Αναζήτηση

Διάφορα Κείμενα

Αντιμήνσιο Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου

eikona-agiwn-morfou.jpg


eikona-agiwn-morfou.jpg

 

Νέα-Δραστηριότητες

ouranos2

Παναγία Φορβιώτισσα, τοιχ. 1105/6  Ιερά Μονή Παναγίας της Φορβιώτισσας (Ασίνου), Νικητάρι -Κύπρος

agiosmamas2.jpg

Αρχική Διάφορα Κείμενα Έκθεση: Η ΜΟΡΦΟΥ ΩΣ ΘΕΟΜΟΡΦΟΥ
en el fr
Έκθεση: Η ΜΟΡΦΟΥ ΩΣ ΘΕΟΜΟΡΦΟΥ Εκτύπωση

alt Από την Αφροδίτη-Μορφώ στη Θεομόρφου και τη Μόρφου*

H μακρά ιστορική πορεία της περιοχής Μόρφου από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, τεκμηριώνεται μέσα από πληθώρα αρχαιολογικών ευρημάτων, πηγών και παραδόσεων. Το ίδιο το όνομά της συνδέεται με τη θεά Αφροδίτη-Mορφώ, τη λατρεία της οποίας έφεραν μαζί τους τα αρχαιοελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στον κάμπο της Μόρφου, γεγονός που πιστοποιείται από ιερό που βρέθηκε βορειοανατολικά της κώμης Mόρφου. Η ονομασία μετατρέπεται κατά τη χριστιανική εποχή σε Θεομόρφου, όπως πιστοποιούν οι πηγές των βυζαντινών χρόνων.

Προϊστορικοί οικισμοί

H Δυτική κεντρική πεδιάδα της Kύπρου είναι πλούσια σε ιστορία.  Συνοικισμοί από τη Nεολιθική εποχή και την Eποχή του Xαλκού, το βασίλειο των Σόλων, το μοναστήρι του Aγίου Mάμαντος σηματοδοτούν την πορεία της μέσα στο χρόνο.  Στην πεδιάδα του Oβκού ποταμού από τη μια και την περιοχή των Σόλων από την άλλη συγκεντρώνεται η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα ήδη από τα αρχαία χρόνια. 

Πολυτιμότατες μαρτυρίες για το παρελθόν της περιοχής παρέχουν, μεταξύ άλλων, ο νεολιθικός οικισμός στην μικρή νησίδα που είναι γνωστή ως Πέτρα του Λιμνίτη, ο χαλκολιθικός οικισμός στο Aμπελικού και ο οικισμός της Εποχής του Xαλκού στη Γαληνή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι η περιοχή των Σόλων κατοικείτο από τον 12ο αιώνα π.Χ.

 

Η πόλη των Σόλων

Επίκεντρο της περιοχής, ήδη από τα αρχαία χρόνια, αποτελούσε η πόλη των Σόλων, ένα από τα alt σημαντικότερα αρχαία βασίλεια της Κύπρου που διαδέχθηκε την Aίπεια, το κτίσιμο της οποίας οφείλεται στους Αχαιούς με επικεφαλής τον Δημοφώντα τον γιο του Θησέα.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο στο βίο του Σόλωνα γράφει για το κτίσιμο της Αίπειας, ότι ο Σόλων κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο αγαπήθηκε πολύ από το βασιλιά Φιλόκυπρο, ο οποίος για να αποδώσει τιμή στον Σόλωνα, την πόλη που αρχικά λεγόταν Αιπεία, την ονόμασε Σόλους προς τιμή του νομοθέτη (Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα, 26. 2-4).

Η πόλη των Σόλων γνώρισε ακμή και πλούτο, λόγω της εύφορης πεδιάδας που την περιβάλλει, των πλούσιων σε χαλκό παρακείμενων μεταλλείων λ.χ. της Σκουριώτισσας και του λιμανιού από το οποίο γινόταν εμπόριο με την Ανατολή και το Αιγαίο.

Οι Σόλοι υπήρξαν σημαντικό βασίλειο στην κλασική περίοδο, όπως συνάγεται από τις γραπτές πηγές. Το βασίλειο των Σόλων ακολούθησε φιλελληνική πολιτική και έλαβε μέρος  στην επανάσταση του Ονήσιλου εναντίον των Περσών (498 π.Χ.). Ο βασιλιάς των Σόλων Αριστόκυπρος, υιός του Φιλοκύπρου, σκοτώθηκε μαζί με τον Ονήσιλο στη μάχη εναντίον του πέρση στρατηγού Αρτήβιου το 498 π.Χ. H πόλη πολιορκήθηκε για πέντε μήνες από τους Πέρσες και καταστράφηκε στη διάρκεια της επανάστασης του Oνήσιλου το 499 π.Χ.

Στη συνέχεια τέθηκε σε συνεχή επιτήρηση από τον φιλοπέρση βασιλιά του Mαρίου, ο οποίος έκτισε στο διπλανό λόφο του Bουνίου το ανάκτορό του, επιβλέποντας τους Σόλους, η οποία βρισκόταν σε διαμάχη με το γειτονικό Μάριο.

Μεγάλη καταστροφή προκάλεσαν στην πόλη σεισμοί κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, οι κάτοικοι όμως ξανάκτισαν τα κτήρια και συνέχισαν να δημιουργούν και κατά τη Βυζαντινή Περίοδο.

 

Βυζαντινοί χρόνοι

alt Οι Σόλοι ταύτισαν το όνομά τους και με την είσοδο του Χριστιανισμού στην περιοχή, αφού κατά την παράδοση, μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Αποστόλου Βαρνάβα στη Σαλαμίνα (πιθανότατα 57–60 μ.Χ.), ο Ευαγγελιστής Μάρκος, έχοντας ως συνοδούς τον Ρόδωνα και Τίμωνα, έφτασε κυνηγημένος από τους Εβραίους στο λιμάνι του βασιλείου των Σόλων, τον Λιμνίτη. Εκεί έγινε η ιστορική συνάντηση, βάπτιση και χειροτονία του πρώτου ιεράρχη των Σόλων, αγίου Αυξιβίου από τον Απόστολο Μάρκο.

Μαρτυρίες για τις απαρχές της Επισκοπής των Σόλων αποτελούν και οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές που έφεραν στο φως οι ανασκαφές και ιδιαίτερα εκείνη του Αγίου Αυξιβίου στους Σόλους. Παρόλο που η πόλη θα καταστραφεί από τους Άραβες τον 7ο αιώνα, το όνομα των Σόλων θα διατηρηθεί στην ονομασία της περιοχής Σολέας-Σολιάς, ενώ η ομώνυμη επισκοπή θα συνεχίσει αδιάλειπτα την ιστορική πορεία της μέχρι σήμερα. Διάδοχοι του αγίου Αυξιβίου στο θρόνο των Σόλων, όπως οι Αυξίβιος ο Γ΄, Ευάγριος, Ευστάθιος, Επιφάνιος και Στρατόνικος, μετείχαν στις Οικουμενικές Συνόδους, φέροντας έτσι τη μαρτυρία της Εκκλησίας των Σόλων στο πλαίσιο της οικουμενικής Εκκλησίας και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση και επικύρωση της δογματικής διδασκαλίας της.

 

• Αραβικές επιδρομές

Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος αιώνας), οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου Τιβέριος ο Αψίμαρος (698-705) και Ιουστινιανός ο Β΄ ο Ρινότμητος (685-695, 705-711) αποστέλλουν μονάδες Μαρδαϊτών, τους γνωστούς Ακρίτες, στη βόρεια περιοχή της Κύπρου για να αντιμετωπίσουν τους Άραβες. Η παρουσία των Ακριτών, σφραγίζει το πρόσωπο της περιοχής, όπως μαρτυρεί η πλούσια παραγωγή ακριτικών τραγουδιών και παραδόσεων που αναπτύχθηκαν στην περιοχή και σώζονται μέχρι σήμερα, με επίκεντρο το πρόσωπο του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα και με προστάτες αγίους τον Γεώργιο και τον Μάμαντα.

 

• Ο άγιος Μάμας στην Κύπρο

Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών τοποθετείται και η άφιξη των λειψάνων του και της τιμής του αγίου Μάμαντος από τη Μ. Ασία στην Κύπρο, ο οποίος θα καταλάβει δεσπόζουσα θέση στη λαϊκή ευσέβεια της περιοχής αλλά και ολόκληρης της Κύπρου και θα καταστεί ο πολιούχος άγιος της Μόρφου.

 

• Άγιοι της Μόρφου

Οι αραβικές επιδρομές στις περιοχές της Συρίας και Παλαιστίνης προκάλεσαν συρροή Χριστιανών προσφύγων που ζήτησαν καταφύγιο στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι τριακόσιοι, κατά την παράδοση πάντοτε, ασκητές που καθιερώθηκε να καλούνται Αλαμάνοι. Σύμφωνα με τις πηγές, από τους εν λόγω ασκητές της Συροπαλαιστίνης, αρκετοί ασκήτευσαν στην περιοχή της Μόρφου όπως οι άγιοι Θεοδόσιος και Πολέμιος.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο η περιοχή Μόρφου προσφέρει στην Εκκλησία αρκετούς και σημαντικούς αγίους, ορισμένοι από τους οποίους ήρθαν από άλλες χώρες και συνέχισαν την άσκησή τους στην περιοχή, όπως ο Αββακούμ στο Φτερικούδι, ο Σωζόμενος που τιμάται στη Γαλάτα, ο Ειρηνικός στη Zώδια, αλλά και ντόπιοι άγιοι όπως ο Iωάννης ο Λαμπαδιστής στον Καλοπαναγιώτη, ο Θεοφάνης Επίσκοπος Σολέας και στη σύγχρονη εποχή ο Ιερομάρτυς Φιλούμενος (1979) από την Ορούντα.

 

• Σημαντικές Μονές

Αξιόλογη μαρτυρία για την περιοχή παρέχει και η πορεία μεγάλων ιστορικών μονών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν στα όριά της. Πέρα από τη Μονή Αγίου Μάμαντος στην Μόρφου και την Μονή του Αγίου Γεωργίου του Οριάτη, πλησίον της Κυράς, ανοικοδομούνται οι μονές της Παναγίας Ελεούσας του Κύκκου, του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στην Μαραθάσα, του Αγίου Νικολάου της Στέγης στην Κακοπετριά, της Παναγίας της Ασίνου και της Παναγίας του Άρακος στην βόρεια Πιτσιλιά. Οι μονές αυτές βρίσκονται στα όρια της Επισκοπής των Σόλων, και με την πνευματική τους ακτινοβολία και το ορθόδοξό τους φρόνημα, γαλουχούν για αιώνες τους κατοίκους της περιφέρειας Μόρφου.

 

Λατινοκρατία (1191-1571)

Με την επιβολή της Λατινοκρατίας στην Κύπρο, αρχίζοντας από το 1191, και την εφαρμογή του φεουδαρχικού συστήματος, η Μόρφου, σημαντικό γεωργοκτηνοτροφικό αγροτικό κέντρο, παραχωρείται στον φεουδάρχη Λοράν ντε Πλεσί, ο οποίος προσθέτει στο όνομά και τον τίτλο ντε Μόρφου. Οι κάτοικοί της γίνονται δουλοπάροικοι κι αρχίζουν ένα δύσκολο αγώνα για να κρατήσουν την ορθόδοξή τους πίστη και την ελληνική τους ταυτότητα.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας εκλατινισμού της Κύπρου ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, με σχετική βούλα, μειώνει τις 14 επισκοπές της Κύπρου σε τέσσερις, εξορίζοντας και τους επισκόπους από τις έδρες τους σε χωριά. Καταργεί επίσης τον θεσμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, πρώτος δε τη τάξει Κύπριος ιεράρχης θεωρείται ο Επίσκοπος Λευκωσίας, με τον τίτλο του Επισκόπου Σολίας. Με την Bulla Cypria που εξέδωσε ο πάπας Αλέξανδρος ο Δ΄ το 1260, η επισκοπή των Σόλων καταργείται οριστικά.

 

• Ευγένιος Συγκλητικός, ο κτίτορας του Ναού του Αγίου Μάμαντος

Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1489–1571), το φέουδο της Μόρφου πέρασε σε πλούσια ορθόδοξη οικογένεια, τους Συγκλητικούς. Επιφανές μέλος της οικογένειας αυτής, ο Ευγένιος Συγκλητικός, Έλληνας χριστιανός ορθόδοξος, αγόρασε αντί του ποσού των 40 χιλιάδων δουκάτων το φέουδο της Μόρφου. Το 1538 γίνεται, με τη διαθήκη του (δημοσιεύτηκε από την Ιστορικό Νάσα Παταπίου), κτίτορας του σημερινού ναού του Αγίου Μάμαντος. H σωζόμενη μέχρι σήμερα εκκλησία είναι από τις πιο αντιπροσωπευτικές του λεγόμενου φραγκοβυζαντινού ρυθμού στην Κύπρο και είναι κτισμένη στα ερείπια παλαιοχριστιανικών βασιλικών δύο περιόδων και μιας βυζαντινής εκκλησίας. Στο βόρειο τοίχο του ναού υπάρχει κόγχη με ανάγλυφο διάκοσμο· εκεί βρίσκεται μαρμάρινη σαρκοφάγος (3ος αιώνας), σε δεύτερη χρήση που θεωρείται ως ο τάφος του αγίου Mάμαντος.

Tο ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο έγινε το 16ο αιώνα και διασώζει εικόνες από την ίδια εποχή που αποδίδονται στον ζωγράφο Σίλβεστρο Αξιώτη, ο οποίος υπογράφει και το ξυλόγλυπτο κιβώριο της αγίας Τράπεζας του ίδιου ναού.

 

Τουρκοκρατία (1571–1878)

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο πληθυσμός της περιοχής αποδεκατίζεται από τις κακουχίες, ανομβρίες και θεομηνίες, αλλά και τη σκληρή ιστορική του μοίρα, ωστόσο αναδεικνύει παράλληλα και αγίους, όπως ο Μακρύδιακος του Άι Μάμα, ο οποίος μαρτύρησε το 1750, καρατομηθείς πλησίον του ναού του Αγίου Μάμαντος και έγινε ο πρώτος γνωστός Νεομάρτυρας της Μόρφου.

 

• Ανασύσταση Επισκοπής Σόλων

Κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ανασυστάθηκε η Επισκοπή των Σόλων, μέχρι το 1660. Με νέα ρύθμιση, η Εκκλησία της Κύπρου όρισε ένα Αρχιεπίσκοπο και τρεις Μητροπολίτες: Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Η παλαίφατη Επισκοπή των Σόλων, υπήχθη στην Μητρόπολη Κυρηνεί alt ας, ρύθμιση που διήρκεσε μέχρι το 1973, χρονιά κατά την οποία, με πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, ανασυστάθηκε με τη σημερινή της ονομασία, δηλαδή Μητρόπολη Μόρφου. Πρώτος Μητροπολίτης Μόρφου εξελέγη ο Χρύσανθος Σαρηγιάννης (1973–1997), με τη φήμη τού Μητροπολίτου Μόρφου και Προέδρου των Σόλων. Έτσι η παλαίφατη Επισκοπή των Σόλων γεννά τη σημερινή Μητρόπολη της Μόρφου με ιστορία 2000 χρόνων τέχνης και αγιότητας. Τον Χρύσανθο διαδέκτηκε το 1998 ο νυν Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή που διήνυσε η Μόρφου, η φιλοτιμία και φιλοκαλία των κατοίκων της άφησε μέσα στο χρόνο ανεξίτηλα ίχνη κάλλους, δημιουργικότητας και ευσέβειας. Από τα αγάλματα και τα οικοδομήματα της προχριστιανικής εποχής, που εκπροσωπούν επάξια το ελληνικό μέτρο και την ελληνική αντίληψη περί κάλλους, μέχρι την αναγωγική-λειτουργική τέχνη που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια δύο ολόκληρων χιλιετιών χριστιανισμού, μέσα από τοιχογραφίες, εικόνες, ναούς, λειτουργική ποίηση και καλλιέπεια, η Μόρφου κατέθεσε τη δική της συμβολή στον πολιτισμό. Όλα όσα σώζονται σήμερα από αυτή την πλούσια κληρονομιά, αλλά και όλα όσα δημιουργούνται σήμερα, μαρτυρούν αδιάψευστα μια συνεχή και ενιαία ελληνορθόδοξη ταυτότητα.

 

Κατεχόμενη περιοχή Μητροπόλεως Μόρφου

alt Η τουρκική εισβολή του 1974 είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη 23 κοινοτήτων, μεγάλου μέρους της εύφορης πεδιάδας της Μόρφου, ιδιαίτερα γνωστής για την παραγωγή εσπεριδοειδών καθώς και ολόκληρου του κόλπου της Μόρφου.

Οι αρχαιολογικοί χώροι της περιοχής λεηλατήθηκαν. Από τον αρχαιολογικό χώρο των Σόλων, είναι επισκέψιμα σήμερα το θέατρο και η βασιλική του Αγίου Αυξιβίου, καθώς και το ανάκτορο στο Βουνί.

Οι εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα κοιμητήρια βεβηλώθηκαν και συλήθηκαν. Τα χριστιανικά σύμβολα των ναών αφαιρέθηκαν σε μια προσπάθεια εξευτελισμού της χρστιανικής θρησκείας, ενώ κλάπηκαν όλα τα κινητά αντικείμενά τους. Δέκα από τους ναούς μετατράπηκαν σε τεμένη, δύο έγιναν «πολιτιστικά κέντρα», ένας έγινε νεκροτομείο, ενώ άλλοι βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση που ενίοτε αγγίζει τα όρια της ερείπωσης.

Ο τοιχογραφικός διάκοσμός των κατεχόμενων ναών είτε αποτοιχίστηκε, είτε καταστράφηκε κακόβουλα. Εξαίρεση αποτελεί ο καθεδρικός ναός του Αγίου Μάμαντος, τον οποίο οι κατοχικές αρχές μετέτρεψαν σε «μουσείο εικόνων», καθώς και το παρακείμενο μητροπολιτικό μέγαρο που μετατράπηκε σε «αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο ταριχευμένων ζώων».

Τα κατεχόμενα χωριά λεηλατήθηκαν και σήμερα κατοικούνται από επύλιδες, Τουρκοκύπριους και Τούρκους έποικους. Στα χωριά δόθηκαν τουρκικές ονομασίες.

 

Η περιοχή της Μόρφου τότε και σήμερα

Kατά τη Mεσαιωνική εποχή κέντρα της περιοχής είναι η Mόρφου και η Πεντάγυια, πρωτεύουσες ομώνυμων διαμερισμάτων.  Στα χρόνια της Tουρκοκρατίας η Mόρφου ήταν πρωτεύουσα του διαμερίσματος, που ανήκε διοικητικά στην επαρχία της Kερύνειας.  Aργότερα το διαμέρισμα Mόρφου εντάχθηκε στην επαρχία Λευκωσίας.

H νέα μητροπολιτική περιφέρεια εκτεινόταν από το Aκάκι μέχρι τον Kάτω Πύργο Tηλλυρίας και από το Kαπούτι μέχρι τον Άγιο Δημήτριο Mαραθάσας.

Δυστυχώς τα γεγονότα της Tουρκικής Eισβολής του 1974 συνετέλεσαν ώστε η έδρα της Mητροπόλεως καθώς και τα πλούσια χωριά της να καταπατηθούν από τον Aττίλα και ο Mητροπολίτης και το ποίμνιό του να καταστούν πρόσφυγες. Σήμερα διαμένουν σε όλες τις περιοχές της ελεύθερης Kύπρου. H Mητρόπολη στεγάστηκε για ένα χρόνο στην Iερά Mονή Kύκκου με την ελπίδα για σύντομη επιστροφή στη Mόρφου.  O Mητροπολίτης Xρύσανθος προτίμησε να μεταφερθεί η έδρα της Mητροπόλεως στην Eυρύχου, αφού διαρρυθμίστηκε το παλιό Δημοτικό Σχολείο σε Eπισκοπείο.

Tην 22αν Aυγούστου 1998 εξελέγη ψήφω κλήρου και λαού μετά την κοίμηση του πρώτου Mητροπολίτου Mόρφου Xρυσάνθου, Mητροπολίτης Mόρφου ο κ. Nεόφυτος.  Xειροτονήθηκε σε Eπίσκοπο την 13ην Σεπτεμβρίου 1998 και ενθρονίστηκε την ίδια ημέρα στην προσωρινή έδρα της Mητροπόλεως Mόρφου στην Eυρύχου. 

Το 2007 η Μητρόπολη Μόρφου παραχώρησε στη νεοσύστατη Μητρόπολη Κύκκου και Τηλλυρίας τα χωριά Πάνω Πύργος, Κάμπος, Κάτω Πύργος, Μηλικούρι, Μοσφύλι, Πηγαίνια, Τσακκίστρα, Βαρίσια, Γαληνή, Λουτρός, Λιμνίτης, Αμμαδιές, Ξερόβουνος, Φροδίσια, Άγιος Ιωάννης Σελέμανη.

 

 

Συντηρήσεις κατεχόμενων μνημείων

Με τη συνδρομή ξένων αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και συντηρητών και σε συνεννόηση πάντα με την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ιερά Μητρόπολη Μόρφου προχώρησε σε εργασίες συντήρησης στη Βασιλική του Αγίου Αυξιβίου των Σόλων και στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου.

Στο ναό του Αγίου Μάμαντος το 2007 συντηρήθηκαν η αγία Τράπεζα και το κιβώριο της και απεντομώθηκαν το εικονοστάσιο και η υπόλοιπη ξύλινη επίπλωση του ναού, καθώς και οι εικόνες από λεηλατημένους ναούς που αποθηκεύτηκαν στα κελιά της Μονής του Αγίου Μάμαντος. Ολοκληρώθηκε κατά το έτος 2009 η προστασία των ψηφιδωτών της Βασιλικής με την κατασκευή διαδρόμων και την απομάκρυνση των ομβρίων υδάτων από το μνημείο.

 

Επαναπατρισμός εικόνων και ιερών κειμηλίων

Παράλληλα, επαναπατρίστηκαν το 2007, μετά από μακρούς αγώνες, έξι εικόνες (13ος -16ος αι.) που είχαν κλαπεί από αρχαιοκάπηλους στα κατεχόμενα και εντοπίστηκαν σε οίκο δημοπρασιών στη Νέα Υόρκη.

Ακολούθησε το 2010 ο επαναπατρισμός του αργυρεπίχρυσου καλύμματος του ευαγγελίου (1891) του ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Π. Ζώδιας. Το Δεκέμβριο του 2010 παραδόθηκε από Τουρκοκύπριους στον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο μια εικόνα του Αγίου Βασιλείου (1968). Η εικόνα που προέρχεται από τον ετοιμόρροπο ναό του Αγίου Νικολάου στο Συριανοχώρι βρέθηκε πεταγμένη μέσα στα χωράφια της περιοχής.

 

Έργα εκκλησιαστικής μεταλλοτεχνίας

Oι ρίζες της τέχνης αυτής πρέπει να αναζητηθούν στην αρχαιότητα.  H παράδοση συνεχίστηκε και κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο που προηγήθηκε της Φραγκοκρατίας (1191-1489). Δυστυχώς οι λεηλασίες της Kύπρου από πειρατές, εισβολείς, κατακτητές και φυσικές καταστροφές είχαν σαν αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμων έργων της εκκλησιαστικής μεταλλοτεχνίας της πρώτης χιλιετίας από την μητροπολιτική περιφέρεια Mόρφου.

Δύο δείγματα παρουσιάζονται στην έκθεση, κι αυτά είναι τμήμα επιστήθιου σταυρού - λειψανοθήκης (9ος / 10ος αιώνας) και τμήμα λιτανευτικού σταυρού του 10ου-12ου αιώνα.

Aπό τα ελάχιστα δείγματα που σώθηκαν από την εποχή της Bενετοκρατίας είναι τα αργυρά ελάσματα που κάλυπταν τα καλύμματα Ευαγγελίου. Το αργυρεπίχρυσο άγιο Ποτήριο με λαβές σε σχήμα δράκοντα που εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο του ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' χρονολογείται στα 1501 ή 1516 και μιμείται γοτθικά έργα. Σύμφωνα με την αφιερωματική επιγραφή ανήκε σε μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος πιθανώς της Μόρφου. Οι ναοί αποκτούν δίσκους αντιδώρου (σανιές), τους οποίους έφερναν από δυτικές χώρες. Οι δίσκοι αυτοί φέρουν παραστάσεις κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη ή άλλα διακοσμητικά μοτίβα.

Mετά την καταστροφική λαίλαπα της Tουρκικής εισβολής και της κατάληψης της Kύπρου από τους Tούρκους το 1571 η εκκλησιαστική αργυροχοΐα θα γνωρίσει περιόδους ακμής και οι ναοί θα αποκτήσουν αργυρά ιερά σκεύη όπως ποτήρια, εξαπτέρυγα και θυμιατούς.  Eικόνες σημαντικής ευλάβειας θα καλυφθούν με αργυρεπίχρυσες επενδύσεις, όπως του αγίου Iωάννη του Λαμπαδιστή (1776) και του αγίου Kυπριανού (1800).  Kάποιοι από τους μαστόρους είχαν υπογράψει τα έργα τους, όπως ο Tουμάζος, ο Xριστοφής Aργυρού, ο Πέτρος και ο Ιωάννης Κορνάρος.

Κατά την Tουρκική εισβολή του 1974 χάθηκαν πλήθος έργων τορευτικής που βρίσκονταν στους κατεχόμενους ναούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε μεσαιωνικό πολυκάντηλο από την εκκλησία του Aγίου Σωζομένου της Γαλάτας, που είχε μεταφερθεί για φύλαξη στο Mέγαρο της Mητρόπολης της Kερύνειας και του οποίου η τύχη αγνοείται.

Ελάχιστα είναι τα ιερά σκεύη που διασώθηκαν, όπως τα εξαπτέρυγα και οι ασημένιοι σταυροί με νομίσματα-τάματα του ναού της Αγίας Μαρίνας στην Αυλώνα, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση.

Εκτοπισθέντες κάτοικοι χωριών της Μητροπόλεως έχουν προχωρήσει στην παραγγελία νέων ιερών σκευών για τους κατεχόμενους ναούς, όπως η γερόντισσα Ευφροσύνη Καραολίδου που παρέδωσε στον Μητροπολίτη Μόρφου καινούργια ασημένια σκεύη για το ναό του Σωτήρος στην Πέτρα, όταν αυτός απελευθερωθεί.

 

Έργα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής

alt Η κοσμική και εκκλησιαστική ξυλογλυπτική άρχισε να διαδίδεται στην Κύπρο από τα βυζαντινά χρόνια. Στα πιο εντυπωσιακά δείγματα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής περιλαμβάνονται αγίες Τράπεζες, προσκυνητάρια, δεσποτικοί θρόνοι, στασίδια, γυναικωνίτες, επιτάφιοι, σταυροί, εικόνες, αρτοφόρια, εξαπτέρυγα, αναλόγια κ.ά. Επίσης πόρτες, παράθυρα και ταβάνια μοναστηριών και ναών, ερμάρια και κασέλες για τη φύλαξη αμφίων.

Το τέμπλο είναι μια κατασκευή που χωρίζει τον κυρίως ναό από το ιερό και καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού.  Αρχικά ήταν χωρίς εικόνες όπως τα τέμπλα στον Άγιο Ηρακλείδιο της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού στον Καλοπαναγιώτη (14ος αι.) και του ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Πεδουλά (15ος αι.). Το ψηλό ξυλόγλυπτο τέμπλο (εικονοστάσι) εμφανίζεται το 16ο αιώνα και συνεχίζεται η παραγωγή του και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπου από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα μέχρι και το τέλος της περιόδου παρατηρούνται τα πιο εντυπωσιακά δείγματα της τέχνης. Η γενική διάταξη του τέμπλου βασικά παραμένει η ίδια, αλλάζουν κάποια τμήματα και μόνο τα διακοσμητικά θέματα διαφέρουν.

Στην πρώτη και πλατύτερη ζώνη τοποθετούνται οι δεσποτικές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας και συνήθως των αγίων Ιωάννου Προδρόμου και Ιωάννου Θεολόγου. Πάνω από τη ζώνη αυτή βρίσκονται δύο ή τρεις σειρές ζώνες με διάχωρα, όπου στη χαμηλότερη τοποθετούνται εικόνες του Δωδεκάορτου και στις ψηλότερες οι εικόνες των Αποστολικών ή της Μ. Δέησης.

Στην επίστεψη του τέμπλου υψώνεται ελεύθερος ξυλόγλυπτος σταυρός με απεικόνιση του Εσταυρωμένου, που πλαισιώνεται από την Παναγία και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, όπως ο σταυρός από από την Παναγία Ποδύθου (16ος αι.).

Τα ξυλόγλυπτα τεχνουργήματα διακοσμούνται με παραστάσεις από τη Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, με αγίους και συμβολικά θέματα από το ζωικό και φυτικό βασίλειο. Συχνά επιχρυσώνονται και ζωγραφίζονται. Το ανάγλυφο είναι ψηλό, ή μερικές φορές διάτρητο στις άκρες. Οι ταλιαδώροι δανείζονται στοιχεία από την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική για τα έπιπλα των σπιτιών. Ιδιαίτερη επίδραση στη βυζαντινή τέχνη του νησιού είχε η τέχνη της Αναγέννησης που εισήγαγαν στο νησί οι Βενετοί.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ξυλόγλυπτη θύρα του κοιμητηριακού ναού του Αγίου Γεωργίου στον Πεδουλά (15ος αι.), η οποία παρουσιάζεται στην έκθεση. Παρόμοιες θύρες υπάρχουν στο παρεκκλήσιο του Ακάθιστου Ύμνου της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη και στο ναό της Παναγίας του Μουτουλλά.

Παραδοσιακά κέντρα ξυλογλυπτικής άκμασαν στη Λευκωσία, στο Καϊμακλί, στη Λάπηθο, στον Άγιο Επίκτητο, στην Ακανθού στον Άγιο Αμβρόσιο, στο Μουτουλλά και αλλού. Η εργασία των ξυλογλυπτών, τόσο της πόλης, όσο και της υπαίθρου, άλλοτε πληρωνόταν λογικά και άλλοτε καλά.

Η παράδοση των ξυλόγλυπτων εκκλησιαστικών αντικειμένων συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η εισαγωγή μηχανών που αντιγράφουν τα παλιά σχέδια, κατέστρεψε τη γνησιότητα, τον αυθορμητισμό και την έμπνευση των ταλιαδώρων. Η φόρμα των σύγχρονων βιομηχανοποιημένων έργων είναι στεγνή, σκληρά γεωμετρική και οι μορφές επιτηδευμένες.

 

Άμφια

Τα εκκλησιαστικά άμφια, ιερατικά και λειτουργικά, κοσμούνται κατ' εξοχήν με τη τεχνική της χρυσοκεντητικής, μιας τέχνης που άκμασε κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Σε παλαιότερες εποχές στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε και η παραδοσιακή αλατζιά για την κατασκευή αμφίων.

Τα ιερατικά άμφια είναι τα ενδύματα που χρησιμοποιούνται από τους κληρικούς κατά τη Θεία Λειτουργία και άλλες ακολουθίες και εκκλησιαστικές τελετές. Ταυτόχρονα αποτελούν διακριτικά των διαφόρων βαθμίδων του κλήρου. Για κάθε έναν από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης υπάρχει ένα συγκεκριμένο ενδυματολ alt ογικό σύνολο που αντιστοιχεί στο βαθμό του διακόνου (επιμανίκια, οράριο), του ιερέως (επιμανίκια, επιτραχήλιο, φελόνιο) και του επισκόπου (επιμανίκια, επιτραχήλιο, σάκκος, μίτρα). Αρχικά ο όρος άμφια συναντάται στους Βυζαντινούς (μη εκκλησιαστικούς) συγγραφείς και δηλώνει πολύτιμα και λαμπρά υφάσματα. Αργότερα χαρακτηρίζει μόνο τα ενδύματα των αυτοκρατόρων και των κληρικών και στη μεταβυζαντινή εποχή μόνο τα ενδύματα των τελευταίων.

Στη μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου διασώθηκε βαρύτιμος χρυσοκέντητος αρχιερατικός σάκκος του 19ου αι. που ανήκει στον Επίσκοπο Πάφου Επιφάνιο (1890-1899), ο οποίος παρουσιάζεται στην έκθεση.

Από εισηγμένο ύφασμα είναι κατασκευασμένο το φελόνιο από την Αγία Παρασκευή της Μόρφου. Στα λειτουργικά άμφια περιλαμβάνονται άμφια που χρησιμοποιούνται στις θρησκευτικές τελετές, όπως η ενδυτή, το αντιμίνσιο, ο αήρ, ο επιτάφιος, τα ποτηροκαλύμματα και δισκοκαλύμματα. Υπάρχουν ακόμη τα διακοσμητικά πέπλα, όπως η ποδέα, η πύλη και το λάβαρο. Υφαντό είναι και το βήλο της ωραίας πύλης  (19ος αι.) από την Παναγία Ελεούσα της Κοράκου.

 

Φορητές εικόνες

Το βασικό και ουσιαστικό χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η χρήση, η τιμή και η προσκύνηση των ιερών εικόνων του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου και όλων των Αγίων. Με τις εικόνες εκφράζεται τόσον ο εγκόσμιος, όσον και ο υπερκόσμιος χαρακτήρας της Εκκλησίας. Την πραγματικότητα αυτή θέλησαν να τονίσουν οι πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι ονόμασαν την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Την Κυριακή αυτή εορτάζεται η επέτειος της αναστήλωσης των αγίων εικόνων που πραγματοποιήθηκε το 843, σύμφωνα με την απόφαση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο πιστός προσευχόμενος ενώπιον των εικόνων αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα ζωντανό προσωπικό διάλογο με τους εικονιζόμενους αγίους του Θεού. Η εικόνα θα μπορούσε να παρομοιασθεί με τον θεοφιλή διερμηνέα του διαλόγου αυτού και τον μεσάζοντα εκείνον, ο οποίος καθηλώνει όλη την ύπαρξη του προσευχομένου ορθόδοξου χριστιανού.

Οι ιερές εικόνες που περιλαμβάνονται στην έκθεση ανήκουν στη μητροπολιτική περιφέρεια της Μόρφου και χρονολογούνται από το 13ο αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Ορισμένες από αυτές φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία και στο Βυζαντινό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου. Αρκετές από αυτές  εντοπίστηκαν και συντηρήθηκαν μετά το 2000 και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό. Οι εικόνες ανάλογα με το μέγεθός τους μπορούν να χωριστούν σε δεσποτικές και προσκυνηταρίου. Είναι ξύλινοι πίνακες που alt ζωγραφίστηκαν με την τεχνική της αυγοτέμπερας και συχνά με τη χρήση φύλλου χρυσού στο βάθος.

Ορισμένες από τις παλαιότερες προσκυνηματικές εικόνες της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου είναι ζωγραφισμένες και από τις δύο πλευρές (αμφιπρόσωπες εικόνες). Η πίσω πλευρά συχνά διακοσμείται και με σταυρό ή άλλο γραπτό διάκοσμο  όπως γραμμές, που ίσως μαρτυρούν τα τοπικά εργαστήρια κατασκευής τους. Στο κάτω μέρος έφεραν κοντάρι, ήταν δηλαδή λιτανευτικές. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1571–1878) οι πιστοί για να τοποθετήσουν τις  εικόνες αυτές στο εικονοστάσι αφαιρούσαν το κοντάρι τους.

Οι εικόνες ζωγραφίστηκαν με βάση τα διάφορα τεχνοτροπικά ρεύματα που επικρατούσαν κατά καιρούς όπως η λεγόμενη «σταυροφορική τέχνη» του 13ου αι., η παλαιολόγεια τεχνοτροπία του 13ου–14ου αι., η κυπροαναγεννησιακή ή ιταλοβυζαντινή του 16ου αι., η παραδοσιακή μεταβυζαντινή ή της λεγόμενης Σχολής του Αγίου Ηρακλειδίου του 18ου και των αρχών του 19ου αι., της Σχολής του Ιωάννου Κορνάρου του Κρητός του 19ου αι., της λεγόμενης αναγεννησιακής του τέλους του 19ου και κατά τον 20ό αι. και της επιστροφής σε πρότυπα βυζαντινής τεχνοτροπίας στο β΄ μισό του 20ού αι. μέχρι και τις μέρες μας.

Ορισμένες από τις εικόνες κλάπηκαν πριν ή μετά την τουρκική εισβολή από τις κατεχόμενες ή τις ελεύθερες περιοχές και επαναπατρίστηκαν μετά από συντονισμένες ενέργειες της Εκκλησίας και του Κράτους. Στην τουρκοκρατούμενη περιοχή της Μόρφου, εικόνες διασώζονται μόνο στο ναό του Αγίου Μάμαντος, που οι κατοχικές αρχές έχουν μετατρέψει σε «μουσείο εικόνων» και στα κελιά της Μονής του Αγίου Μάμαντος και του Μητροπολιτικού Μεγάρου στη Μόρφου.

Σε ναούς της ελεύθερης περιοχής εντοπίστηκαν παλαιές εικόνες εκτός από τα εικονοστάσια, σε γυναικωνίτες και αποθήκες και συντηρήθηκαν αποκαλύπτοντας ανεκτίμητα έργα εκκλησιαστικής τέχνης. Οι πιο αντιπροσωπευτικές από αυτές φυλάσσονται και στα κατά τόπους εκκλησιαστικά μουσεία, όπως το Εικονοφυλάκιο της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού στον Καλοπαναγιώτη, στο Βυζαντινό Μουσείο Πεδουλά και στο Μουσείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς Καμιναρίων και ορισμένες στο Επισκοπείο Μόρφου στην Ευρύχου.

Άλλες εικόνες έγιναν πρόσφατα για να κοσμήσουν ναούς στην ελεύθερη Κύπρο ή από πρόσφυγες για τους κατεχόμενους ναούς όταν ελευθερωθούν. Στη μητροπολιτική περιφέρεια δραστηριοποιούνται δύο αγιογραφικά εργαστήρια ένα στο Ησυχαστήριο του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στη Σκουριώτισσα και ένα στη Μονή του Αγίου Νικολάου στην Ορούντα.

 

Μια πρόσφατη ανακάλυψη

Μια σημαντική εικόνα που βρέθηκε τον Απρίλιο του 2011 στο ναό του Αγίου Δημητριανού στη Φλάσου και συντηρήθηκε αποτέλεσε την αφετηρία και τον άξονα της ξενάγησης στην έκθεση Η Μόρφου ως Θεομόρφου. Του χθες, του σήμερα και του αύριο κατά τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων στις 18 Μαίου 2011 από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου.

Στην μπροστινή πλευρά η εικόνα έχει ένθετο ξυλόγλυπτο πλαίσιο. Εδώ απεικονιζόταν σύμφωνα με την επιγραφή που διασώθηκε η Παναγία η Οδηγήτρια (Η ΟΔΗΓΙΤΡΗΑ). Η μορφή της Παναγίας και του Χριστού έχουν ολοκληρωτικά καταστραφεί με αποτέλεσμα να φανεί ο καμβάς και τμήματα της γύψινης προετοιμασίας. Διασώζεται τμήμα του βάθους της εικόνας που είναι καλυμένο με φύλλο χρυσού.

Στο κάτω μέρος υπάρχει άνοιγμα όπου ήταν τοποθετημένη προφανώς μια άλλη μικρότερη εικόνα της Παναγίας, ίσως κάποιο σημαντικό κειμήλιο. Η μικρή εικόνα έχει χαθεί. Μικρές πολύτιμες εικόνες τοποθετημένες σε μεγαλύτερες υπάρχουν σε διάφορες εκκλησίες της Κύπρου. Τέτοιες εικόνες είναι της Παναγίας του Κύκκου, της Παναγίας της Αγρίας στο Μηλικούρι και της Τιτιότησσας στην Καλαβασό κ.α. Οι εικόνες αυτές είναι γνωστές ως εικόνες λειψανοθήκες.

Στο πίσω μέρος της εικόνας διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση, αφιερωματική επιγραφή και διάκοσμος. Η επιγραφή αναφέρει: ΕΙΣΤΩΡΙΘΕΙ ΟΙ ΕΙΚΩΝ ΑΥΤΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓ(ΙΑΣ) Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ / ΥΠΟ ΕΞΟΔΟΥ Κ(ΑΙ) ΠΟΛΛΟΥ ΠΟΘΟΥ ΚΥΡΟΥ ΘΕΟΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ / ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΙΕΡΕΟΣ ΨΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡ(ΙΟΥ) ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΕΙΟΥ / ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΚΟΙΜΙΜΕΝΟΥ Κ(ΑΙ) ΟΙ ΑΝΑ//ΓΙΝΩΣΚΟΝΤΕΣ ΕΥΧΕΣΘΑΙ ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΑΜΗΝ/ Απριλλίω κστ αΦο Χ(ριστο)υ.

Ακολουθεί δυσανάγνωστη φράση σε δύο γραμμές και διακοσμητικό φυτικό μοτίβο. Τα δύο τρέσα διακοσμούνται επίσης με ελισσόμενους βλαστούς, θέματα που απαντούν σε διακοσμήσεις της κυπροαναγεννησιακής ή ιταλοβυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο.

Η εικόνα αποδίδεται στον ζωγράφο Σίλβεστρο, όπως αποδεικνύει η σύγκριση των γραμμάτων της επιγραφής, με εκείνα στο κιβώριο της αγίας Τράπεζας στον κατεχόμενο ναό του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου και με την επιγραφή που υπάρχει στο πίσω μέρος της εικόνας της Παναγίας Φιλοχιότισσας από το ναό της Φιλούσας στην Πάφο, τα οποία υπογράφει ο συγκεκριμένος ζωγράφος. Η ίδια δυσανάγνωστη επιγραφή που υπάρχει στην εικόνα της Φιλοχιότισσας υπάρχει και στην εικόνα από τη Φλάσου. Τόσο η εικόνα από την Φλάσου όσο και εκείνη της Φιλούσας ζωγραφίστηκαν το 1570.

Η εικόνα από την Φλάσου έγινε λίγους μήνες πριν την εισβολή των Τούρκων στο νησί το καλοκαίρι του 1570.

 

Η έκθεση       

 

alt Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου και η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου διοργανώνουν από τις 22 Μαρτίου έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2011 την έκθεση Η Μόρφου ως Θεομόρφου. Του χθες, του σήμερα και του αύριο, στις αίθουσες περιοδικών Εκθέσεων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου στο κτήριο της Φανερωμένης στην παλιά Λευκωσία. Τα εγκαίνια της έκθεσης τέλεσαν στις 22 Μαρτίου 2011, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου κ. Θεόδωρος Αριστοδήμου.

 

Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου και η συμβολή του στη διάσωση και προβολή της βυζαντινής πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου

Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, βαθιά ευαισθητοποιημένο σε θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς, προείδε έγκαιρα το ενδιαφέρον για τα θέματα βυζαντινού πολιτισμού.

Το 1997, παρουσίασε την έκθεση Βυζαντινή Μεσαιωνική Κύπρος, Βασίλισσα στην Ανατολή και Ρήγαινα στη Δύση, για να συνεχίσει, το 2000 με την έκδοση του επετειακού ημερολογίου αφιερωμένο στην Γέννηση του Χριστού. Την ίδια χρονιά συνδιοργάνωσε την έκθεση Iερά Mητρόπολις Mόρφου, 2000 Xρόνια Tέχνης και Aγιότητας. Επίσης, από το 2002, εγκαινίασε σειρά Οδηγών για τα βυζαντινά μνημεία της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί οι οδηγοί για τους ναούς της Παναγίας Φορβιώτισσας στην Ασίνου, της Παναγίας Ποδύθου και της Θεοτόκου (η του Αρχαγγέλου) στη Γαλάτα, του Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι, της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού στον Καλοπαναγιώτη και του ναού της Παναγίας στον Μουτουλλά.

 

Σκεπτικό της έκθεσης

H επιτυχία της έκθεσηςΙερά Μητρόπολις Μόρφου: 2000 χρόνια Τέχνης και Αγιότητος ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η πολύτιμη εμπειρία που το Πολιτιστικό Ίδρυμα, την οποία είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει από τη διοργάνωση παρόμοιων εκθέσεων, συνεχίστηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν. Η καθ’ όλα επιτυχή συνεργασία που αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία με την Ιερά Μητρόπολη Μόρφου με αποτέλεσμα την διοργάνωση της έκθεση Η Μόρφου ως Θεομόρφου. Του χθες, του σήμερα και του αύριο.

Στην έκθεση αυτή εκτίθενται πέραν των 130 αντικειμένων (εικόνων, ξυλογλύπτων, ιερών σκευών, αμφίων, χειρογράφων, παλαιών εκδόσεων), τα οποία καλύπτουν την ιστορική περίοδο από τον 9ο μέχρι και τον 21ό αιώνα. Τα περισσότερα από τα αντικείμενα αυτά παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό. Πρόκειται για πολύτιμα έργα εκκλησιαστικής τέχνης από την ελεύθερη περιοχή της Μόρφου, καθώς και κειμήλια προσφύγων, επαναπατρισθείσες ή διασωθείσες εικόνες, βιβλία και ξυλόγλυπτα από την κατεχόμενη περιοχή της Μητροπόλεως.

Πέραν του υλικού που προέρχεται από την Μητρόπολη Μόρφου, την έκθεση συνέδραμαν με παραχώρηση εκθεμάτων και άλλου υλικού η Ιερά Μητρόπολις Πάφου, η Ιερά Μητρόπολις Κύκκου και Τηλλυρίας, το Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης παρουσιάζονται αντικείμενα από τις συλλογές του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου που έχουν σχέση με την έκθεση.

Παρουσιάζονται επίσης ενδεικτικά φωτογραφίες από τις εργασίες συντήρησης εκκλησιαστικών μνημείων της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου που πραγματοποιήθηκαν από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και πανεπιστημιακά ινστιτούτα συντήρησης του εξωτερικού λ.χ. του Court Institute του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, τα τελευταία δέκα χρόνια. Στην ελεύθερη περιοχή 78 μνημεία έχουν συντηρηθεί και περισσότερες από 2000 βυζαντινές και μεταβυζαντινές φορητές εικόνες.

Ειδική αναφορά γίνεται στα κατεχόμενα μνημεία και στις καταστροφές που υπέστησαν από τους Τούρκους εισβολείς κατά και μετά το 1974. Παράλληλα παρουσιάζονται οι συνεχείς προσπάθειες που καταβάλλονται για συντήρηση των μνημείων από τη Ιερά Μητρόπολη Μόρφου και άλλους φορείς και για εντοπισμό εκκλησιαστικών κειμηλίων στο εξωτερικό και επαναπατρισμό τους.

Σημειώνει ο Γιάννης Κυπρή, Πρόεδρος του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου στον κατάλογο της έκθεσης: «Η βυζαντινή κληρονομιά της Μόρφου, όπως παρουσιάζεται μέσα από την έκθεση, αποκτά μια όλως ιδιαίτερη σημασία αφού αντικρίζεται δυναμικά, όχι μόνο ως δισχιλιετής ιστορία, αλλά και ως ζωντανό παρόν, με την παρήγορη αλλά και την οδυνηρή του πλευρά, καθώς και υποσχόμενο μέλλον. Ανασκοπώντας κάποιος τους ανεκτίμητους θησαυρούς που παρουσιάζονται εδώ, συνειδητοποιεί ότι το νόημα και η σημασία τους δεν περιορίζονται μόνο στη Μόρφου. Αυτό που βλέπουμε στην έκθεση είναι η εικόνα ολόκληρης της πατρίδας μας».

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος γράφει στον πρόλογό για την έκθεση: «Στην κώμη της Μόρφου και στις άλλες 23 κατεχόμενες κοινότητες της μητροπολιτικής περιφέρειάς μας, η θέα των εκκλησιών και παρεκκλησίων μας, προκαλεί οδύνη. Δέκα από τους ναούς μας μετατράπηκαν σε τεμένη, δύο έγιναν πολιτιστικά κέντρα, ένας έγινε νεκροτομείο, ενώ άλλοι βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση που ενίοτε αγγίζει τα όρια της ερείπωσης.

Η οικτρή αυτή εικόνα των κατεχόμενων ιερών μας, έστελνε, όμως, ένα μήνυμα: η ευθύνη μας δεν περιορίζεται στην απ’ εδώ μεριά του οδοφράγματος. Τα κατεχόμενα ιερά μας, θέτουν επιτακτικά θέμα όχι μόνο άμεσης διάσωσής τους από την καταστροφή και επαναπατρισμού ιερών κειμηλίων που εκλάπησαν από αρχαιοκάπηλους, αλλά και θεολογικής διαχειρίσεως αυτής της δύσκολης και δεινής κατάστασης.

Με τη συνδρομή ξένων αρχαιολόγων και σε συνεννόηση πάντα με την Κυβέρνηση της Κύπρου, αρχίσαμε από εκεί όπου παρουσιαζόταν η πιο άμεση ανάγκη, και, με τη βοήθεια των αγίων της Μητροπόλεώς μας, ολοκληρώσαμε μέχρι στιγμής την προστασία των ψηφιδωτών της Βασιλικής του Αγίου Αυξιβίου στους Σόλους και τη συντήρηση της αγίας τράπεζας της εκκλησίας του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου.

Μπροστά μας μένει έργο πολύ. Πιστεύω, όμως, πως όσο περισσότερο ενδιαφερόμαστε για τα μνημεία που βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές, ο Θεός θα μας ανοίγει δρόμους για να εργαστούμε και στις κατεχόμενες περιοχές. Εάν επιδεικνύουμε αδιαφορία, ή ολιγωρία, ή μειωμένο ενδιαφέρον για τις εκκλησίες και τις εικόνες των ελευθέρων περιοχών, τότε κι ο Θεός δεν θα μας δώσει τη δυνατότητα επιδιόρθωσης και συντήρησης των κατεχόμενων εκκλησιών μας».

 

 Εκθέσεως συνέχεια...

«Είδαμε την έκθεση σαν μια πρόκληση» αναφέρει η Λευκή Μιχαηλίδου, διευθύντρια του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου «Από τη μια για να ανανεώσουμε τις προσεγγίσεις μας και να αποφύγουμε την επανάληψη, από την άλλη για να υπηρετήσουμε ένα πάγιο στόχο μας: την ευαισθητοποίηση του κοινού για την ανάγκη της διατήρησης και διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και για τον άμεσο εντοπισμό και επαναπατρισμό κλαπέντων έργων εκκλησιαστικής τέχνης του τόπου μας».

 

Διάρθρωση της έκθεσης       

Η έκθεση διαρθρώνεται ως εξής: Στο εισαγωγικό μέρος παρουσιάζεται χωρισμένη σε χρονολογικές περιόδους η ιστορία της περιοχής της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου από την Αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους αρχαιολογικούς χώρους, όπως η πόλη των Σόλων και το ανάκτορο στο Βουνί και στα σημαντικά εκκλησιαστικά μνημεία όπως η παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Αυξιβίου στους Σόλους, ο ναός και η Μονή του Αγίου Μάμαντος Πολιούχου της Μόρφου. Στη συνέχεια παρουσιάζεται εποπτικό υλικό για τη Μόρφου πρίν και μετά το 1974 και παρουσιάζονται αντιπροσωπευτικά μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO) σε αντιδιαστολή με κατεχόμενα μνημεία και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα. Στον χώρο αυτό εκτίθενται ένας μαρμάρινος παλαιοχριστιανικός κίονας, πιθανώς από τους Σόλους και ένα μεσαιωνικό μπαούλο με σκηνή πολιορκίας κάστρου από το ναό των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος στην Περιστερώνα. Στο μπαούλο φυλάσσονταν τα ιερά λείψανα των αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος.

Ακολουθεί η ενότητα με τους αρχιεπισκόπους που έλκουν την καταγωγή τους από χωριά που βρίσκονται στα όρια της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου. Παρουσιάζονται φωτογραφίες με τα πορτρέτα τους, εκτός του Μακαρίου Α' που δεν υπάρχει καθώς και σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον καθένα ξεχωριστά. Οι Αρχιεπίσκοποι είναι οι εξής Νικηφόρος (1641-1674), Χρύσανθος (1710-1810), Μακάριος Α' (1854-1865), Φιλόθεος (1734-1759), Σωφρόνιος (1865-1900), Κύριλλος Β' (1909-1916) και Μακάριος Β' (1947-1950).

Στην ενότητα για τους τοπικούς αγίους παρουσιάζονται όλοι οι τοπικοί άγιοι της Μητροπόλεως Μόρφου από τον Απόστολο Βαρνάβα μέχρι και τον τελευταίο γνωστό άγιο, το Ιερομάρτυρα Φιλούμενο (+1979). Εκτός από την φωτογραφία με την εικόνα των αγίων παρουσιάζεται και ο βίος τους και η δράση τους σε σχέση με την περιοχή της Μητροπόλεως Μόρφου. Εκτίθενται επίσης σημαντικές εικόνες των αγίων αυτών. Ιδιαίτερα έμφαση δίνεται στον Προστάτη και Πολιούχο της πόλης της Μόρφου άγιο Μάμαντα. Η εικόνα του αγίου χρονολογείται στον 16ο αιώνα και φυλάσσεται στο ναό της Παναγίας στα Κούρδαλι. Η εικόνα αυτή μεταφέρεται κάθε χρόνο στον κατεχόμενο ναό του Αγίου στη Μόρφου για τον εορτασμό της μνήμης του επειδή οι Τούρκοι απαγορεύουν τη μετακίνηση της προσκυνηματικής εικόνας του που βρίσκεται στον κατεχόμενο ναό, ο οποίος έχει μετατραπεί σε "μουσείο εικόνων". Το εποπτικό υλικό που πλαισιώνει την εικόνα παρουσιάζει στιγμιότυπα από τις ιερές ακολουθίες της 1ης και 2ας Σεπτεμβρίου στην κατεχόμενη Μόρφου από τον εορτασμό του αγίου.

 

Πηγές

Δήμος Μόρφου (εκδ.), Μόρφου 3600 χρόνια ιστορία, Λευκωσία 1999.

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Λευκωσία 1984-1996.

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου, Η Μόρφου ως Θεομόρφου. Από την Επισκοπή των Σόλων στη Μητρόπολη Μόρφου, Λευκωσία 2011.

Μιχαηλίδου Λ. & Ζαπίτη Ε., Νομίσματα της Κύπρου. Από τη Συλλογή του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία 2010.

Μιχαηλίδου Λ. & Χατζηχριστοδούλου Χρ. (συντονισμός), Η Μόρφου ως Θεομόρφου. Του χθες, του σήμερα και του αύριο, (κατάλογος έκθεσης), Λευκωσία 2011.

Μιχαηλίδου Λ. (επιμ.), Ιερά Μητρόπολις Μόρφου. 2000 χρόνια Τέχνης και Αγιότητος, Λευκωσία 2000.

Χατζηχριστοδούλου Χρ., Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, Λευκωσία 2010.

 

Navari L., Manuscripts and Rare Books 15th-18th century. From the Collections of the Bank of Cyprus Cultural Foundation, Nicosia 2010.

Stylianou A. & J., The painted churches of Cyprus. Treasures of Byzantine Art, Nicosia 1997.


* Του Δρα Χριστόδουλου Χατζηχριστοδούλου

Αρχαιολόγου

Εφόρου  Συλλογών Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου