ouranos2

Παναγία Φορβιώτισσα, τοιχ. 1105/6  Ιερά Μονή Παναγίας της Φορβιώτισσας (Ασίνου), Νικητάρι -Κύπρος

agiosmamas2.jpg

Αρχική Μητροπολίτης Άρθρα «Αναζητώντας την κοιτίδα της Ρωμιοσύνης στην καθ΄ ημάς Ανατολή στον 21ο αιώνα»
en el fr
«Αναζητώντας την κοιτίδα της Ρωμιοσύνης στην καθ΄ ημάς Ανατολή στον 21ο αιώνα» Εκτύπωση

alt Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως ένα από τα αρχαιότερα κέντρα της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, παραμένει μέχρι σήμερα ο φάρος της Ορθοδοξίας και αποτελεί για τις κατά τόπον Εκκλησίες ένα φωτεινό παράδειγμα μέτρου, διακρίσεως και αντιμετωπίσεως των πολλαπλών και δύσκολων προβλημάτων που αναφύονται συνεχώς ανά το παγκόσμιο.

Πολλές φορές επιχειρήθηκε στο διάβα των αιώνων να υποτιμηθεί ο οικουμενικός ρόλος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ως πρώτης τῃ τάξῃ μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, και πλειστάκις διάφορες αιρέσεις προσπάθησαν να πλήξουν την οικουμενικότητά του με τις δοξασίες τους. Πλην όμως, όλες οι κακόβουλες αυτές προσπάθειες έπεφταν στο κενό, γιατί τον Οικουμενικό Θρόνο στήριζαν μεγάλοι Πατέρες κι άγιοι που διαφύλαξαν με οικουμενικές συνόδους και μαρτυρικό αίμα το ήθος και το δόγμα της Ορθοδόξου πίστεως της καθ' ημάς Ανατολής.

Στη διαφύλαξη της αγιοπνευματικής αυτής παραδόσεως, συνέβαλαν τα μέγιστα και άλλες τοπικές εκκλησίες που στο πηδάλιό τους είχαν χαρισματικούς και πνευματοφόρους επισκόπους, οι οποίοι αναγνωρίζοντας τη σημαντικότητα και την αξία της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, κατέφευγαν συχνά στη βασιλίδα των πόλεων, είτε για να στηρίξουν την πατροπαράδοτη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, είτε για να ζητήσουν τη βοήθεια του πατριαρχείου για επίλυση των εσωτερικών κι εξωτερικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν.

Η αποστολική και μαρτυρική Εκκλησία της Κύπρου, από πολύ νωρίς ανέπτυξε θερμές και ουσιαστικές πνευματικές σχέσεις με το ΠατριαρχείοΚωνσταντινουπόλεως, στην προσπάθειά της να διαφυλάξει την αυτονομία και αποστολική της ανεξαρτησία η οποία σφραγίστηκε άπαξ και δια παντός από τους αγίους αποστόλους Παύλο, Βαρνάβα και Μάρκο.

Ήδη, κατά τον ταραγμένο Δ΄ αιώνα, όπου η Εκκλησία έχει να αντιμετωπίσει την παγανιστική ειδωλολατρία, τις ποικιλόμορφες επιθετικές και βίαιες αιρέσεις που στόχο είχαν να καταστρέψουν, να αλλοτριώσουν και να παραποιήσουν την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως κι επιπλέον τις ραγδαίες διοικητικές αλλαγές που διενεργούντο στο διοικητικό της σύστημα, η κεκτημένη αυτονομία της Εκκλησίας Κύπρου απειλείται συστηματικά από το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Αλλά την εποχή αυτή αρχιεπίσκοπος της νήσου είναι ο μέγας άγιος Επιφάνιος, ο οποίος όπως σημειώνει ο μακαριστός πατήρ Παύλος Εγγλεζάκης, «κατά την τεσσαροκονταετίαν της αρχιερατείας του Επιφάνιου, η Κύπρος κατέστη διά πρώτην φοράν εν τη ιστορία αυτής εν των νευραλγικοτέρων κέντρων της χριστιανικής οικουμένης».

Ο άγιος Επιφάνιος για 36 ολάκερα χρόνια ανθίσταται στις πιέσεις του Πατριάρχη Αντιοχείας για ενσωμάτωση της Εκκλησίας Κύπρου στη δικαιοδοσία της Αντιόχειας, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί δικαίως ως ο πατέρας του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας Κύπρου. Στη διάρκεια της ρευστής αυτής περιόδου, η Εκκλησία Κύπρου, χρειάστηκε να καταφύγει επανειλημμένως στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διαφυλάξει τα κεκτημένα της.

Το θέμα της αξιώσεως του Πατριάρχη Αντιοχείας να χειροτονεί τους επισκόπους της Κύπρου και να ορίζει τον Αρχιεπίσκοπό της, ετέθη ενώπιον της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 431 στην Έφεσο από τον Αρχιεπίσκοπο Ρηγίνο και τους Επισκόπους Κουρίου Ζήνωνα και Σόλων Ευάγριου, η δε Σύνοδος δικαίωσε τους Κυπρίους ιεράρχες, απορρίπτοντας το αίτημα των Αντιοχέων.

Οι πιέσεις όμως του Πατριαρχείου Αντιοχείας συνεχίστηκαν, με αμφισβήτηση των αποφάσεων της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, μέχρι το 488 οπότε συγκλήθηκε τοπική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επικύρωσε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας Κύπρου, θέτοντας τέρμα στις αξιώσεις του Αντιοχείας.

Τέλος, το 692 οι Κύπριοι ιεράρχες καταφεύγουν για τρίτη φορά στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, όπου επικυρώνονται τα προνόμια του Αρχιεπισκόπου Κύπρου και το Αυτοκέφαλο. Έτσι, βλέπουμε ότι από το 451 μέχρι το 692, η Εκκλησία Κύπρου βρίσκεται σε συνεχή επαφή με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να διαφυλάξει το Αυτοκέφαλό της.

Οι σχέσεις όμως Εκκλησίας Κύπρου και Οικουμενικού Πατριαρχείου συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, αλλά και μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, αφού η Εκκλησία Κύπρου ως το ζωντανό ορθόδοξο κύτταρο στην θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου, συνέχισε να αποτελεί κομβικό σημείο μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Ενδεικτικές των μακραίωνων αυτών σχέσεων μεταξύ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και Εκκλησίας Κύπρου, είναι και οι βοηθητικές παρεμβάσεις του Οικουμενικού Θρόνου μετά τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών το 1821 από τους Τούρκους. Ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Ευγένιος Β΄ ενήργησε για την εκλογή και χειροτονία νέων επισκόπων στην Κύπρο.

Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ επεμβαίνει για να επιλύσει το λεγόμενο αρχιεπισκοπικό ζήτημα που τόσο πολύ ταλαιπώρησε την Κυπριακή Εκκλησία στις αρχές του 20ου αιώνα.

Το 1931 μετά την εξέγερση των Οκτωβριανών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων που ανέκυψαν μετά την εξορία δύο μητροπολιτών του Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά και του Κυρηνείας Μακαρίου Μυριανθέα, αλλά και μετά την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄, αμέσως μετά την εκλογή του, που άφησε ακέφαλη την Εκκλησία Κύπρου. Ο μόνος εναπομείνας στη ζωή μητροπολίτης ήταν ο Κυρηνείας Μακάριος Β΄ και τότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε στην Κύπρο τους μητροπολίτες Περγάμου Αδαμάντιο και Σάρδεων Μάξιμο, για να συγκληθεί σύνοδος για την εκλογή αρχιεπισκόπου, όπως κι έγινε, οπότε εξελέγη ο Μακάριος Β΄ το 1947.

Σημαντική επίσης ήταν η συνεισφορά Κυπρίων ιεραρχών ως προς τη στελέχωση του Πατριαρχείου. Ενδεικτικώς αναφέρομε τον Πατριάρχη Γρηγόριο Β΄ (1283-1289), τον Πατριάρχη Γεράσιμο Β΄ (1794-1797), τον εθνομάρτυρα Αθανάσιο Καρύδη Νικομηδείας (1791-1821), τον Αγκύρας Αγαθάγγελο Μυριανθούσης (1823-1826), τον Μητροπολίτη Μεσημβρίας Χαρίτωνα Ευκλείδη (1896-1906) κ.ά.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Εκκλησία Κύπρου και ο ορθόδοξος λαός μας μετείχε στην κοινή πολιτισμική παράδοση της Πόλης και της Μικράς Ασίας. Αδιάψευστη μαρτυρία του γεγονότος αυτού παραμένουν μέχρι σήμερα οι επιδράσεις που έχομε δεχθεί στην εικονογραφία, στη ναοδομία, στην εκκλησιαστική μουσική και στο δημοτικό μας τραγούδι.

Επομένως, βλέπουμε ότι η Εκκλησία Κύπρου για αιώνες παραμένει ένα κομμάτι της Ρωμιοσύνης, κρατώντας την ελληνική γλώσσα και το ορθόδοξο φρόνημα και διατηρώντας την ταυτότητα και την αυτονομία της σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ακόμη και στις περιόδους της λατινοκρατίας και της τουρκοκρατίας, το ορθόδοξο πρόσωπο της Κύπρου διαφυλάχτηκε, μαρτυρικώ τω τρόπω, από τον απλό λαό, τα μοναστήρια και τους ιεράρχες μας. Καθ' όλη αυτή τη μακρά διάρκεια, όπως εύστοχα ειπώθηκε, η Κύπρος ως το τελευταίο προπύργιο του Βυζαντίου στην Ανατολική Μεσόγειο πάντοτε έστρεφε το κεφάλι της προς την κοιτίδα της Ρωμιοσύνης την Κωνσταντινούπολη, εδραιώνοντας όλο και περισσότερο την αίσθηση και τη συνείδηση της οικουμενικότητας.Ειδικά στα δύσκολα χρόνια που προαναφέραμε, η Εκκλησιαστική Ιεραρχία της Κύπρου εμπνέεται συνεχώς από την Κωνσταντινούπολη και κινείται στους ίδιους άξονες, δίνοντας όλο το βάρος στην παιδεία, ούτως ώστε να διατηρηθεί ελληνική και χριστιανική, με την ίδρυση σχολείων και την πλούσια εκδοτική δραστηριότητα, αλλά και την εμψύχωση και διατήρηση του φρονήματος του λαού. Ταυτόχρονα, το έργο του φωτισμού και της αγιότητας των πιστών χωρίς ακρότητες συντελείται νυχθημερόν και σιωπηλά, στα μοναστήρια και στους ναούς με τις Θείες Λειτουργίες. Μια στάση τακτικής που παραμένει πάντα επίκαιρη και την οποία διδάσκει σιωπηλά ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Δυστυχώς, η οργανική και ουσιαστική σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη Ρωμιοσύνη της Μικράς Ασίας, πλήττεται έντονα το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όπως εύστοχα αναφέρει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο άρθρο του για τον Πικιώνη, η Μικρασατική Καταστροφή απετέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους σταθμούς στην ιστορία του Ελληνισμού ύστερα από την άλωση της Πόλης, αφού έκλεισε «για πρώτη φορά μέσα στην πανάρχαια ιστορία του τη θύρα της Ανατολής -στερνό αντιστύλι εκεί κάτω απέμεινε μοναχά η Κύπρος». Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, η Κύπρος στρέφει τα όμματα από την Πόλη προς την Αθήνα και οι Κύπριοι αρχίζουν να αναζητούν μιαν άλλου είδους ταυτότητα. Το αίτημα της Ενώσεως αναφύεται στον ορίζοντα του 20ου αιώνα δυναμικά, οδηγώντας την Κύπρο σε άλλους δρόμους και περιπέτειες, σε άλλες ανατάσεις και άλλες απογοητεύσεις.

Μέσα στο γενικότερο κλίμα των μέσων του 20ού αι., η Κύπρος, με πρωτοστάτη την Εκκλησία της, γίνεται ανεξάρτητο κράτος, διαβαίνοντας έτσι ένα νέο κατώφλι στην ιστορία της. Η περίοδος που αρχίζει από την ανεξαρτησία και εντεύθεν, θέτει την Εκκλησία Κύπρου ενώπιον νέων προκλήσεων, όμως η σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξακολουθεί να είναι ζωντανή κι άκρως αλληλοβοηθητική.

Στην αυγή του 21ου αιώνα που οι παγκόσμιες εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα (πολιτική, οικονομία, κοινωνία, φυσικό περιβάλλον) μοιάζουν όλο και περισσότερο να έχουν πλανητικές διαστάσεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θέτει για μας, τους Κυπρίους Αρχιερείς, μια μεγάλη πρόκληση. Μας ωθεί διαρκώς να μην επαναπαυόμαστε στην κλειστή νησιωτική μας αυτάρκεια, να εξερχόμεθα από την επαρχία μας και να συντονιζόμαστε με τις ευαισθησίες του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, ενός ανθρώπου που έγινε δέκτης των μηνυμάτων της εποχής μας. Ο λόγος του απαντά στις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου και ανοίγει προοπτικές για προβλήματα όπως η καταστροφή του περιβάλλοντος, η λειτουργική παράδοση, η αγιολογία, ο μοναχισμός, η διαχείριση των εκκλησιών και των ιστορικών μνημείων σε χώρες ή σε κοινωνίες που δεν μετέχουν της χριστιανικής παραδόσεως, ή ακόμα που είναι εχθρικές προς τη χριστιανική παράδοση.

Η πολύτιμη εμπειρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανοίγει δρόμους και για μας εδώ στην Κύπρο και, υπ' αυτή την έννοια, η σχέση μας με το Πατριαρχείο είναι μια μαθητεία η οποία θα μας διδάξει πολλά, ειδικά σε αυτές τις δύσκολες ώρες που περνά η Ρωμιοσύνη της Κύπρου.

Προσωπικά, έχω διδαχθεί πολλά από τη στάση του Οικουμενικού Πατριάρχη και βοηθήθηκα να καθαρίσω και τη δική μου ματιά για διάφορα ζητήματα. Η κατεχόμενη γη μας βοά από άκρη ως άκρη τη χριστιανική της ταυτότητα, κι όσο η δική μας παρουσία παραμένει ζωντανή, άλλο τόσο η χάρις του Αγίου Πνεύματος αγκαλιάζει σωστικά την κατεχόμενη γη μας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξακολουθεί και στον νέο αιώνα που διανύουμε να έχει οικουμενικό οφθαλμό, υπενθυμίζοντάς μας ότι, άλλο είναι η παγκοσμιοποίηση κι άλλο η οικουμενικότητα, δηλαδή η εν Χριστώ Οικουμένη.

Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τους διαχρονικούς δεσμούς της αδελφοσύνης και της εν Χριστώ αγάπης, θα πρέπει ως Εκκλησία Κύπρου κι ως πιστός λαός αυτής της νήσου, να κρατήσουμε την ακριβή μας σχέση τόσο με τον θεσμό του παλαιφάτου Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όσο και με τον ίδιο τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο προσωπικώς.

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην 12η έκδοση του περιοδικού «Πνευματική Διακονία», της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Αμμοχώστου, η οποία ήταν αφιερωμένη στα 20 χρόνια της ευκλεούς Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου.