

Μεταξύ των άλλων λειτουργημάτων που αναλαμβάνει η εθναρχούσα Εκκλησία στην τουρκοκρατία, είναι και αυτό της παιδείας. Εκτός από την Πατριαρχική Σχολή που συνέχισε χωρίς διακοπή τη λειτουργία της και μετά την άλωση, η Εκκλησία ιδρύει σχολεία σε διάφορες περιοχές και ιδρύει το πρώτο τυπογραφείο στο Πατριαρχείο.

Τα ίδια ίσχυαν σε γενικές γραμμές και στην Κύπρο, όπου η περίοδος της οδύνης άρχισε με τη Λατινοκρατία τον 12ο αιώνα και συνεχίστηκε με την Τουρκοκρατία και την Αγγλοκρατία. Στο πλαίσιο της γενικής προσπάθειας της Εκκλησίας να διατηρήσει ζωντανά τα ελληνικά γράμματα πρέπει να θεωρήσουμε και την ίδρυση των πρώτων σχολείων στην Κύπρο, με πρώτο το περίφημο Παγκύπριο Γυμνάσιο στα 1812. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας, όπου η Εκκλησία αναλαμβάνει πλήρως την παιδεία του σκλαβωμένου νησιού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μέχρι σήμερα τα πλείστα σχολεία της Κύπρου είναι κτισμένα σε εκκλησιαστική γη ή με δαπάνες της Εκκλησίας.

Το πρώτο Σύνταγμα του νεοελληνικού κράτους το οποίο ψηφίστηκε στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την ταυτότητα. Λέει λοιπόν το Σύνταγμα της Επιδαύρου: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικράτειας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες»! Τα σχόλια περιττεύουν. Και η σαφήνεια αυτής της διατύπωσης, που έγινε στα 1822, είναι πολύ πιο προχωρημένη ακόμα και από τον ορισμό έδωσε ο Ισοκράτης για τους Έλληνες ως τους «της ελληνικής παιδείας μετέχοντες». Κριτήριο λοιπόν της ταυτότητας μας -σε τελευταία ανάλυση- είναι μια προσωπική σχέση. Η σχέση με το πρόσωπο του Χριστού.

Όμως, το συμπαγές αυτής της ταυτότητας, έμελλε να κλονιστεί σοβαρά μετά το 18ο αιώνα. Η γαλλική επανάσταση, η άνοδος της αστικής τάξης, οι γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ταυτότητα της ρωμηοσύνης. Η αναζητούμενη από τις βαλκανικές εθνότητες πολιτική ανεξαρτησία στρέφεται ενάντια στην εθναρχική δικαιοδοσία της Εκκλησίας. Παράλληλα, μέσα από την έντονη δραστηριοποίηση των Φαναριωτών στην παιδεία καθώς και με την εξάπλωση της τυπογραφίας, εισάγονται σταδιακά δυτικές επιρροές στην παιδεία και το παραδοσιακό ήθος. Σε όλα τα αστικά κέντρα και τη διασπορά, η ιδεολογία του διαφωτισμού κερδίζει σταδιακά έδαφος εις βάρος της παράδοσης.

Ο Διαφωτισμός, ως ανανεωτική ιδεολογία που κατέκλυζε την Ευρώπη εκείνη την εποχή, διεισδύει και στον ελληνικό χώρο. Ήδη τη στιγμή της ελληνικής επανάστασης, στον χώρο της άλλοτε συμπαγούς ρωμηοσύνης υπάρχουν δύο αντικρουόμενα ρεύματα. Με τον Κοραή και άλλους λογίους που σπούδασαν στην Ευρώπη, ο διαφωτισμός μεταφυτεύεται στον ελληνικό χώρο και αρχίζει να επηρεάζει τα ελληνικά πράγματα. Ορισμένα από τα συστατικά του στοιχεία -όπως η θρησκευτική αδιαφορία ή ακόμα και ο αθεϊσμός, η απολυτοποίηση της επιστήμης και της θετικής γνώσης, ο ατομισμός- είναι αναιρετικά της παραδοσιακής ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Εκτός από τη νοοτροπία της μειονεξίας απέναντι στη Δύση, με το Διαφωτισμό εισάγεται μια μόνιμη αντίφαση στο σώμα του Ελληνισμού, η οποία μας συνοδεύει μέχρι σήμερα.

Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ως απάντηση στο κίνημα του διαφωτισμού εκδηλώθηκε το κίνημα των Κολλυβάδων. Φυσικά το όνομα «Κολλυβάδες» τους το έδωσαν σαρκαστικά οι αντίπαλοί τους. Επρόκειτο στην ουσία για μια σειρά από λόγιους μοναχούς του Αγίου Όρους, (όπως οι Άγιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Μακάριος Νοταράς και Αθανάσιος Πάριος) που με την πλούσια συγγραφική τους δραστηριότητα να επαναδιατύπωσαν το 18ο αιώνα τη γνήσια ορθόδοξη παράδοση και επεχείρησαν έναν ορθόδοξο διαφωτισμό του γένους.

Η ρήξη, όμως, είχε ήδη διχάσει το γένος. Στη συλλογική ταυτότητα των Ελλήνων εισάγεται ένα είδος σχιζοφρένειας. Το οποίο όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά και ενισχύεται με την ίδρυση ενός νεοελληνικού κράτους που αποκόπτει την πλειοψηφία των Ρωμηών έξω από την νεοϊδρυθείσα Ελλάδα και στη συνέχεια με τη Βαυαροκρατία. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, σχηματίζεται από το 19ο αιώνα και στη συνέχεια στερεώνεται η ιδέα του ελληνικού εθνικισμού, με βάση τη γνωστή ευρωπαϊκή συνταγή «ένα έθνος=ένα κράτος».

Η Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922, που σύμφωνα με ορισμένους υπήρξε η πραγματική άλωση της Ρωμανίας, ήρθε να ενισχύσει ακόμα παραπάνω τη στενή ιδέα του έθνους-κράτους και τον στενόμυαλο φυλετικό εθνικισμό. Στο πλαίσιο αυτού του τυφλού εθνικισμού, οι κάτοικοι της Αθήνας, των οποίων οι πρόγονοι μιλούν ακόμα Αλβανικά, αποκαλούσαν τους πρόσφυγες από τη Μικρασία «Τούρκους». Φαινόμενο που δοκιμάζουν μέχρι σήμερα οι Κωνσταντινουπολίτες, ή ακόμα κι εμείς οι Κύπριοι όταν πάμε στην Αθήνα.

Ο κλειστός ορίζοντας του νεοελληνικού κράτους και η αδυναμία να δούμε την ελληνική ταυτότητα πέρα από φυλετικά ή κρατικά κριτήρια, οδήγησε τον Ελληνισμό στις μεγαλύτερες τραγωδίες. Ο εθνικισμός, που βασίζεται στην καθαρότητα της φυλής και τη φυλετική συνέχεια, είναι ένα φαινόμενο ασύμβατο με τη σύνολη ιστορία του γένους μας. Άνκαι επεκράτησε ως ιδεολογία πρόσφατα, ωστόσο στάθηκε η αιτία των μεγαλύτερων καταστροφών που υπέστη ο Ελληνισμός. Και η εμπειρία της Κύπρου, την οποία ζήσαμε από πρώτο χέρι, δεν χρειάζεται νομίζω άλλες επεξηγήσεις.

Η ενίσχυση των αρχών του διαφωτισμού, ο εκδυτικισμός της ελληνικής κοινωνίας και η επικράτηση του εθνικισμού τον εικοστό αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να αδρανήσουν τα ρωμαίικα κριτήρια. Έτσι η Ορθοδοξία, που κάποτε ήταν η πεμπτουσία της ταυτότητας του Ελληνισμού, αρχίζει να εκλαμβάνεται ως ένα πλαίσιο ηθών και εθίμων, χρήσιμων μεν, αλλά μόνο για τη διάσωση του εθνικού φρονήματος. Οι τεράστιοι ξεριζωμοί που γνώρισε ο Ελληνισμός τον 20ο αιώνα, αλλά και η τραγική μοίρα της Κύπρου, συνδέονται με αυτή την νοοτροπία.

Έτσι, διαπιστώνουμε ένα μεγάλο παράδοξο. Η διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η δουλεία στους Τούρκους, δεν μπόρεσαν να νεκρώσουν τον Ελληνισμό. Αντίθετα, η απελευθέρωση απέδειξε ότι η ελευθερία μπορεί να γίνει καταστροφική αν η ψυχή χάσει την αυτοσυνειδησία της.

Σήμερα, στον 21ο αιώνα, που με τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» τα σύνορα αδυνατίζουν και οι παλιοί περιορισμοί καταρρέουν, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Μια «παγκοσμιότητα» που δεν έχει ως κέντρο της την Εκκλησία, όπως η ρωμαίικη οικουμένη, ούτε το «μιλέτ», όπως η οθωμανική. Αλλά το χρήμα, την κατανάλωση και τη θεοποίηση της ύλης. Σ' αυτές τις συνθήκες, λοιπόν ποια είναι η ταυτότητα μας;

Ήδη τα κριτήρια που μας κληροδότησε ο προηγούμενος αιώνας αποδεικνύονται τραγικά ανεπαρκή. Αν επιμείνουμε στον εθνοφυλετισμό, διαπιστώνουμε ότι ο μέσος Έλληνας καταναλωτής δεν διαφέρει σε τίποτα από τον αντίστοιχο Αμερικάνο ή Σουηδό. Έχουν τον ίδιο πολιτισμό. Όσο για τη γλώσσα, όλοι λίγο πολύ μιλούν την Αγγλική. Αν θεωρήσουμε ως κριτήριο ταυτότητας το κράτος, θα εκπλαγούμε και πάλι. Διότι η Κύπρος και η Ελλάδα δεν είναι πια οι ομοιογενείς κοινωνίες που ήσαν άλλοτε. Ο γείτονάς μας σήμερα μπορεί να είναι άθεος, ή μπορεί να μη μιλά καν Ελληνικά, αφού πολλοί συμπατριώτες μας προτιμούν αγγλόφωνα σχολεία. Ποιος λοιπόν είναι ο συνεκτικός μας δεσμός πέρα από την κατανάλωση.

Μ' αυτό τον τρόπο ξαναγυρίζουμε στο κριτήριο της κοινής πίστης. Και όπως αδυνατίζουν τα σύνορα και οι περιορισμοί, ειδικά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδύεται ξανά η αντίληψη του γένους των Ορθοδόξων που δεν περιορίζεται από διαβατήρια και φυλετική καταγωγή. Αυτή πιστεύω είναι και η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα η Εκκλησία μας. Ως κιβωτός της ταυτότητας και της γλώσσας μας, πρέπει να κατατείνει στον ανα-προσανατολισμό της σύγχρονης πραγματικότητας.

Χωρίς, εννοείται, να νοσταλγεί την εθναρχία ή το βυζάντιο, ή το όποιο άλλο παρελθόν. Ο σύγχρονος κόσμος δεν περιμένει από την Εκκλησία να λειτουργεί ως κράτος εν κράτη. Αλλά ως άλας της σύγχρονης πραγματικότητας. Από εθναρχούσα που ήταν κάποτε να συνεχίσει ως Εκκλησία παιδαγωγούσα. Ξεκινώντας δηλαδή από τα δεδομένα που έχει μπροστά της, να επιδιώκει έναν προσανατολισμό του κόσμου προς την εξ ύψους Ανατολήν, που είναι ο Χριστός. Η παγκοσμιοποίηση, πέρα από τις γνωστές αρνητικές πλευρές της, έχει το πλεονέκτημα ότι καθιστά ανεδαφικές πολλές από τις ψευδαισθήσεις μας. Και από αυτή την άποψη είναι μια γόνιμη περίοδος. Σ' έναν κόσμο όπου όλα πωλούνται και αγοράζονται, η Εκκλησία έχει να δώσει αυτό που δεν αποκτάται με χρήματα, το «εν ου εστί χρεία». Και μ' αυτό τον τρόπο, διακονεί και διαφυλάσσει την ταυτότητα του Ελληνισμού.

Θα ήθελα να κλείσω μ' ένα απόσπασμα από ένα ανέκδοτο ποίημα του Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Καβάφη. Ο οποίος βιώνοντας αυτή την οικουμενική ευρύτητα του Ελληνισμού, (ενός Ελληνισμού που είναι πρωτίστως πολιτισμός και γλώσσα, κι όχι κράτος και σύνορα), την εκφράζει σ' ένα καλοστημένο ποίημα με τον τίτλο: «Επάνοδος από την Ελλάδα »

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ` Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ. Έτσ` είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε.
Νερό της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός: Ρώτησε την καρδιά σου
όσο που απ` την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαιρόσουν και συ: Αξίζει να γελοιούμαστε: -
αυτό δεν θάταν βέβαια ελληνοπρεπές.


Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια.
Είμεθα Έλληνες κ` εμείς - τι άλλο είμεθα: -
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι που γελούσαμε με δαύτους
σαν, επισκέπτονταν τα σπουδαστάριά μας)
που κάτω απ` το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος) μακεδονικό
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καυμένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Ά όχι δεν ταιριάζουνε σ` εμάς αυτά.
Σ` Έλληνας σαν κ` εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

*Ομιλία σε εκδήλωση του Παγκυπρίου Πολιτιστικού Συλλόγου στη Λεμεσό την 6ηΦεβρουαρίου 2004, επ' ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών.